Απόστολος Θηβαίος | Αθώες Σκέψεις

© Marc Riboud

Λέξεις
με σκιές
και
γυαλίσματα

 

Πρόσωπα
Τζιοβάνι Φαλκόνε, Πάολο Μπορσελίνο

Θέλει ταλέντο και πίστη. Και πάθος, αφοσίωση στη δικαιοσύνη. Όχι με εκείνο τον ακαδημαϊκό τρόπο που επιβάλλει το γράμμα του νόμου, με όλο τον παραλογισμό και την αμηχανία του καμιά φορά. Μα με έναν τρόπο που να δικαιώνει το κοινό αισθητήριο, με έναν τρόπο που να μεταβάλλεται σε παράδειγμα για τους επόμενους και μέτρο σύγκρισης όταν αναλογιζόμαστε το χθες.

Στις αρχές του καινούριου αιώνα, με όλα όσα συνηθίσαμε να διακυβεύονται και να τρέμουν πια, έρχεται από το παρελθόν ο Τζοβάνι Φαλκόνε, ο Ιταλός Εισαγγελέας. Έβαλε τη δικαιοσύνη πάνω από το φόβο του, δεν έκανε πίσω και το πλήρωσε, θα μου πείτε με τη ζωή του. Μα αν δεν υπήρξαν αυτοί που δεν βάλανε πιο ψηλά την ατομική τους ευτυχία, τι θα άλλαζε μες στον κόσμο; 

Στη μνήμη λοιπόν των λειτουργών του νόμου που δεν φυλακίζονται. Και δεν τρέμουν, σαν κυνηγούν την αλήθεια. Για το καλό όλων μας. 

Πλάι στον Φαλκόνε ο Πάολο Μπορσελίνο θα πληρώσει με το ίδιο νόμισμα την επιμονή του να βάλει ένα τέλος στην περίφημη ιταλική μαφία. Εκατόμβες αθώων στέκουν στ’άλλο ζύγι, με το χρυσό μετριούνται και βγαίνουν βαρύτερες. 

Εις μνήμη των Φαλκόνε και Μπορσελίνο, της δικαιοσύνης εις μνήμην που χρειάζεται τιμιότητα και αθωότητα απέραντη, μαζί με πίστη προφήτη και έρωτα παράφορο για του άλλου την ακριβότατη ζωή.

Το πούμα

Οι αρχές εισέβαλαν αργά το βράδυ. Στον καταυλισμό επικράτησε χάος. Ακούστηκαν πυροβολισμοί, μα ήταν μόνο για εκφοβισμό. Οι δυνάμεις έπιασαν τους ανθρώπους στον ύπνο. Αργότερα τους έβγαλαν έξω από τις σκηνές τους και ζήτησαν έγγραφα. Υπήρξε κάποια παρατυπία με έναν Πολωνό ακροβάτη που είχε μόλις ενσωματωθεί με το θίασο, μα γρήγορα λύθηκε. Με λίγα μετρητά μπορείς να κατορθώσεις πολλά, σαν τάχα να ‘ χεις κάτω από τις εντολές σου  τάγματα ολόκληρα κρουστικών δραπανών. Δεν υπάρχει βράχος τότε για να σου σταθεί εμπόδιο. 

Κάποιος ρώτησε τι γύρευαν τέτοια ώρα. Άλλος πρόσθεσε πως είναι “άνθρωποι βασανισμένοι μα τίμιοι και ηθικοί για να αξίζουν τέτοια μεταχείριση”. Ο αξιωματικός που έκανε άνω κάτω τις σκηνές, πλησίασε εκείνο τον άνδρα. Μπήκε στο δικό του κονάκι, κάτι κοίταζε να βρει. Για μια στιγμή σταμάτησε εμπρός του και συμφώνησε. Διέταξε να αποχωρήσουν όταν ξάφνου ακούστηκε μωρού παιδιού το κλάμα. Ο αξιωματικός ακολούθησε τον ήχο που δυνάμωνε, σαν κάτι εκεί έξω να ζητούσε απελπισμένα βοήθεια. 

Και τότε, ανάμεσα στα ξύλινα σεντούκια, που εκτελούν χρέη ιματιοθηκών, ξεχώρισε το άτυχο πλάσμα. Ένα μικρό, καχεκτικό πούμα, με φαγωμένο τόπους τόπους το τρίχωμά του, κλαψούριζε πάνω σε κάποιο από τα σεντούκια. Τα μάτια του άστραφταν, μες στην ψυχή του παρέμενε ένα πούμα όπως και τα άλογα του Βελάσκεθ επέμεναν να μην μπορούν με τίποτε να συγκριθούν Και ας ήταν τόσο ταλαιπωρημένο με πληγές, μια σκιά του εντυπωσιακού εαυτού του που σε τίποτε δεν έφταιξε. Πόσο άδικα υπέφερε το νεαρό πούμα. 

Το ζώο κουλουριάστηκε στη γωνιά, ένα τρομαγμένο πούμα, φώναξε ο αξιωματικός. Η καταγγελία υπήρξε αληθινή, είπε. Και διέταξε να φέρουν τον Γκιγιέρμο που ξέρει από ζώα να το φροντίσει. Ο τελευταίος έφτασε με το αμάξι της χωροφυλακής. Πλησίασε μαζί με τον αξιωματικό και είδε το πούμα. Σε κάθε του βήμα έτρεμε, από τα αναμμένα  μάτια του ζώου τρέχανε άστρα. Ένα ζωντανό κομμάτι νύχτας που γλίτωσε από το βέβαιο χαμό. Ο Γκιγιέρμο τραβήχτηκε και μίλησε εμπιστευτικά στον αξιωματικό. “Το πούμα είναι βαριά τραυματισμένο. Οι πληγές του, δεν φρόντισαν τις πληγές του, τριγυρίζει για να βρει κάπου να πεθάνει”. Ο αξιωματικός έβγαλε το καπέλο του, το πούμα τον κοίταξε από το βάθος του κόσμου του, μισάνοιξε το στόμα του δίχως να ακουστεί ήχος. Και έπειτα ακούμπησε αρχοντικά και πέθανε. Τι παράξενο! Ένα τόσο νεαρό πούμα να ‘χει συνείδηση της ομορφιάς του, συλλογίστηκε. Ο Γκιγιέρμο έκανε μέρες να κοιμηθεί, το πούμα ερχόταν τις νύχτες στα όνειρά του, μπλεκόταν ανάμεσα στα πόδια, έπαιζε σαν παιδί, ζητούσε να μάθει, σκαρφάλωνε με χάρη και σε κάθε επευφημία του άνδρα, βρυχόταν ευτυχισμένο. Ο καλός άγγελος των πούμα – για όλους υπάρχει μια τέτοια προδοσία – ήρθε να το πάρει κοντά του. Τα ωραία μάτια του ζώου απέμειναν μες στο όνειρό του καθηλωμένα σε μακρινό ορίζοντα. Πόσο λυπόταν για όλα.

Πρόσωπα

Πιερ-Ωγκυστέν Καρόν ντε Μπωμαρσαί

[…οι γάμοι του Φίγκαρο και αρκετές παρεξηγήσεις…]

Σωστά το έθεσε ο Γάλλος, Πιερ-Ωγκυστέν Καρόν ντε Μπωμαρσαί που πεθαίνει έναν χρόνο πριν έλευση του 19ου αιώνα. Θα πρέπει κανείς να πληρώνει ακριβά το τίμημα, σαν προσπαθεί να κάνει δικό του τον κόσμο. Τι’ναι εκείνο άραγε που σπρώχνει την ανθρωπότητα στο χείλος της καταστροφής της; Κανείς δεν το βρήκε, σχολές και ποιητές κάτω τα βάλανε, μα δεν τους βγήκανε σωστά και τ’αφήσανε. Είναι το αιώνιο το αίνιγμα, κρυμμένο μες στο αίμα του κόσμου. Έτσι και στα ποιήματα, κρυμμένο μένει τ’ασύλληπτο ώσπου να φανεί ψιλή φωνή πουλιού, όχι ανθρώπου. Τα ομορφότερα λόγια λέγονται πριν χαράξει από χιλιάδες πουλιά. Δεν υπάρχει βέργα για να τα πιάσει, σας λέω.

Δεν έπρεπε ο κόμης όλα δικά του να τα θελήσει. Αφού κέρδισε την αγαπημένη του, στον Κουρέα της Σεβίλλης, βάλθηκε αστόχαστα να κερδίσει μεγαλύτερο μερίδιο αθανασίας. Ο Φίγκαρο που βοήθησε τον κόμη τώρα παντρεύεται την Σουζάνα. Ο αθεράπευτος κόμης γυρεύει να ασκήσει το “δικαίωμα της πρώτης νύχτας”. Μα οι δυο νιόπαντροι έχουν άλλα σχέδια και ο κόμης καταντάει αντικείμενο χλευασμού και συλλογικής καταδίκης. Μια ολόκληρη τάξη δέχεται την κριτική του Γάλλου δημιουργού, αυτής της συναρπαστικής περσόνας που σημάδεψε τα γαλλικά γράμματα. Ίσως για αυτό οι κωμωδίες του Μπωμαρσαί παίζονται σε κλειστό κύκλο προτού χαλάσουν τον κόσμο με την επιτυχία τους.

Είναι αλήθεια πως τα μεγάλα έργα γνέφουν ένα είδος μεγάλου ναι, στο ζητούμενο της ψυχής μας. Και έτσι το δίκαιο και το αληθινό επικρατούν στο τέλος και όλες σβήνονται οι αμφιβολίες. Ωραίος ο κόσμος, ρομαντικός και απίθανος. Και εμείς που ζητούμε μια κατάφαση για να πιαστούμε, μες στην αιώνια των ποιητών χρυσή τομή. Ετούτο εκπληρώνουν τα ωραία, κωμικά πορτραίτα του Μπωμαρσαί, καρικατούρες ενός κόσμου που πεθαίνει, μα με ακρίβεια ψυχολογική.

Σωστά το είπε ο Μπωμαρσαί. Και ακόμη καλύτερα υπέκυψε στην παγίδα ο κόμης, που του ‘στησαν δυο θυμωμένες γυναίκες. Και λίγα, σαν να λέμε είπε ο Μπωμαρσαί, με μέτρο και διακόσμηση που έντυναν ολόκληρο το έργο. Με το μανδύα, πάντα, ενός χαριτωμένου περιστατικού.

Η ιστορία είναι

Νύχτα φθάσανε στο Ερζερούμ. Καθίσανε στο καφενείο του σταθμού. Σύριοι, Τούρκοι, Αιγύπτιοι, Αρμένιοι, άνθρωποι όλων των φυλών διαβαίνουν από εδώ. Είναι το μέγα που λένε πλήθος των απλών ανθρώπων που σπρώχνουν τον κόσμο προς τα εμπρός.

Παρήγγειλε ούζο σκέτο. Πάγωνε πέρα η πόλη, την είχε αρπάξει το σύννεφο και έμοιαζε με τοπίο μεταφυσικό. Μονάχα οι δρόμοι που φιδογύριζαν διαγράφονταν με τα κόκκινα και τα πράσινα φανάρια τους. Άλλο δεν ξεχώριζες μες σε εκείνο το τοπίο. 

Κοίταξε στο βάθος. Είχε καρφωμένα στους τοίχους τα κάδρα των προγόνων και ανάμεσά τους μια μεγάλη καντήλα. Από κάτω ακριβώς καθόταν ο γέρος, παλιότερος από τούτο τον κόσμο. Δεν μίλαγε μόνον κοιτούσε ανέκφραστα τα πλήθη των ταξιδιωτών. Άμα σκόρπαγε ο κόσμος έγερνε το βλέμμα και χανόταν μες στη σκέψη του.

Μείνανε οι δυο τους μες στον καφενέ. Ο γέρος τον κέρασε ένα διπλό. Πήρε ένα για τον εαυτό του. Υψώσανε τα ποτήρια τους και τ’αδειάσανε μεμιάς. Ήρθε ο καφετζής, σκούπισε το τραπέζι, του ‘πε “θα σου φέρω άλλο ένα, κερασμένο”.  Δεν τ’αρνήθηκε.

Σαν έφερε το πιοτό ο καφετζής κάθισε πλάι του. Πήρε να του μιλά χαμηλά, σαν να του ‘λεγε κάτι μυστικό. “Αυτός που βλέπεις, ο γέρος ντε στη γαλαρία, δεν είναι κανένας κακομοίρης. Στα μέρη του τον φωνάζανε Διγενή και ήσαν δυνατός σαν άλογο. Δεν έχει κεράσει άνθρωπο τόσα χρόνια, να ξέρεις. Διωγμένος το 1919, διέσχισε τα κορφοβούνια και έφθασε ίσαμε εδώ. Ρίζωσε, έκανε παιδιά, μα δεν λησμόνησε. Για αυτόν ετούτη η πόλη δεν λεγόταν Ερζερούμ, ένα άλλο όνομα είχε χριστιανικό. Άμα τον έπιανε το σεκλέτι τραγουδούσε κάτι ωραίους σκοπούς για τη Σεβάστεια. Θυμόταν τα λόγια με την ντόπια τη λαλιά και έτσι κανείς δεν αγροικούσε τι έλεγε. Μια φορά και έναν καιρό, είπε να γράψει τις αναμνήσεις τους. Μα σαν επαναλάμβανε τα ονόματα, Μαρίκα, Ανιώ, Κατερίνα, Αλεξάνδρα, Μαρία, πλημμύριζαν τα μάτια του και άλλο δεν έβλεπε. Δοκίμασε πολλές φορές να καθίσει χάμω και να γράψει, μα δεν το μπορούσε. Έτσι δεν ξαναμίλησε ποτέ του. Μονάχα τέτοια μέρα κάθε χρόνο έρχεται εδώ και πίνει μονάχος του ώσπου να ξεχαστεί”.

Ο γέρος άξαφνα σηκώθηκε. Μαζί του, πίσω του εμπρός τραβούσανε οι άνθρωποι οι δικοί του, χαμένοι τότε, στο μεγάλο διωγμό. Φίλοι αδελφικοί, πήρανε το κατόπι του, εδώ και εκεί κάποιοι πιάσανε το τραγούδι, άλλοι το χορό. Να ιδείτε πώς ξυπνούσαν οι πολεμιστές οι αρχαίοι με τα σπαθιά και με την καρδιά τους τη χρυσή. Πνεύματα τον συντρόφευαν και άνθρωποι του άλλου κόσμου πια, με λουλούδια οβολούς που μαζέψανε στ’αλαργινό τους το ταξίδι.

 Κατέβηκε ο γέρος ίσαμε την άκρη της αποβάθρας. Στάθηκε απάνω στο μάρμαρο που ‘χαν βάλει. Εις μνήμην, διά την αναστύλωση και διά την αποφυγή της λήθης. 

Και πήρε τότε σάρκα και οστά και εκτυλίχθηκε εμπρός στα μάτια τους, εκείνη η σκηνή. Τη διδαχτήκαμε στα σχολειά, την ονειρευτήκαμε, με τον Διγενή “στα μαρμαρένια αλώνια”. Η σκηνή υπήρξε μια υποκατάσταση του δημοτικού τραγουδιού, εκεί στο σταθμό έξω από το Ερζερούμ. 

Ο καφετζής τράβηξε το πρόσωπό του. Κάτι μουρμούρισε, δεν ξέκρινε τι, δεν το μπόρεσε. Πέρα οι κορφές χιονισμένες, μαύρο το χιόνι και ας μην το βλέπεις. Βαριές οι καρδιές Παναία μου, τι βαριές που ήσαν, σκοτεινιασμένες. 

Είδε το γέρο που μιλούσε σαν τους αλαφροϊσκιωτους κοιτάζοντας το αρχαίο το φεγγάρι.

“Ο Ακρίτας είμαι Χάροντα
δεν περνω με τα χρόνια.
Μ΄ άγγιξες και δε μ΄ ένιωσες
στα μαρμαρένια αλώνια.»

Και είχε στην πίκρα του μια ομορφιά και μια αιωνιότητα ο γέρος καθώς θυμόταν καθαρά τα ονόματα. Οι άλλοι δεν νιώθανε το μεράκι του και γελούσαν που έπιανε την κουβέντα μοναχός του.  Μαρίκα, Ανιώ, Κατερίνα, Αλεξάνδρα, Μαρία, Γιώργης, Δημήτρης. Τριακόσιες χιλιάδες τριακόσια πενήντα τρία ονόματα, εφώναζε. Καθένας από όσους μνημόνευε ερχόταν πλάι του. Οι γυναίκες φορούσαν τα κυριακάτικα τους και είχαν χρυσά φλουριά στον κόρφο τους. Και οι άνδρες, οι φίλοι και τα αδέλφια του, μαύρα πουκάμισα φορούσαν και  γελούσαν τόσο τρανταχτά που κοβόταν του κόσμου η ανάσα. Σαν άνεμος πάνω από τα βαριά στάχια, όλα δυνάμωνε ο ήχος και έπειτα οι άνθρωποι εκείνοι, περνούσαν μες στην ειρήνη της ζωγραφιάς, κάποτε, σε κάποιο προάστιο της Αρλ.

Χορέψτε χορέψτε  Έμορφα τεντέλια  ,  άνδρες, γυναίκες, παιδιά που δεν μεγάλωσαν ποτέ, όλο λέγαν. Και χορεύαν.

Απόστολος Θηβαίος