
Η συνήθεια που τίποτε δεν κάνει
στις πιο μεγάλες μας στιγμές,
τις πιο τρυφερές.
Πρόσωπα
Χάρρυ Κλυνν
Βασίλης Τριανταφυλλίδης
7 Μαΐου 1940 – Καλαμαριά, 21 Μαΐου 2018
Ουγκάγκα μπουμ μπουμ
[…φυσικά το ομώνυμο τραγούδι στα ηχεία. Με τη φωνή του Κλυν, αυτού του “Τζέι Αρ” που παραγγέλνει από το τζουκ μποξ το καταλληλότερο τραγουδάκι , μόνο για μας…]
Χρειάστηκαν αρκετά χρόνια για να μεταφράσω το απαιτητικό δίστιχο. Το ‘χα λησμονήσει παντελώς και αν δεν ήταν που σαν σήμερα ο αξεπέραστος Χάρρυ Κλυν , κατά κόσμον Βασίλης Τριανταφυλλίδης επέρασε στο πάνθεον του νεοελληνικού θεάματος μήτε που θα το επανέφερα στη μνήμη μου. Ίσως φταίει που όπως και οι παλιότεροι, έτσι και εγώ σκάρωσα ένα δικό μου δίστιχο που στέκει αμετάφραστο. Μα πώς να κάνω αλλιώς, πώς να παλέψω τούτη τη σκέτη τη δαπάνη. Σπέρνω πάνω στο ασύλληπτο για να θερίσω ήλιους και αισθήματα.
Θυμάμαι πού το ‘χα πρωτακούσει εκείνο το τραγουδάκι. Το παίζανε τα ραδιόφωνα και ήταν εύθυμο πολύ, θυμάμαι. Χρόνια μετά κατόρθωσα να συλλάβω την πίκρα και την περισυλλογή του για τον κόσμο που όλα μας τα κρύβει, ζητώντας από εμάς ότι καλύτερο μπορεί να διαθέτουμε.
Μόλις το άκουσα, έτρεξε στη μάνα μου. Την βρήκα στην κουζίνα, γερνούσε πάνω από τον νεροχύτη. Σήμερα ανήκει πια στις τάξεις των παντοτινά χαμένων πραγμάτων. Της το ‘πα τραβώντας μια στάλα τη φωνή μου, έτσι για να μοιάζει με το τραγουδάκι. Τη θυμάμαι σαν τώρα που σκούπισε τα χέρια της στην ποδιά και έπιασε το πρόσωπό μου. Πολύ που το χάρηκε το τραγουδάκι αυτό, τόσο που γίνηκε αναμεταξύ μας κάτι σαν μυστικός κώδικας, σήμα κατατεθέν που λένε.
Κάθε φορά που βρισκόμασταν, θα φροντίζαμε να το ανακαλέσουμε στη μνήμη μας, έτσι να ανάψουμε με μια στάλα νοσταλγία τα άλλα, τα μυστικά της νυκτός φανάρια. Εκείνη μου ‘λεγε με στυλ και πόζα κοριτσίστικη, “Ουγκάγκα μπουμ μπουμ χι γκαπα-γκουμ ντιριλί γκαγκά” ή πάλι σοβαρά με ύφος περισπούδαστο, πολιτικού πρωτοκλασάτου με προοπτική υπουργική. Και εγώ, ολότελα φυσικά, αποκρινόμουν , “αούγκιγκι αούγκιγκι μπάκαλα γκαουγκαγκά”, πάντοτε εις διπλούν και με σοβαρότητα αντιστρόφως ανάλογη της περιστάσεως.
Και άμα πέρασαν τα χρόνια, στα απελπισμένα δίχως λόγο τηλεφωνήματα από τη μακρινή θητεία, όταν μες στη νιότη σου, κάθε τι φαντάζει φυλακή, εκείνη μου ‘λεγε, “να θυμάσαι, Ουγκάγκα μπουμ μπουμ χι γκαπα-γκουμ ντιριλί γκαγκά”. Και εγώ με όλη την αγάπη του κόσμου που μονάχα να την υποψιαστώ μπορούσα, απαντούσα, “ αούγκιγκι αούγκιγκι μπάκαλα γκαουγκαγκά”. Και είχαν μια γεύση μελαγχολίας εκείνα τα απογεύματα της θητείας.
Όταν πια κατάφερα να βρω την πρώτη δουλειά, “ αούγκιγκι αούγκιγκι μπάκαλα γκαουγκαγκά” κάθε που η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Τις ώρες της μοναξιάς, όταν όλα στέκουν εμπόδια στο δρόμο σου, τώρα και τότε, “αούγκιγκι αούγκιγκι μπάκαλα γκαουγκαγκά”. Όταν αγαπάς και όταν μένεις μόνος, “αούγκιγκι αούγκιγκι μπάκαλα γκαουγκαγκά”. Να, τώρα δα είναι που την ακούω με τη χαμηλή της φωνή να επισημαίνει αυτές τις λέξεις που σημαίνουν τα πάντα και το τίποτε.
Τελευταία φορά μου τα ψιθύρισε στο κρεβάτι. Δεν είχε κουράγιο και η φωνή της έβγαινε με δυσκολία. Μα σαν πρόφερε τα μυστικά εκείνα λόγια, κάτι σαν χαμόγελο άστραψε στο βάθος της, κάτι που παρέμενε άσπιλο.
Σήμερα, κάθε που βρίσκομαι σε μια δύσκολη θέση ή όταν επιστρέφουν οι αναμνήσεις και η καρδιά μου ματώνει, εγώ προφέρω τα μαγικά, εκείνα λόγια. Χρειάστηκαν δεκαετίες προτού αντιληφθώ πως οι λέξεις αυτές τίποτε δεν σημαίνουν, πως ξόρκι στέκουν για να διώχνουν, λέει τ’άγριο και το τρομερό. Άλλοτε, εντός τους καθώς τις προφέρω συλλαβιστά, θαρρώ πως περικλείουν την ιδέα την ψηλότερη αυτού του κόσμου.
Μα θαρρώ πως όλα αυτά φθάνουν. Και αν κάπως η καρδιά μου σφίχτηκε, την κρισιμότατη ώρα, επαναλαμβάνω τα λόγια. Και ο Χάρρυ Κλυνν από το βάθος του παλιού αιώνα, μου κλείνει το μάτι. Κρατάει αγκαζέ τη μάνα μου και οι δυο τους γελούν με την αθωότητά της ανίκητη, γλαφυρή.
Να θυμάστε, σε κάθε δύσκολη συγκυρία, όταν όλοι οι δρόμοι κλείνουν εμπρός σας, στην ερώτηση που θα κρίνει το μέλλον ή τη ζωή σας και που δεν θα υπάρξει τελικά ποτέ, αν τάχα φανείτε απροετοίμαστοι, μνημονεύστε τον Χάρρυ Κλυνν και ευθύς πείτε τα λόγια. Δεν θα ‘χουν τίποτε να σας πουν, στα σημεία θα ‘χετε κερδίσει τη στιγμή. Όπως και μεγάλος Βασίλης Τριανταφυλλίδης κέρδισε την αθανασία.
Αν σας αμφισβητήσουν, να επιμείνετε. “Ουγκάγκα μπουμ μπουμ χι γκαπα-γκουμ ντιριλί γκαγκά αούγκιγκι αούγκιγκι μπάκαλα γκαουγκαγκά”. Να είστε εκφραστικοί για να πληρωθεί το βαθύ ετούτο νόημα που μας κληροδότησε ο εδώ και χρόνια χαμένος Κακουλίδης.
Σαν ραδιόφωνο
Ελπίδα
“Καμιά φορά”
Δεν ξέρω πώς ήρθε στο νου μου. Θα φταίει εκείνη η συνήθεια μου να περνώ τις νύχτες μου με τραγούδια. Αυτά είναι οι διάττοντες, που λένε, λόγια που ποτέ δεν θα ειπωθούν. Δεν ξέρω πώς, μα απόψε ήρθε στο νου μου η Ελπίδα, αυτή η μοναδική καλλιτέχνης από την ολόχρυση δεκαετία του ‘70. “Σε ευχαριστώ”, “Έφυγες και εσύ”, “Ντισκοτέκ” και τόσα ακόμη τραγούδια που σημάδεψε με την μαγική της φωνή.
Και έτσι, μες στη νύχτα κάποιας Πέμπτης, με φόντο το καλοκαίρι που μόλις αρχινάει, φέρνω στο νου μου τις μελωδίες που μόνον αποσπασματικά καμιά φορά επιστρέφουν. Δίχως προειδοποίηση, πάντα επιστρέφουν.
Καλησπέρα σας, στα ηχεία η Ελπίδα. “Καμιά φορά”. Για την Ελένη, για τ’ αδειανό πουκάμισο της νύχτας, έτσι, δίχως λόγο.
Σαν ραδιόφωνο
Σε ευχαριστώ
Μαρινέλλα
[…στο φόντο η Μπλανς που τρέχει σαν ποίηση μες στους δρόμους…]
Καμιά φορά σκέφτομαι πόσο δύσκολη και σκληρή ήταν η ζωή της Μπλανς. Τι και αν γίνηκε θέατρο, τι και αν λατρεύτηκε, με αυτό τι; Η Μπλανς Ντυ Μπουά υπήρξε μια σπασμένη πορσελάνινη κούκλα από εκείνες που ανακαλύπτει κανείς, απέραντα όμορφες μες σε ένα σορό από αναμνήσεις. Αγάπησε και μίσησε με όλη της την καρδιά και ταπεινώθηκε όσο κανείς για χάρη της. Η Μπλανς τις νύχτες τριγυρίζει στις έρημες λεωφόρους. Πλάι της περνούν νυσταγμένα τα λεωφορεία της Πατησίων. Κανένα δεν γράφει “πόθος”, όλα ετούτα τελειώσανε πριν από χρόνια. Η Μπλανς χαμογελάει ευγενικά στους περαστικούς που δεν θα μπορούσαν να φανταστούν πόσο ξένη νιώθει εμπρός στον εαυτό της. Όσα υπήρξε, όσα θέλησε ποτέ και όσα φοβήθηκε περισσότερο τις νύχτες, καθρεφτίζονται στη μορφή του που υπάρχει παντού. Να δείτε την Μπλανς, μες στις στροφές των τραγουδιών, ένα σκισμένο ρούχο, ένα κομμάτι τσακισμένου ουρανού και την ίδια στιγμή, έρωτας.
Σαν ραδιόφωνο
Προσωπικά
Ελένη Δήμου
“Προσωπικά”, λογαριάζω τα τραγούδια σαν μια παιγνιώδη και ίσως αθεράπευτα μελαγχολική ανασύσταση του ανεκπλήρωτου. “Προσωπικά”, απάνω στο ρεφραίν γίνομαι κομμάτια μα συνεχίζω. “Προσωπικά”, αφήνομαι στη θολή ανάμνηση που σπαράζεται από τη μοναξιά και νιώθω πως η νύχτα με συμπληρώνει. “Προσωπικά”, λογαριάζω τον ήχο της βροχής σαν την πιο σκληρή υπόθεση, όχι μονάχα ένα σύννεφο περαστικό, μα κάτι που νιώθεται. “Προσωπικά δεν έχω αίσθηση” μόνο μια ασυλλόγιστη, μάταιη επιμονή μαζί σου.
Πρόσωπα
Κ. Π. Καβάφης
[…στα ηχεία, “η ρωγμή του χρόνου”. Για τη δική μας Χιροσίμα…]
Μπροντέ και Σιμενόν και Μπαλζάκ και Ανατόλ Φρανς. Οι μαρτυρίες που διασώζονται μας επιτρέπουν σήμερα να υποθέσουμε όσα αγαπούσε να μελετάει ο Αλεξανδρινός. Ο Καβάφης στην Αλεξάνδρεια που διανύει τις τελευταίες, οικουμενικές της στιγμές, κατορθώνει να ενημερώνεται εγκαίρως για τις νέες τάσεις.
Μα είναι τις νύχτες, όταν ανάμεσα σε φίλους, ανακαλεί με λίγες λέξεις διαλεχτές, μια στιγμή έντονου πάθους, μια στιγμή συνειδητοποίησης που καθηλώνει. Και ακόμη περισσότερο όταν λυπάται τόσο για τον φίλο του που εχάθη, για τη νιότη που τώρα μες στο δειλινό της ζωής, φανερώνει το χρόνο και την απουσία, την τόση συντριβή.
Είναι αλήθεια πως όσα μαθαίνουμε για τις συνήθειες του ποιητή, συμπληρώνουν την εικόνα μας για αυτόν. Μα το ζητούμενο δεν ήταν ποτέ να ξεσφραγίσουμε τον κόσμο του, μα να διακρίνουμε τις μικρές και τις μεγάλες αφορμές, τα ερεθίσματα και τις συγκινήσεις που προσέδωσαν σε μερικά από τα ποιήματά του, την αίσθηση μιας κατάρρευσης, πάντα με αξιοπρέπεια και με έρωτα. Και με τη σοφία του που παραδεχόμαστε μες στους στίχους του, μες στην ποίηση που όπως το ‘γραψε ο Κακναβάτος, “εντοπίζεται, όχι στις επιφάνειες μα κινώντας μοχλούς”, λέει, “επεξεργασίας βάθους”.
Πρόσωπα
Μπόμπ Ντίλαν
24/5/1941
[…η απάντηση φίλε μου βρίσκεται στο τραγούδι του ανέμου και πουθενά αλλού…]
Δεν άλλαξε τίποτε το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας που κέρδισε πριν από μερικά χρόνια. Η κιθάρα του τον είχε δικαιώσει δεκαετίες τώρα μες στη συνείδηση του παγκόσμιου κοινού. Ο Μπομπ Ντίλαν γεννιέται σαν σήμερα το 1941 στο άσημο Ντουλούθ της Μινεσότα. Η ιστορία της μουσικής αναλαμβάνει να γράψει τις υπόλοιπες, χρυσές σελίδες. Εκείνο το παιδί με το μπλουτζίν και το λεπτό σακάκι, κόντρα στο χιονιά που πλήττει την Νέα Υόρκη έμελε να αλλάξει για πάντα τη μουσική με μια κιθάρα και μια φωνή βραχνή. Αυτή εδώ η ιστορία γεννήθηκε μέσα από τα τραγούδια του.
[…Ο Τζέι τριγυρίζει μες στους δρόμους γυρεύοντας το σκοπό της ζωής του. Ζητάει δουλειά όπου βρει κάποια κενή θέση, πίνει στιγμιαίο καφέ στις παμπ της πόλης, τα βάζει με την ασχήμια του κόσμου, με την παγωνιά της μοναξιάς. Μα δεν απογοητεύεται και βαδίζει δίχως φόβο ώσπου να συναντήσει τη μοίρα του. Οι καουμπόικες μπότες του, φθαρμένες και αυτές, κουβαλάνε είκοσι μονάχα χρόνια και μια καρδιά που είναι έτοιμη να φτερουγίσει. Μόνος αυτός ανάμεσα στους χρηματιστές του κέντρου, ένα ζώο παράξενο ανάμεσα σε όλη αυτή τη μυθική τελειότητα και τα εύκολα κερδισμένα δολάρια. Λίγο ακόμη και θα μοιάσει σε όλους αυτούς, αν δεν προσέξει. Χρωστά σε όλους ένα μεγάλο “ευχαριστώ”, στις χρεοκοπημένες μας καρδιές οφείλει ευχαριστίες, σε όλους αυτούς τους αγύρτες που παζαρεύουν τις ζωές μας, κάτι μεγάλο και ανεκτίμητο οφείλει. Βλέπετε όλοι αυτοί, κορίτσια της παντρειάς που γυρεύουν ένα παχυλό πορτοφόλι, θεατρίνοι και μασκαρεμένοι τύποι πίσω από φαρδιά, δρύινα γραφεία, ζητιάνοι και τεμπέλικα κορμιά κάτι του μάθανε. Έγραψαν για αυτούς πριν από δεκαετίες τόσοι πολλοί, μα είναι ένα άλλο πράγμα να συναντάει κανείς εμπρός του δίχως φίλτρα και προστατευτικά γυαλιά, τον ξεκούρδιστο κόσμο. Για εκείνον, η απάντηση τότε και τώρα και πάντα βρισκόταν στο τραγούδι του ανέμου που σφυρά το σκοπό του μέσα από τα πολυόροφα της Νέας Υόρκης, σε ένα μέλλον που μοιάζει με παρατεταμένο παρόν. Ω, ναι Τζέι, όσα χρόνια και αν περάσουν μην πιστέψεις ποτέ πως η απάντηση δεν βρίσκεται παρά στην απλή μελωδία που αφήνουν πίσω τους τα χρόνια. Αυτά που σε προσπέρασαν μα δεν άλλαξαν τίποτε στον παλιό, καλό και ονειροπόλο Τζέι με τη λευκή γενειάδα πια και τις ίδιες, πολυφορεμένες μπότες του που ‘χουν μετρήσει τις διαστάσεις ενός παράξενου κόσμου. Ω Τζέι, το θέμα ήταν πάντα να αντιλαμβάνεσαι. Και να προχωράς…]
Πρόσωπα
Ερίκ Καντονά
“Βασιλιάς Έρικ”
24/5/1966
[…στα ηχεία, Waiting Around To Die…]
Αιρετικός, προκλητικός, αθεράπευτα ταλαντούχος ο Ερίκ Καντονά έγραψε τη δική του ιστορία στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Μαρσέιγ, Μονπελιέ, Λιντς με την καριέρα του να εκτινάσσεται στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, τον αγγλικό σύλλογο που έμελε να συνδέσει την θεαματική του επάνοδο στην ελίτ του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου χάρη με την παρουσία του Γάλλου επιθετικού.
Σήμερα, δραστηριοποιείται στο χώρο του αμερικανικού ποδοσφαίρου, εκτελώντας χρέη γενικού διευθυντή στην ιστορική Kosmos FC των ΗΠΑ. Ο Καντονά ποτέ δεν δείλιασε να πει τη γνώμη του, ποτέ δεν έκανε πίσω στην υπεράσπιση των πιο θεμελιωδών αξιών. Ένας φιλόσοφος στο χώρο του ποδοσφαίρου και χιλιάδες λόγοι για την εκτίμηση κάθε οπαδού, ανεξαρτήτως ομάδας για αυτήν την σπάνια, επιδραστική προσωπικότητα.
Πολλοί θα πουν πως ήταν εξαιρετικά απρεπής η αντίδρασή του στα σχόλια κάποιου οπαδού πριν από χρόνια. Βρισκόμαστε στα 1995 και σε λίγο θα ακουστεί το τελευταίο σφύριγμα του διαιτητή για το ματς ανάμεσα στην Μάντσεστερ και την Κρίσταλ Πάλας. Ο οπαδός που λογάριασε πως θα μπορέσει να κρυφτεί μες στην ανωνυμία της κερκίδας υπολόγισε λάθος. Δεν έλαβε υπόψη του πως εμπρός του είχε τον Καντονά που δεν θα άφηνε σε καμία περίπτωση ασχολίαστα τα ρατσιστικά του σχόλια. Έκανε λάθος και η εναέρια κλωτσιά του ποδοσφαιριστή συνοψίζει όλη την ιστορία. Σύσσωμη η ποδοσφαιρική κοινότητα αποδοκίμασε τη συμπεριφορά του Βασιλιά Ερίκ όπως ήταν γνωστός στην κερκίδα της θρυλικής ομάδας του Μάντσεστερ. Και όμως, τόσα χρόνια μετά, σε όποιον αφηγηθείς ετούτη την ιστορία, θα συμφωνήσει μαζί σου πως καμιά φορά τα κακώς κείμενα του κόσμου χρειάζονται ένα “εναέριο λάκτισμα” για να βρουν τη θέση τους.
Θυμάμαι ολοζώντανα τη σκηνή σε κάποια αναμετάδοση εκείνης της χρονιάς. Πέρασαν χρόνια από τότε και κάθε φορά εύχομαι να βρεθεί κάποτε μια στρατιά από “Καντονά” που θα επιτεθούν με τον πιο αυτοσχέδιο και ειλικρινή τρόπο σε όλους αυτούς που ασχημαίνουν τη ζωή μας. Έτσι για να μην συνηθίσουμε άλλο την ανοχή σε φασίστες εξωραϊσμένους με τον μανδύα των εθνικών φρονημάτων. Μια μεραρχία από “Καντονά” μπορούν να καταστείλουν τη σημαία της ψεύτικης σεμνότητας και του κινδύνου που καραδοκεί συγκαλυμμένος πια πίσω από φίλτρα στις πρώτες θέσεις πάντα, της κερκίδας. Αυτά δεν κάνουν τίποτε τελικά στο νοσηρό που αφήνει πάντα μια λεπτομέρεια για να το αναγνωρίσουμε.
Ερίκ Καντονά, σε ευχαριστούμε. Για το ταλέντο και το ήθος που δεν κάμφθηκαν ποτέ.
Α.Θ
