
Διάδρομος Ψαριών
Γιάννης Βαρβέρης
Αθήνα, 1955 – 25 Μαΐου 2011
Περίμενα να κάνει ησυχία, έκπληκτη να απομείνει η πόλη. Με τις πληγές της έτοιμες να ανοίξουν ξανά, χτίζοντας μες στο σκοτάδι εκείνη την λεπτότατη, προσωρινή κρούστα που θα χαλάσει το επίμονο άγγιγμα του πρωινού, τα σώματα του που συνωστίζονται σαν νότες μες σε πεντάγραμμα συγκλονιστικής μουσικής. Όχι, όχι αυτά τα κοντσέρτα, δεν είναι για τους πολλούς. Βλέπετε κάποιοι δεν αντέχουν το φευγαλέο και τον καθρέφτη, πάει να πει σαστίζουν εμπρός στις αποστάσεις, εκείνη η ηχώ του διθυράμβου, τίποτε δεν τους κάνει. Θα ‘θελαν λέει οι ζωές τους να ‘ταν επιγράμματα, απότομες κορυφές, η στιγμή που αξίζει να σωθεί, τίποτε περισσότερο. Και η θάλασσα που σβήνει τα ονόματα όλο και πιο μέσα θα τραβιόταν τότε, σαν από σεβασμό στο όλο απόγνωση μήνυμα.
Ένα τέτοιο έγραφε στον τοίχο. Ήταν ζωγραφισμένο με μαύρο βάμμα, ανάμεσα σε καταπράσινα θαυμαστικά και παλιές αφίσες. Προχώρησε, δεν συναντούσε κανέναν, επίμονα έπαιρνε άλλες κατευθύνσεις, έστριβε σε στενά που ‘χαν ονόματα παράξενα, αναμνηστικά κάποιου μεγάλου, φευ ανδρός. Όλα γίνηκαν σκόνη για να στέκει τώρα ετούτος εδώ ο δρόμος. Ώστε λοιπόν εδώ έρχεται να ξαγρυπνήσει την ελπίδα ο βραδινός μας θάνατος. Κοίταξε τριγύρω με ύφος τουρίστα.
Διέκρινε απέναντι του τη φιγούρα. Του φάνηκε γνωστό το ύφος, το βάδισμα κάτι ξύπνησε μέσα του. Λίγο αργότερα, όταν πια είχαν όλα εκμηδενιστεί τον αναγνώρισε.
“Μα τώρα πια που μπαίνει το καλοκαιράκι κι είναι σαφείς οι προοπτικές του μέλλοντός μας”, είπε εκείνος ο διαβάτης και ξαναγύρισε το πρόσωπό του προς την κατεύθυνση του ανέμου που δίχως λόγο σαρώνει αυτά εδώ τα ερείπια. Κάτι είχε προηγηθεί μα είναι θολά τα συμβάντα και το φεγγάρι παλιό όσο και ο χρόνος, είπαν.
Του θύμισε κάποιο σπάνιο πουλί, από εκείνα που αποδημούν από ήπειρο σε ήπειρο. Δεν γνωρίζουν πατρίδα, μόνο πετούν πάνω από τη θάλασσα. Στο αιώνιο ταξίδι τους πάνε αδιαμαρτύρητα. Όπως και οι ποιητές που ‘χουν πια παραδεχτεί την τρομερή τους μοίρα και όλο ξεμακραίνουν στην ανυποληψία του ρυθμικού αισθήματος.
“Κοίταξε εκεί”, ψιθύρισε σαν να μην ήθελε να ξυπνήσει τα ιδανικά μας. Γύρισε για να δει ένα πιάνο που δεν ήθελε πια κανείς. Επάνω του έφερε καλάθι με σύνθεση πλαστική λευκών και ολοπόρφυρων ρόδων. Όλα είχαν βουλιάξει μες στη ζάχαρη ενώ τη σκηνή επέβλεπε το λαμπατέρ με το σκουριασμένο λαιμό. “Σε λίγο, όλα θα τα πάρει με το μέρος της” , σχολίασε και στην αμέσως επόμενη σκηνή μια κίτρινη σκουριά εξαπλώθηκε πάνω στο πιάνο, στα πλήκτρα, τα ημιτόνια κυρίευσε και όλα τα κλειδιά τα χάλασε για πάντα.
Γύρισε να προβεί στην παραδοχή πως είχε δίκιο. “Το ανύπαρκτο θέλει τέχνη δραστήρια για να το αδράξεις”, ειπώθηκε. Ή του φάνηκε πως έτσι έγινε και ευθύς όλοι οι επιζήσαντες ξανάγιναν συντρίμμια μετεώρων ή κάτι τόσο απέραντο που δεν θα μπορούσε μα λόγια να ειπωθεί.
Δεν πρόσθεσε τίποτε περισσότερο. Περπάτησε ως την άκρη του δρόμου, το ταξί με τα νυσταγμένα φώτα έκανε την εμφάνισή του στο βάθος του φόντου. Το θέμα υπήρξε εξόχως δυναμικό, μια στιγμή αθανασίας. Δεν χρειάζονται πολλά μέσα, μόνον η πίστη στο γράμμα και το αίσθημα, στην τήρηση των αναλογιών, στους μηχανισμούς που ανασύρουν νησιά ολόκληρα και ναυάγια. Ποιητές της άγριας νιότης, μαιτρ της αφήγησης, επισκέπτες σε αποθήκη κλειστής βιομηχανίας υαλικών και άλλα παρεμφερή συνθέτουν τη θαυμαστή ετούτη μεραρχία.
Οι μόνες σχετικές μαρτυρίες του “πλήρους ναυαγίου” τους, δεν είναι βεβαίως, άλλο από φυσαλίδες, “σκουριά που θυμάται και ανεβαίνει”. “Ξάκρισμα” αισθητικό και πρόσφορο παπαδιαμαντικό.
Ήθελε να του πει να μην πάρει ταξί. Καλύτερα να περπατήσουν, πάει τόσος καιρός πια. Μα ο Γιάννης Βαρβέρης είχε κιόλας γίνει ένα διόλου συνηθισμένο σχήμα, μια ωραία μεταφορά. Ξεμάκραινε πια, κάθε ελπίδα είχε χαθεί, στης νοσταλγίας το κρεβάτι πήγαιναν για να αποκοιμηθούν στίχοι, λέξεις, χρώματα, σκουριές. Όλα φάνταζαν λυρικά, τρεμάμενα, μια υπέροχη αβεβαιότητα. Αυτό είναι όλο.
Χιονάτη
κάτι από
παραμύθι
Τρέξανε να τον βρούνε στις πιάτσες που συχνάζει. Κοίταξαν παντού, ίσως να βρισκόταν κάπου εκεί, ανάμεσα στις σκιές. Ρώτησαν τους φίλους, δεν ήξερε κανείς όταν ξαφνικά φάνηκε στο βάθος του δρόμου. Ερχόταν τρεκλίζοντας, είχε το παλτό του κρεμασμένο στους ώμους, η πρώιμη άνοιξη πάντα του ταίριαζε. Κάθε τόσο σταματούσε, χαιρετούσε τους φίλους, ίσως μια αγκαλιά με κάποιο από τα κορίτσια που γερνούν βιαστικά στις πιάτσες του μουσείου. Γερνούν πιο γρήγορα από την Πατησίων, πιο γρήγορα από τις πολυκατοικίες της αντιπαροχής, διαβαίνουν από τη ζωή τους πιο γρήγορα και όταν πια τα χρόνια φτάνουνε, δεν υπάρχει κανείς. Ο χρόνος των παιδιών που ποντάρουν στο τίποτε τις ζωές τους, απομένει άδειος όταν εκείνα φύγουν. Και πάντα φεύγουνε, κάποιο βράδυ στα Χαυτεία. Τους αναγνωρίζουν οι φίλοι στα νεκροτομεία. Τι τρομεροί που είναι αυτοί οι αποχαιρετισμοί, έλεγε πάντα η Ελένη. Από τότε που την γνώρισε την φωνάζει “Χιονάτη”, ίσως επειδή έχει ένα ολόλευκο δέρμα, σχεδόν διάφανο. Θα μπορούσε κανείς να κοιτάξει μέσα της, να δει τους μηχανισμούς της καλοσύνης και τις αθωότητες που παίζουν ανάμεσα στα πόδια του καιρού. Από τότε που τη γνώρισε ποτέ δεν έπαψε να την αγαπάει. Το ανύπαρκτο τη θέση του παραχώρησε σε μια αγάπη δίχως τέλος, δίχως όριο. Εκείνη απέμεινε η “Χιονάτη” , πάντα η πιο ωραία στους καθρέφτες της 3ης Σεπτεμβρίου, στο βάθος της κλειστής βιτρίνας η μορφή της, μες στο νου του, τις ώρες της παραίσθησης. Και πάλι κάτι νύχτες που τα στερητικά δεν του καίνε την καρδιά, νύχτες ατέλειωτες που όλα οι δυο τους τα ξαναλένε. Και ρωτούν όλους τους καθρέφτες της πόλης, για να κάνουν θρύψαλα εκείνον που δεν την λογαριάζει για την ομορφότερη.
Μα είναι λιγοστές αυτές οι μέρες. Και οι νύχτες ακόμη λιγότερες, αφού εδώ και καιρό αποφάσισε να μην επιστρέψει στο σπίτι τους. Η “Χιονάτη” θα κλαίει, κουλουριασμένη στον φθαρμένο, κόκκινο καναπέ της θα βάζει με το νου της το κακό. Και θα λυπάται και όλο θα κοιτάζει τις κοινές τους φωτογραφίες. Μια Κυριακή στην Αίγινα, τότε που ‘σαν ελεύθεροι, μέρες της Αμοργού και του Πλαταμώνα, καλοκαίρια πού πήγατε λοιπόν;
Δεν θα πάρεις απόκριση, Χιονάτη. Για αυτό μην αναρωτιέσαι πώς θα ‘ταν τάχα η ζωή σας, αν γίνονταν αλλιώς τα πράγματα. Τώρα εκείνος κεντάει πάνω στις φλέβες του μικρογραφίες του χαμού. Και εκείνη, με μια ρυτίδα κάθε μέρα περισσότερη, πεθαίνει όπως οι χώρες στα βιβλία, διακριτικά και αθόρυβα, σχεδόν πληκτικά και ανώδυνα. Το κορίτσι φοβάται πως από στιγμή σε στιγμή θα χτυπήσει η πόρτα. Και θα ‘ναι εκείνη, η μάγισσα με τις χίλιες και μία δόσεις της, έτοιμη να πάρει από την ίδια ότι καλύτερο. Δεν θα’ναι πια η Κατινίτσα του Βόλου και η Λέλα από τα Βούρλα, μα η θαυμαστή Χιονάτη των παραμυθιών, κάτι σαν το χονδροκόκκινο που κατήλθε εκ του ουρανού και που αποτέλεσε με κάθε τίμημα, τον διακαή τον πόθο της ζωγραφικής. Δεν θα πάρεις απόκριση Χιονάτη, λέει μονάχη της και η πίκρα ως απάνω στα χείλη της ανεβαίνει.
Κάποιος τον γυρεύει. Ρωτάει για αυτόν, έχει στο πρόσωπό του μια απόγνωση, κάτι το ειλικρινές. Τώρα μιλούν οι δυο τους και ο κόσμος τρέμει. “Η Χιονάτη έπεσε να πεθάνει Μίμη. Ήρθε μια γυναίκα τ’απομεσήμερο, την ξεγέλασε. Της είπε πως είχε κάποιο μήνυμα αγάπης από σένα την ίδια. Τόσο που σ’αγαπούσε η Χιονάτη δεν το συλλογίστηκε μήτε μια φορά. Άνοιξε την πόρτα και η γυναίκα που ‘σαν από ξένα μέρη, της χάρισε για αντίδωρο ένα κόκκινο, γινωμένο μήλο. Έμεινε μαζί της ώσπου να το φάει και ευθύς τότε η μικρή έπεσε σε ύπνο βαθύ. Μονάχα εσύ μπορείς Μίμη να την σώσεις, έλα, βιάσου, πάμε”.
Και τώρα οι δυο τους με δακρυσμένα τα μάτια όλο προχωρούν. “Εσύ ‘σαι λοιπόν το βασιλόπουλο που θα την περισώσει από τον εαυτό της. Μες στα βιβλία λένε πως εσύ θα την φιλήσεις και τα μάγια θα λυθούν”. Δεν περιμένει άλλο, ψιθυρίζοντας το όνομά της ξεχύνεται στις λεωφόρους.
Τώρα βρίσκεται στο πλάι της. Μες στο σπίτι ξεγλιστρούν οι σκιές και δεν υπάρχουν χέρια, αγκαλιές δεν υπάρχουν για να τις κρατήσουν όρθιες. Της χαϊδεύει τα μαλλιά, ένα φιλί στην άκρη των χειλιών, απάνω ακριβώς στη ραφή της επιθυμίας. Ο άνεμος χορεύει ενώ η Ελλάδα γερνά με χλαμύδες και γουόκμαν και με σπασμένα βλέμματα από κούρους ανεπανάληπτους και κορινθιακές κόρες.
Πάνε χρόνια από τότε. Ο Μίμης επέστρεψε στις πιάτσες του. Τώρα βάφει γαλάζια τα βλέφαρά του, λέει πως είναι κάποιος άλλος. Ίσως να τον ξέχασε για πάντα, ίσως τις Κυριακές του χειμώνα κάτι να επανέρχεται στη μνήμη του μα ετούτη η νοσταλγία κρατεί μονάχα όσο κυλούν τα μιλιγκράμ μες στο αίμα του. Η Χιονάτη δεν μπόρεσε να κρατηθεί στη ζωή. Ξεγλίστρησε μέσα από τα χέρια του, σαν την πρωταγωνίστρια που διατρέχει απέραντες σειρές φιλμ και επιμένει σε ένα όνειρο που δεν έχει όμοιό του. Τώρα πια οι δυο τους δεν μοιράζονται τον ίδιο άσχημο κόσμο. Όσο για τον Μίμη, όσοι γνωρίζουν την ιστορία του, λένε πως τα μάτια του κλείνουν εντός τους δυο ματωμένους νάρκισους. Μες στη δαπάνη του την αλόγιστη, κάποτε συναντά τα αποσυναρμολογημένα κομμάτια της ζωής τους. Είναι, λοιπόν η Χιονάτη ολάκερη η θεολογία και η ποίηση του κόσμου που γράφεται ερήμην της ; Κανείς δεν θα το πει. Την αλήθεια την ξέρουν μόνο τα ποιήματα που σου μιλούν νωρίς το πρωί, τα ποιήματα με το ασυλλόγιστο και το απροσμέτρητο θάρρος τους.
Τώρα ο Μίμης δουλεύει βάρδιες στα ανθρακωρυχεία. Λιπαρό κάρβουνο, κομμένο λάδι και θειάφι, έγραψε ο Δήμου για την ξενιτιά. Δεν διαφέρει για κανέναν αυτή η απάνθρωπη δουλειά. Για τον ουρανό μήτε κουβέντα, μόνο μια ευαισθησία μηχανική παντού στον κόσμο. Καμιά φορά η Χιονάτη φαντάζει ένα φως που μακραίνει, κάτι το άφταστο και το ιδανικό. Μα είναι αργά πια και στο τραγούδι το λέει καθαρά πως “τα καφενεία όλα κλειστά”. ΣΤΟΠ.
Απόστολος Θηβαίος
