
Ποτέ δεν έγραψα ποίημα γιατί έπρεπε. Ούτε παραμύθι. Βασικά τίποτα δεν γράφω γιατί πρέπει. Ακόμα κι’ αυτό το μυθιστόρημα, που έχω ξεκινήσει και κάποιος μου είπε να κάθομαι μια ώρα την ημέρα να γράφω κάτι.
Δεν μπορώ να τραυματίζω τις λέξεις. Περιμένω να με βρουν οι εικόνες, οι μυρωδιές, ο πόνος στο στήθος, οι ανάσες των άλλων, οι αλήθειες τους στα μάτια μου, για να τις κάνω λέξεις.
Βλέμματα που μένουν, που λείπουν, φωτεινά, σκοτεινά, φοβισμένα, δειλά, οργισμένα, θρασύτατα που αφήνουν χαρακιές μέσα μου.
Βλέμματα απαντήσεις δικές μου, που αποτυπώνω στο χαρτί, για να μην ξεχάσω τα δικά τους. Κάποιες χαρακιές δεν τις προλαβαίνω και γίνονται ουλές. Στο σώμα, πιο βαθειά, πιο βαθειά. Στο χαρτί τις ξορκίζω . Σαν να κάνω μια συμφωνία μαζί τους. Εσείς θα μείνετε ορατές κι’ εμένα δεν θα με πονάτε πια. Δεν πετυχαίνει πάντα. Όμως επιμένω με πολύτιμες συνταγές, με πανάκριβες αλοιφές, επιμένω να θέλω να εξαφανιστούν. Λειαίνονται, αλλά κάποιες πονάνε ακόμα. Δεν με φοβίζουν τόσο αυτές, έμαθα να τις κοιτάζω στα μάτια. Με ενοχλούν όσες περιμένουν στη γωνία, οι μουλωχτές, αλλά τα χρόνια που συσσωρεύονται, φέρνουν και δώρα. Υπομονή, επιμονή, καρτερικότητα, ευγνωμοσύνη.
Γιατί είμαι εδώ, γιατί εκπαιδεύομαι να βαδίζω έστω με ανατομικά παπούτσια, έστω με κρυμμένα τα πέδιλα του σκι, έστω αποφεύγοντας τα σκαλοπάτια. Τα δωδεκάποντα δεν τα έχω πετάξει. Τα χαρίζω λίγα, λίγα σε πόδια τολμηρά, βιαστικά, ανυπόμονα, θαρραλέα, αλλά προηγουμένως τα δοκιμάζω μπροστά στον καθρέφτη και κάνω μερικά βήματα βαλς.
Ισως μια μέρα, σκέφτομαι, να μπορέσω ν’ αντέξω έναν ολόκληρο χορό. Ας μείνει ένα ζευγάρι ακόμα.
