Αρόδο

© Shirin Neshat

Σε στυλ
Κλαρκ Γκέιμπλ

*με μια ιστορία…

Θα φταίει εκείνη η εφηβική μπάντα που πρόβαρε τα κομμάτια της για την παράσταση της Δευτέρας στο κοντινό θέατρο. Μια λέξη αρκούσε και έτσι μες στην ξαφνική βροχή που ήταν συμπαθητική και παράξενη μαζί στάθηκα να ακούσω μερικά μέτρα από εκείνο το τραγούδι. Έπειτα, καθώς έλεγα τους στίχους και όσο η βροχή επέμενε, σκέφτηκα πως ένα τραγούδι με μια μόνο λέξη του φέρνει πίσω όσα παίρνουν τα κύματα.

Είχα απορροφηθεί στην ερμηνεία μου και έτσι δεν αντιλήφθηκα μεμιάς τον τύπο που στάθηκε πλάι μου. Στριμώχτηκε για να προφυλαχτεί και με έναν χαμογελαστό χαιρετισμό, πήρε να ατενίζει την έξαλλη πόλη. Κάποιοι περάσαν εμπρός μας βιαστικοί, δυο κορίτσια γελούσαν και είχαν τα μαλλιά τους βρεγμένα. Αυτές οι δυο κοπέλες, εύθραυστες σαν τη νιότη, υπήρξαν  η πληρέστερη έκφραση της ελευθερίας. Μάλλον σκέφτηκα  φωναχτά επειδή ο τύπος δίπλα μου συμφώνησε. Έπειτα έβγαλε ένα όπλο, από εκείνα τα ψεύτικα που αγοράζαμε παιδιά για να κάνουμε θόρυβο, μήπως διώξουμε το φόβο από τα όνειρά μας. Στην αρχή τρόμαξα μα έπειτα μου χαμογέλασε και μπόρεσα να παρατηρήσω πως κατά βάθος ήταν παιδί. 

“Αλλιώς δεν θα μπορούσε να γράψει μια μουσική γεμάτη αθωότητα, μήτε να αντέξει τη ζωή του”, είπε. Και έδειξε προς τη μεριά του θεάτρου. 

Φορούσε λευκό, εφαρμοστό φανελάκι και ένα ασφυκτικά στενό μπλου τζην. Ήταν ξυρισμένος και αινιγματικός, με κάτι γυάλινα μάτια που όμοιά τους δεν είχα δει ποτέ. Μιλούσε με μια χαρακτηριστική προφορά και ήταν πολύ σίγουρος για όσα είχε να μου πει, εκεί μες στη βροχή.

“Της είπα πως μόλις είχα σκοτώσει κάποιον. Έβαλα αυτό εδώ το όπλο στο κεφάλι του και πάτησα τη σκανδάλη. Ήμουν εγώ αυτός που θα πέθαινε αν θέλεις να ξέρεις. Η ώρα μου είχε φτάσει”, συμπλήρωσε και έπειτα σώπασε για λίγο, ίσως να συγκινήθηκε, συμβαίνει αυτό καμιά φορά και ας το κρύβουμε πίσω από χιλιάδες ρόλους. “Τώρα όλα θα μείνουν πίσω και ίσως, αν δεν είχα γεννηθεί τίποτε από όλα αυτά να μην χρειαζόταν να συμβεί. Λυπάμαι, ξέρεις, για όλα”. 

Η βροχή είχε σταματήσει. Δεν υπήρχε λόγος για να καθυστερώ. Άλλωστε η μπάντα στο μικρό θέατρο είχε κατορθώσει να βρει το ρυθμό της. Όλα έδειχναν πως εκείνη τη στιγμή, τα παιδιά που δεν θα γνωρίσω ποτέ είχαν αποκαλύψει κάτι από το ανύπαρκτο. Ίσως επειδή δεν το γνώριζαν πως είχαν συλλάβει έναν άγγελο, ίσως για αυτό να έπαιζαν με τόση τρυφερότητα. Και είχαν για μια στιγμή καταφέρει να μας πάνε μακριά, τόσο μακριά από τούτη τη φρίκη της μοναξιάς μας.

Ο τύπος είχε εξαφανιστεί. Ωστόσο, το ψεύτικο περίστροφο βρισκόταν στο χέρι μου. Ένα ρίγος με διαπέρασε μα είχα με το μέρος μου τη μουσική. Έβαλα το όπλο στη ζώνη του παντελονιού μου και όπως ξεμάκραινα σκέφτηκα πως είχα πια μάθει καλά το μάθημά μου. Ήξερα πια πως θα υπάρχουν για πάντα άνθρωποι και πράγματα που δεν μπορεί να κατασπαράξει καμιά εποχή. Ας πούμε, ένα ωραίο τραγούδι, που διαθέτει από τη στιγμή της γέννησής του ένα είδος ομορφιάς που τείνει προς την αιωνιότητα ή την παντοτινή χαρά. Αυτά τα δυο δεν ξεχωρίζουν απόψε και ας λένε.

Στρώμα θαλάσσης

Του άρεσε που ‘ταν σε εκείνο το περλέ το χρώμα. Το πήρε διπλωμένο όπως συνηθίζεται μα ώρες μετά,  καθώς το φούσκωνε εμπρός του επρόβαλε σε όλη της τη δόξα,  η πλαστική του ομορφιά. Για μια στιγμή συλλογίστηκε γελώντας πως το όνειρο κάθε ανθρώπου που παλεύει με το χρόνο θα ‘ταν να αποκτήσει τη στιλπνότητα ετούτου του προϊόντος. Ύστερα λυπήθηκε , ζήλεψε των πουλιών την αμεριμνησία. Πήρε το ακριβό του το απόκτημα και προχώρησε προς την παραλία. 

Η πλαζ ήταν κατάμεστη. Οικογένειες, μοναχικοί, μοιραίες και μοιραίοι, εφηβικές παρέες με απλωμένες ψάθες κάτω από τα αρμιρίκια, μπύρες, φιλιά, νιάτα. Γράπωσε καλά το περλέ του στρώμα και πέρασε ανάμεσα από τις ξαπλώστρες. Πήρε μεγάλη ικανοποίηση όταν ένα κοριτσάκι, όχι πάνω από τα δεκατρία χτύπησε πεισματικά το ποδαράκι του στο σανιδένιο διάδρομο, ουρλιάζοντας αρπακτικά, “το θέλω, το θέλω!” Σκέφτηκε πως ίσως οι γονείς του θελήσουν να του το χαρίσουν. Θα τον κομματιάζανε αν έπρεπε για το καλό τους το κοριτσάκι. 

 Το κράτησε σφιχτά και επιτάχυνε το βήμα του. Η θέση βρισκόταν εκεί στην άκρη της πλαζ. Ακούμπησε τα πράγματά του, είχε μια αμηχανία καθώς αφαιρούσε το ρουχισμό του. Στην πλαζ όλοι απομένουν γυμνοί και δεν υπάρχει κανένας τρόπος για να κρύψεις το οτιδήποτε. Όμως το στρώμα του άξιζε το τόλμημα. 

Τώρα λάμνει πάνω στον απαλό κυματισμό, το στρώμα του χτυπάει στις μικρές αναταράξεις, λικνίζεται απαλά και προχωρεί σπρωγμένο από τον άνεμο. Κοιτάζει πίσω του, νιώθει πως έχει απομακρυνθεί αρκετά, μα όσο και αν προσπαθεί τα ρεύματα παραμένουν δυνατότερα. Το στρώμα του έχει αποκτήσει ταχύτητα, τώρα περνάει τον κάβο, εμπρός του η απεραντοσύνη και τα απόμακρα τα πλοία. Κρατιέται δυνατά από το πλαστικό και προσεύχεται. 

Αρμενίζει στο πουθενά, περνά άφοβα πια τους κινδύνους των βράχων, οι θύελλες τον χαιρετούν και ξεσπάνε. Τριγύρω παίζουν τα δελφίνια, οι ράχες τους βάφονται με το περλέ το χρώμα του στρώματος. Νιώθει με θεό αρχαιοελληνικό, ολόκληρος είναι μια μεγάλη ιδέα, ωραία, της φαντασίας αποκύημα. Εμπρός δελφινάκι μου, προχώρει λέει μονάχος του και τώρα πια μήτε που τον νοιάζει για πού τραβά. 

Τι και αν είναι η Σύρα ή ο περιστερώνας του Αιγαίου, τι και αν είναι χίμαιρα μεγάλη όλα ετούτα, εκείνου δεν του νοιάζεται καρφί. Έτσι, γυμνός σαν ραψωδία με το τέλος του γραμμένο όπου τον πάει ο καιρός τραβάει. Του γνέφουν τα πλοία με μακριές, ατέλειωτες κόρνες, οι υποπλοίαρχοι τον δείχνουν μες στα ραντάρ τους και προσεύχονται για εκείνον. Θα φτάσει ως τις Στήλες του παλιού του κόσμου που γίνηκε βαρύς και δεν τον θέλει άλλο. Θα φτιάξει για τον εαυτό του ένα νησί και θα κοιτάζεται μες στην ηχώ του ποιητή. Εκεί μέσα δεν γερνάς, δεν γερνάς. Αν η αρχαία σου καρδιά μια στάλα αγαπά, ο κόσμος θα κρατηθεί, να το ξέρεις. Από σένα εξαρτάται το μέλλον του, κράτα γερά, καλοκαιράκι μου ταξιδιάρικο, κράτα γερά…

“Είστε καλά, κύριε, είστε καλά; Κύριε;”, άκουσε μες στο νου τη φωνή. Ευθύς συνήλθε από το όνειρο, κοίταξε έξω από το κουβούκλιο την ατέλειωτη σειρά των οχημάτων. Οι οδηγοί φώναζαν, κάποιοι τον απειλούσαν, μαρσαρίσματα. Και ο προϊστάμενος από την άλλη πλευρά του κουβουκλίου να του ορκίζεται πως θα φροντίσει ο ίδιος προσωπικά για την αρμόζουσα τιμωρία. “Ξήλωμα, ξήλωμα!”, φώναζε και τριγύριζε σαν άγριο θηρίο κάτω από το στέγαστρο του σταθμού.

Ρίχτηκε στη δουλειά μα κάθε τόσο ξέκλεβε μια ματιά προς τη μεριά της θάλασσας. Του φάνηκε πως είδε καλογυαλισμένες τις φεγγαρένιες ράχες των ψαριών. Και αν τον γελούσαν τα μάτια του, δεν πειράζει αφού όλη η νύχτα στο σταθμό των διοδίων, του ψιθυρίζει την αρχαία λέξη θάλαττα, θάλαττα. 

Και είναι ετούτο, το περισσότερο που μπορεί να ελπίζει.


Άγριος Μάραθος

Τίποτε δεν έλειπε από το τραπέζι του αρραβώνα. Είχαν να λένε όλοι στο χωριό για την τύχη της Ελένης. Της περίσσευε η ομορφιά και έτσι δεν λείψανε οι προτάσεις. Μα καμιά δεν έμοιαζε με αυτήν εδώ. Κυρία Βιομηχάνου, “θα ‘χεις και κάρτα προσωπική, αγάπη μου”, της είπε ο Αχιλλέας  και εκείνη που ‘θελε να ξεφύγει από το πλυσταριό, ψέλλισε το ναι με όλη την καρδιά. Τα’πανε, τα συζητήσανε και συμφωνήσανε πως την τελευταία Κυριακή του Μαγιού θα δώσουν το λόγο, ως είθισται. 

Ο μπαμπάς της Ελένης τα προσέχει πολύ αυτά. Λένε πως κάθε Τετάρτη, παίζει τα ρέστα του κάτω στην πόλη, μα όλοι του συγχωρούν ένα κάποιο πάθος, μια αδυναμία. Άνθρωπος είναι και αυτός και έχει χηρέψει είκοσι χρόνια τώρα. Πώς να τον καταδικάσεις; Τον νοιάζει τι λένε για εκείνον και συχνά επαναλαμβάνει, “μες σε τούτο τον κόσμο ζεις, να σε νοιάζει”. 

Η μέρα φτάνει, ήρθε, νά τη. Η Ελένη φάνηκε με το φουστανάκι της το καλό. Είχε ζωγραφισμένα μικρά τσαμπιά λεμόνια και ανθάκια λευκά και κίτρινα, στόλιζαν το μπούστο, κάτω από το δαντελένιο γιακαδάκι. Είχε δέσει τα μαλλιά της ψηλά, θαρρείς πως είχε ξεμυτίσει από κανέναν πίνακα. Την άφησε η κορνίζα έτσι όμορφη που ‘ταν, “εσένα δεν σου πρέπει η φυλακή”, της είπε και λύθηκαν ευθύς όλοι οι ξύλινοι αρμοί της. Σε λίγο έφθασε η οικογένεια του γαμπρού. Κοιτάξανε τριγύρω, κάπως υποτιμητικά, θεώρησε η Ελένη. Μα δεν της καιγότανε καρφί , ίσιωσε το φόρεμά της και κρέμασε από τα αυτιά της δυο σκουλαρίκια σταγόνες που την κολάκευαν. 

Φάνηκε στην πόρτα και υποδέχτηκε τους καλεσμένους. Τελευταίος μπήκε ο Αχιλλέας και φιλήθηκαν κλεφτά. Κάθισαν να πάρουν το τσάι τους και να πουν δυο λόγια. “Καλός ο δρόμος”, “γίνονται εργασίαι σοβαραί”, σχολίαζε ο μπαμπάς, “οι κατασκευαστές τη σήμερον είναι του χθες οι βασιλείς”, “τι ωραίο παραδοσιακό κουρτινάκι”, “τι λέτε; πλεχτό, με τέτοια ακρίβεια, με τόση χάρη;”, “ακούς Αχιλλέα μου, ακούς κορίτσι που σου ‘λαχε; Τι να τα κάμεις τα λεφτά”, έλεγε η “μητέρα” και με εκείνη την τελευταία λέξη, η καρδιά της σαν να ντράπηκε. Το χωμάτινο πάτωμα σαν να της φάνηκε άσχημο πολύ και των πουλιών τα κλουβιά μια ματαιότητα. Οι τοίχοι πέφτανε πάνω της, δεν είπε τίποτε. Η “μητέρα” της θύμισε εκείνη τη γυναίκα την τρομερή του Διονυσίου Σολωμού. Θυμήθηκε το βιβλίο εκείνο, τη μυρωδιά των σελίδων του, όλα τα ‘φερε στο νου της. 

Είπαν να φάνε, οι γυναίκες τρέξανε στο κουζινάκι και σε λίγο άρχισαν να καταφτάνουν τα εδέσματα. Χοιρινό και φέτες μοσχαριού πασπαλισμένες με κρασί και μάραθο, κόκορας με χυλοπίτες χειροποίητες και κόκκινο κρασί. Ζεστάθηκαν οι καρδιές, μονάχα της Ελένης είχε παγώσει. Και δεν σάλευε, μήτε ανταποκρινόταν στα χάδια του Αχιλλέα, μόνο που έτρωγε μηχανικά και βιαστικά. Οι άλλοι την κοιτούσαν με απορία μα δεν έλεγαν τίποτε. Τι να τους πει δηλαδή, πως “δεμένη ούσα την κτυπούσαν , ωσάν με σημάδι, πυκνάς σαίτας”. Τι να εξομολογηθεί πως “το σώμα της γίνηκε αοιδίμου ως εχινός, πεπυκνωμένον από τα σαίτας”. 

Και επειδή αυτά δεν λέγονται, σηκώθηκε από τη θέση της. Χαιρέτησε ευγενικά, “μητέρα, πατέρα”, υποκλίθηκε και φίλησε στα χείλη τον Αχιλλέα. Του ψιθύρισε, “έλα να με βρεις μια μέρα κάτω στην πόλη” και εκείνος που κατάλαβε πως μες στην Ελένη ζούσε μια αδάμαστη ψυχή, πέταξε την ασπίδα του χάμω στη γη. 

Τώρα η Ελένη τραγουδάει στα μαγαζιά της παραλίας. Μένει στο καμαράκι της που ‘ναι γεμάτο από λουλούδια. Τα χρόνια την προσπέρασαν μα δεν μετάνιωσε ποτέ για εκείνη την επιλογή της που θα διαθέτει για πάντα θάρρος και μια λάμψη νεανική και ανεπανάληπτη. Δεν ξαναέφαγε ποτέ της χοιρινό και όταν μυρίζει τον μάραθο βάζει τα κλάματα. Τετάρτη και Σάββατο βρίσκονται με τον Αχιλλέα, παιδιά δεν κάνανε, μα κρατήθηκαν και οι δυο τους τόσο αθώοι.

Μια αχρείαστη ωδή για τον γέρο Ουώλτ

Για τον γέρο Ουώλτ, δυο λόγια έχω και εγώ να πω. Δεν θα κάνουν τίποτε στους άλλους, αφού μιλάνε για πράγματα που η κριτική έχει εξαντλήσει στο βάθος τους. Μα σκέφτομαι πως για να μην χαθεί κάτι μεγάλο, πρέπει να βρεις τη θέση του μες στην εποχή που ανατέλλει. Η μηχανική της ποίησης που αξίζει να διασωθεί πρέπει να βρει το πόστο της μες στον κόσμο της λογικής. Ο ίλιγγος της ζωής δεν πρέπει να χαθεί, με κάθε κόστος, δίχως καμιά ανταμοιβή, οφείλει κανείς να ριχτεί στον αγώνα, ενάντια σε κάθε αβεβαιότητα, σε κάθε αθλιότητα, σε κάθε μια φτηνή ετυμηγορία. Πρέπει κανείς να δοκιμάσει να βρει το προσωπικό του ύφος, μεταφράζοντας όσα έχουν να πουν τα χρώματα των διαττόντων που περνούν μέσα από τη φλέβα των ηλιοτροπίων. Δεν θα μπορούσα να το πω αλλιώς, δεν θα μπορούσα να μιλήσω για την ποίηση, που ‘ναι τόσο διαφορετική από κάθε άλλη τέχνη με  τρόπο διαφορετικό. Να μιλήσω για τις ψυχικές καταστάσεις και τις μυήσεις θα ‘ταν αδύνατο να το κατορθώσω με λέξεις καθημερινές και απλές. Για αυτό διαλέγω να σας μιλήσω για τον γέρο Ουώλτ με τον τρόπο το δικό του, γεμάτο ωμή και ανόθευτη ομορφιά που σηκώνουν ψηλότερα το αίσθημα. Για αυτό διαλέγω να σας μιλήσω για τον γέρο Ουώλτ μέσα από τις θύελλες της αιωνιότητας , με λάβαρο υψωμένο την παντοτινή του χαρά. Πώς αλλιώς θα το μπορούσα να σας πω για αυτόν που φορά λουλούδια οβολούς και γυρνάει τους κόσμους, έχοντας στη βάση των προθέσεων του ένα όραμα διόλου αντικειμενικά οργανωμένο, μια θέληση που την τρέφει το συναίσθημα. Ανάμεσα στις φιγούρες κάθε καιρού, υπήρξε κάποιος που φάνηκε ανθρώπινος, φορέας της ουτοπίας που ζητά να γίνει, πρώτη και τελευταία φορά, έκθαμβη πραγματικότητα. 

Ο Νίκος Καρούζος μίλησε για τη φωταγωγία του δευτερολέπτου. Με το ουρλιαχτό του έλυσε τους αρμούς του κόσμου και ευθύς όλα αποκαλύφθηκαν δίχως καμιά εξήγηση. Και ο Κύκλωπας που μέχρι τότε τριγύριζε τυφλός και μόνος, γίνηκε άνθρωπος, άνθος, θαύμα μικρό κλεισμένο μες στην φτωχική αυτοτέλεια του χορταριού. Τι σθένος και τι μυστήριο γέρο Ουώλτ, τι σθένος και τι μυστήριο που ήσουν, πριν τη βροχή του μέλλοντος και πριν από τα λόγια των άλλων. Πολύ πριν η ζωή ανταμώσει με την ειλικρίνεια της θέασης, πολύ πριν από αυτό, η τέχνη σου γέρο Ουώλτ, είπε για πάντα την αλήθεια.

Α.Θ