
Αυθεντικά
σημείωμα για τη συλλογή διηγημάτων
“Ο Πιερ, ο Έκτορας και ο Λόρδος Μπάϋρον”
του Ματθαίου Ζευγόλη
από τις εκδόσεις
Απόπειρα
Η λογοτεχνία που μιλά για το σθένος και το μυστήριο της ζωής δεν αρκεί να έρθει κοντά στην πραγματικότητα, αλλά πρέπει να συγκινεί, να γυρέψει την ομορφιά. Σε καμιά περίπτωση δεν χρειάζεται να υπηρετεί έναν σκοπό, έξω από την ωφέλεια της ανθρώπινης ψυχής που αντικρίζει εμπρός της όσα δεν θα φτάσει ποτέ. Χαρακτήρες θυελλώδεις, τρομεροί έρωτες, μικρά και μεγάλα δράματα, σε αναρίθμητες σκηνοθετικές συγκυρίες. Η πατρίς που δοκιμάζει τις αφομοιωτικές της πρακτικές και βαπτίζει στο όνομα του νεοελληνικού πολιτισμού της τον νεαρό Θωμά στην ιστορία που περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων, στη συλλογή του Ματθαίου Ζευγόλη.
Πρόκειται για το βιβλίο “Ο Πιερ, ο Έκτορας και ο Λόρδος Μπάϋρον, διηγήματα”, όπως τιτλοφορείται η συλλογή των εκδόσεων Απόπειρα που επαναφέρουν τη λιτή και ουσιώδη γραφή του Απεραθιώτη συγγραφέα, γλύπτη και μουσικού. Κάποιος μας χαρίζει ένα απέραντο πιθανολόγιο. Ζωές που υπήρξαν, στιγμές δικές μας, ένα άπειρο, στιγμιαίο θέατρο που σαρώνεται από τα κυμάτια του ονείρου. Ο ποιητής ίσα που προλαβαίνει να περισώσει το σπόρο της τέχνης που απλά συμβαίνει, όπως η ζωή. Μες στη βαθιά κατάνυξη των πραγμάτων, κάποιος γυρεύει τη ρωγμή που αφήνει το φως να μπει. Το μουσικό κουτί με τις ιστορίες θα αρχίσει το τραγούδι του. Κάθε φορά αλλιώτικο , μια λούπα εις τους αιώνας των αιώνων. Καθώς τ’αγγίζει η γραφίδα του Ματθαίου, ευθύς λάμπει το πλεόνασμα της εικόνας που καμιά πραγματικότητα δεν εκπληρώνει, δεν στοιχειοθετεί. Ιστορίες νοσταλγικές , “ρεκλάμες με μεγάλα κόκκινα γράμματα” στο δρόμο που νυχτώνει.
Στοιχεία μιας ανάμνησης που βρίσκει τον τρόπο με τη συγκαλυμμένη της συγκίνηση να ζωντανέψει τις ρευστότατες μορφές του εξωφύλλου. Η Μαρουσώ Λαουράκη και ο ίδιος ο συγγραφέας υπογράφουν το παράξενο τοπίο, τον άνθρωπο με τη ρεντικότα που ποζάρει εμπρός στ’απόκρημνο. Κομμένη φωτογραφία, αποσπασμένος ουρανός, υπέροχα σπαράγματα και ο κόσμος του αμετάφραστου που δεν αξιολογείται, μήτε εκτιμάται. Μονάχα νιώθεται, με το σύννεφο στο βάθος να ‘ ναι παλιότερο και από φεγγάρι και η ποίηση σαν πνεύμα να μας προσεγγίζει όταν πια όλα τα ‘χουμε λησμονήσει.
Ο Ματθαίος Ζευγόλης που διανύει μια απόσταση από την ποίηση ως το διήγημα αδράχνει το ανύπαρκτο μέσα από τους κύκλους της ζωής. Και αυτό χρειάζεται μια τέχνη ευαίσθητη, το αίσθημα και την ατμόσφαιρα να τα διαμορφώνουν οι ρυθμοί, οι άλλοι που αντηχούν σε υπόγειους θαλάμους. Ο καθένας γνωρίζει σαν ένστικτο, σαν τη βροχή και το χιόνι, αυτά τα πράγματα που ζωντανεύουν τ’ανυπόστατο της ποίησης. Πριν από χρόνια, κάποιος αρχαίος σαν πέτρα και σοφός, είπε, πως είναι επώδυνη διαδικασία να συλλάβει κανείς έναν άγγελο. Και όμως ο Ζευγόλης έναν τέτοιο, έκπτωτο, νεαρό θεό σμιλεύει σε κάθε του ιστορία. Εργάζεται πάνω στην οικονομία των λεχθέντων και εκεί που θέλει ο χρόνος να διαβεί μέσα από τις σελίδες, από τις καρδιές μας μέσα, εκεί ακριβώς ξυπνά με ένα θρόισμα χρόνια κυματιστά. Κοντά σε εκείνο που αγάπησες ή πάλι μακριά θα σε πάει ο καιρός, μην τ’αρνηθείς. Και αν το μπορείς κάνε το ιστορία, μια θάλασσα θαμπωτική. Απάνω της να καθρεφτίζεται η ζωή με τα ασημένια της τα λέπια, ίδια με πελώριο ψάρι της αβύσσου, των διαδοχικών στρωμάτων που συνθέτουν τις επιφάνειες. Αν το μπορείς κάνε το σαν τον Ματθαίο Ζευγόλη που με λίγες μόνο λέξεις ανάβει ένα τόσο δα κεράκι. Και όλα φωταγωγούνται με τη λάμψη ενός ηφαιστείου, με τη λάμψη της αλήθειας.
Είκοσι εννέα ιστορίες περιλαμβάνει η έκδοση της Απόπειρας. Είκοσι εννέα απόπειρες να σταθεί όρθιος ένας κόσμος. Σαν το νησί υψώνεται, με κάβους και με ανθισμένους γκρεμούς κάθε φορά η πραγματικότητα. Ο συγγραφέας είναι πρωτίστως ζωγράφος. Στην παλέτα του διαθέτει μια απέραντη γκάμα χρωμάτων, μα σε όλα η βάση δεν είναι άλλο από τη νοσταλγία. Τη βρίσκεις στα παλιά σινέ που κλείσανε μέσα τους τη νιότη μας, αυτά που κατεβάσανε τις μαρκίζες τους. Πέτρες του παραμυθιού οι ιστορίες του Ναξιώτη δημιουργού, να μην χαθεί ολότελα ο δρόμος προς τη μαγεία της αφήγησης που βρίσκει τον τρόπο να κατορθώνεται δίχως κόπο, σαν τον άνεμο που γλιστρά από τα χέρια των αγαλμάτων. Θα μπορούσα να βρω και άλλους τρόπους να πω το απερίγραπτο μα είναι μάταιο να θέλει κανείς να ορίσει το κόκκινο χρώμα, τη νύχτα, το δάκρυ και την παράφορη αγάπη.
Διαβάζω από την αρχή την ιστορία με τίτλο “Λόρδος Μπάϋρον”. Αίθουσα σχολική, οι μέρες του Έθνους σε πρώτο πλάνο καθώς η χώρα γυρεύει αιωνίως την πιο αθάνατη ώρα της. Μια αγάπη εφηβική που θα παραμείνει ανεκπλήρωτη. Η ζωή επιβάλλεται και έτσι εκείνα τα παιδιά που ήξεραν πως ήταν αγάπη αυτό που τα έδενε ξεμακραίνουν. Ίσως μες στο νου τους να κρατιέται όρθια μια τόσο πικρή σκέψη. Ίσως οι δυο τους, καθένας για τον εαυτό του να έχει κιόλας παραδεχτεί πως ήταν αδύνατο να ζήσει στο ύψος ενός τέτοιου έρωτα. Στερεωμένη η ζωή τους πια, τόσο απόμακρα εκείνα τα χρόνια. Τι ξένα εκείνα τα παιδιά που φωτογραφίζει για πάντα ο Ματθαίος. Σε ένα φινάλε κινηματογραφικό ο ενήλικας πια Θωμάς αποφασίζει πως κάτι από το ποίημα μπορεί ταξιδέψει. Αποφασίζει να πάρει πίσω τα χρόνια της αθωότητας. Ένας στίχος μπορεί να τα ξυπνήσει όλα. Προορίζεται για εκείνη που ‘ναι πια μια μεγάλη γυναίκα. Η ομορφιά που κρατήθηκε όρθια, σαν ένα στοιχείο μες στον κόσμο, θα ακουστεί σαν του νερού τον ψίθυρο , σαν το μουρμουρητό μιας πηγής π’αναβλύζει μέσα μας. Θα πει την τελευταία λέξη στην ιστορία του συγγραφέα, που αποδίδει στα πρόσωπα και τα πράγματα μια ταπεινή αθανασία.
Ο Παπαγιώργης στον Ίμερο του γράφει πως ο έρωτας είναι ένα δράμα δίχως λύση. Συνιστά ευχή και νόστο, όχι δυνατότητα. Και οι αποπροσανατόλιστοι άνθρωποι του ίμερου καταδικάζονται ως νοσταλγοί ενός τόπου που δεν υπάρχει”. Εκεί θα συναντηθούν κάποτε ο “Μπάϋρον” και η Αναστασία, τότε που κάθε τους τραύλισμα θα ‘ναι ένας στίχος, κάτι από το αθέατο που μέχρι τότε δεν τους είχε φανερωθεί. Κανείς δεν ξέρει αν κάποτε οι μοίρες τους δεθήκανε. Άλλωστε αυτό ‘ναι το είδος της ομορφιάς το ουράνιο, το περίσσευμα της κατοικεί τους δρόμους μιας πολιτείας που αρκεί ένας μορφασμός, ένα σχήμα του λόγου για να πετάξει με τις μαρκίζες και με τους ανθρώπους, με την απροσδιόριστη πανίδα των τσιμεντένιων θηρίων της.
Ετούτη την ιστορία του Ζευγόλη την ξεχωρίζω, όχι γιατί προικίζει τον τίτλο της συλλογής διηγημάτων των εκδόσεων Απόπειρα. Μα γιατί καταφέρνει να εξάγει από τα φαινόμενα όλο το πένθος και την πίστη της αγάπης, όλη της την ανάγκη της να αφηγηθεί, στέργει. Κάπου στην ιστορία όλα μεταμορφώνονται σε έναν στοχασμό τόσο θαρραλέο και τραγικό μαζί, έτσι όπως εκπρόθεσμα δονεί η συνείδηση την άμοιρη ψυχή μας. Και ο συγγραφέας δεν ατενίζει απλώς την ομορφιά του μύθου μα τη ζει μέσα από την ευγνωμοσύνη της ζωής. Την αφήνει να βγει στον κήπο με τα άνθη των λέξεων, αναρίθμητα και μυριστικά, σκέτη σαγήνη. Το μέτρο της διδάσκει και τη στάθμη που κρατάνε όρθιες τις ζωές μας.
Κάτι φτωχές καρδιές, ανταμώνουν με το θεό τους μες στις ιστορίες του Ζευγόλη ή γερνούν σαν τον Βύρωνα της ιστορίας μες στα ατέλειωτα τα σαββατόβραδα τους. Είναι κάτι περισσότερο από μια έντιμη λογοτεχνία αυτή που συνθέτει με συνέπεια και ατμόσφαιρα η γραφή του δημιουργού. Σε μια γωνιά της στέκει κρυμμένο το μετέωρο, κάπου αλλού η συνενοχή και η μοναξιά μας. Όλα σμιλευμένα πάνω στο ρετάμπλο της ζωής που τα αφηγείται όλα, καθώς ο δημιουργός φτάνει ως μέσα στο γίγνεσθαι του βίου. Η λέξη μπορεί και εκφράζει πολλά περισσότερα, η λέξη ένα νόμισμα ακέραιο, ψωμί που παίρνεις από χάμου, όπως το ‘γραψε ο Άγρας.
Και τις άλλες τις ιστορίες τις αγαπώ. Μα αυτή που σας λέω, καταφέρνει και ανασυνθέτει έναν λαϊκό, οικείο λυρισμό που σε όλες τις εκδόσεις του Ζευγόλη δηλώνει παρών. Και ομορφαίνει κάθε παλιά και νέα ιστορία του από τούτα τα ακριβά, τα κατά Ματθαίον. Με την γνώριμη τη σιωπή της συγκίνησης να αρχινά από εκεί που καίγεται η ιστορία.
“Ο Πιερ, ο Έκτορας και ο Λόρδος Μπάϋρον” του Ματθαίου Ζευγόλη. Από τις εκδόσεις Απόπειρα. Και οι ψυχές αθεράπευτα να πλήττονται, όταν οι λέξεις σοφά βαλμένες κινούν τις τροχαλίες της συγκίνησης. Τότε, μόνο.
Επίμετρο
Εις μνήμην Τ. Παπατσώνη, Τώνιας Μαρκετάκη
Τ. Παπατσώνης
1895 – 26/7/1976
Σοφία
Ἐφθάσαμε ἔτσι λίγο-λίγο στὴν γυμνότητα,
ἕνα-ἕνα ἀποδυθήκαμε τὰ περίφημα προβλήματα,
τὰ πολύχρωμα, τὰ βύσσινα, τὰ πορφυρά τῶν γοητειῶν,
καὶ μόνον τώρα, μολονότι κάποιος φόβος κι ἀπὸ πρίν,
κάποιο προμήνυμα, μᾶς ἔλεγαν τί μᾶς προσμένει,
ὅμως, μονάχα τώρα, οἱ γυμνωμένοι
εἴδαμεν, ὅτι χοῦς ἐσμέν. Ἄθλιας ἐπίγνωση
σοφίας. Ἔνδεια σημερινή. Βραδύνοια τῆς χθές.
Δουλειά μας τώρα νὰ τὴν ἀναγάγωμε σὲ θρίαμβο.
Τον λησμονήσαμε και αυτόν. Πού να χωρέσει ανάμεσα στις μουσικές, πώς να αναμετρηθεί με το θάμπος του Ιουλίου; Εκείνος φαντάστηκε την ανημποριά μας και άφησε σπαραγμούς απάνω στο χαρτί. Συνειδήσεις ακέραιες να συνοψίζουν με τρόπο ανεξήγητο το μικρό εκείνο θαύμα του αφάνταστου και του αδιανόητου.
Τέτοιοι και είναι ετούτοι οι στίχοι που σημαίνουν χρόνο περαστικό, χρόνο που επιβάλλεται μες στην πολυκύμαντη πανίδα της ζωής μας. Χρόνο που μεταμορφώνεται σε έμψυχο κομπάρσο της ζωής μας και στέκει εμπρός μας, πελώριος και αδηφάγος, χρόνος πανδαμάτωρ. Πίσω , μες στις στάχτες του βίου μας οι εξοχές που περάσανε ανεπιστρεπτί.
Να δούμε λοιπόν πώς τάχα μπορεί κανείς να πραγματώσει αυτό που γράφει ο Τάκης Παπατσώνης. Να δούμε τώρα πώς τάχα ντύνει κανείς με δόξα όλες αυτές τις σημασίες. Εδώ μπαίνει η ποίηση, το έργο και η μνήμη μες στο εσωτερικό της γλώσσας, εδώ ο χρόνος ο παλιός και λεπτομέρειες της ζωγραφιάς, όπως “τα πορφυρά των γοητειών” και “των αλόγων τα τεράστια ματόκλαδα”.
Τον ανεβοκατεβάζει από τα πηγάδια η ποίηση του Παπατσώνη, τώρα που χάνεται ο οίστρος και φέγγει πέρα μια θάλασσα, τραγική αφάνταστα.
Τώνια Μαρκετάκη
28/7/1942-26/7/1994
[…είχα ένα αγόρι, έναν άγριο άνεμο, ένα ποτάμι που έγινε αναφιλητό. Αρλέτα…]
Το γράφει καθαρά. “Τιμή δεν έχει η αγάπη, τιμή δεν έχει και η ζωή”.
Και δεν είναι που το λένε τα ποιήματα, μα ετούτη η ενστικτώδης η συναίνεση σε αυτό το δώρο τ’ανεκτίμητο που γλιστρά και πάει. Αυτή ‘ναι που επισύρει το δίκαιο.
Δεν είναι που το σιγοτραγουδά ένα κορίτσι στο σπίτι του γιαλού και ευθύς εκείνο μεγεθύνεται.
Η αλήθεια των λεγομένων, αυτή ‘ναι βεβαίως που συνομιλεί με την αιωνιότητα.
Αυτή που’ναι άπιαστη, σαν τον κορυδαλλό, διάφανη σαν μεσημέρι. Αυτή που μοιάζει με την αγάπη, επειδή είναι εξίσου ακατόρθωτο να την κρατήσεις όρθια μες στης ζωής σου τους σταθμούς.
Η Τώνια Μαρκετάκη που ξεγλίστρησε αιφνιδίως, δραπέτισσα του ονείρου, συλλογιζόταν βαθιά και ήξερε πώς και με τι λόγια να ξυπνήσει τις λεπτές χορδές της καρδιάς και του στοχασμού μας. Τσακισμένη η ζωή τι αδύναμα που λάμπει, μα ακόμη και στη λάσπη πώς ξεχωρίζει Θεέ μου, πώς. Με την τιμή της, την ανεκτίμητη, ίδια ποίηση. Με το δράμα της που συνοψίζει, χρόνο και φέρσιμο.
