Απόστολος Θηβαίος | Μυστικά

© Carl De Keyzer

Μακ, το μαχαίρι

“Ο Μάκ το μαχαίρι”. Αυτό είναι όλο και όλο το ονομά του, μα δεν χρειάζεται τίποτε περισσότερο. Αφού η προσθήκη της αιχμής του μαχαιριού, έστω σαν λέξη, έστω σαν λέξη, κάνει όλη τη δουλειά. Και λέει πολλά περισσότερα από ότι η ζωή του ίδιου του Μάκ. 

Θα μπορούσε να σφάξει όσους θέλει, αν το κάνει κέφι. Κανείς δεν του παραβγαίνει και όλοι τον σέβονται. Και με το παραπάνω, αφού με ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι παίρνει ότι μπορεί και ότι θέλει από τη ζωή αυτός ο περιβόητος Μακ. 

Κάποτε θα μιλούν για αυτόν στα καφενεία. Κάποτε θα λένε τις ιστορίες του στα παιδιά. Και έπειτα θα τα απειλούν πως αν δεν φάνε ολάκερο το γεύμα τους, ο Μακ θα χτυπήσει την πόρτα του παιδικού τους δωματίου. Δεν λένε κουβέντα οι μεγάλοι για τη συνέχεια της ιστορίας, μόνον που βλέπουν στο πρόσωπο του παιδιού τον φόβο και την αγωνία, φτάνει και με το παραπάνω. Η δουλειά έχει γίνει.

Όλα στην περίπτωση του Μακ παραμένουν σκοτεινά. Πρόκειται για έναν καρχαρία που κανείς δεν υποψιάζεται. Ωστόσο πολλοί λένε πως το τρομερό αυτό κήτος δεν κρύβει τίποτε από την φοβερή του, την δολοφονική του ύπαρξη. Στην περίπτωση του Μακ, όμως δεν μπορεί κανείς να φανταστεί πόσο επιδέξια χειρίζεται του λόγου του το μαχαίρι, πώς σφάζει το θύμα του και πώς κρατάει μυστική την ταυτότητά του, φορώντας επίμονα ένα ζευγάρι γάντια.

Ας είναι. Όποιος δεν θέλει να πέσει θύμα του Μακ θα πρέπει να αποφεύγει το συναπάντημα μαζί του. Άλλωστε συχνάζει σε κακόφημα στέκια, τελείως ακατάλληλα για τους Βερολινέζους. Ένα τραγουδάκι που γράφτηκε για εκείνον, κόβει τις ανάσες όσων το τραγουδούν, όσων γνωρίζουν καλά τι σόι επικίνδυνο πράγμα που είναι η συγκάλυψη. 

Έι, εμπρός Μπέρτολντ, πες μας κείνο που ‘χεις γράψει, λέει κάποιος και έπειτα κοιτάζει γύρω του, ανήσυχος μήπως ο Μακ τον γυροφέρνει, κάπου ανάμεσα στις νότες, κραδαίνοντας ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι, φτιαγμένο κατά παραγγελία στα σιδεράδικα της αλλοτινής Βαϊμάρης.

See the shark with teeth like razors.
All can read his open face.
And Macheath has got a knife, but
Not in such an obvious place.

See the shark, how red his fins are
As he slashes at his prey.
Mack the Knife wears white kid gloves which
Give the minimum away.

Μυστικά

Απάνω φώτιζε ένα παλιό φεγγάρι. Κοίταξε ψηλά, συλλογίστηκε τους αστροναύτες που ετοιμάζονται λέει, να πέσουν στον Ειρηνικό. Τι μακριά που στέκει το φεγγαράκι είπε όταν άκουσε έξω το θόρυβο. Κάποιος έσερνε τις καρέκλες, έφτιαχνε το τραπέζι, περπάταγε πάνω κάτω τη βεράντα, ήχοι τακουνιών. Έπειτα όλα χάνονταν, ακουγόταν κάτι σαν ψίθυρος, έπειτα ησυχία πάλι και ξανά κουβέντες. 

Πλησίασε στο παράθυρο. Έλυσε το κουρτινάκι, ωραίο και αιώνιο σύμβολο εκείνης της ταπεινής αριστοκρατίας που κρατεί όρθια τη ζωή εκεί έξω. Έτριψε τα μάτια του, στην αρχή δεν πίστεψε όσα έβλεπε, είπε , “θα ‘ναι όλα μες στο ονειρο μου”. Μα το όραμα επέμενε και τότε κοίταξε καλύτερα. Η μητέρα με το καμιλό της το παλτό τον χαιρετούσε με ένα πεθαμένο χέρι, υψωμένο τόσα χρόνια μετά σαν σημαία χώρας κατακτημένης. Είχε τόσα χρόνια να τη δει και η καρδιά του σκίρτησε. Έπειτα, είπε πως όλα γεννιούνται και πεθαίνουν μες στο νου μας. Και έκανε να φύγει, μα τότε τ’άκουσε, τ’ονομά του τ’άκουσε ανάμεσα σε τόσες φωνές, σε τόσους ακάλυπτους, χώρους φυλαγμένους, να γνωρίζουν, λέει, την αληθινή την ηλικία της πόλεως αυτής. Τον φώναζε, όπως τότε τα χρόνια της αθωότητας που περάσατε και πάτε μες στη θύμηση, καραβάκια της νοσταλγίας, βαρκούλες τσακισμένες στα βράχια, μες στη βοή της καταιγίδας. 

Κοίταξε καλύτερα, ήταν πάντοτε στη θέση της, με το παλτό της το καμιλό που το μισούσε. Μα το φορούσε κάθε χειμώνα και είχε μες στις τσέπες του αποδείξεις και σημειώματα και κάτι σελίδες σκόρπιες από τα τσιτάτα στον πίσω κόσμο των επιτοίχιων ημερολογίων. Κάτι στιχάκια, οπλισμένα με όλη τη σοφία του κόσμου και της ζωής. 

Την πόρτα άνοιξε, την πόρτα που ‘χα κλείσει τόσο καιρό τώρα. Και εκεί, ανάμεσα στους ρυθμούς τους κορινθιακούς την ξαναβρήκε τη μάνα του. Είχε γεράσει, ήταν μικρή, τόσο μικρή, σαν ένας σβόλος ζωής, όλη βαλμένη μες στο καμιλό της το παλτό. 

“Τα πέταξα όλα μάνα. Κράτησα τη μυρωδιά των πραγμάτων, την έχω φυλαγμένη μες στις σελίδες κάποιου βιβλίου. Μα τίποτε δεν κρατά για πάντα και σήμερα, τούτη την ώρα που σου γράφω όλα φαντάζουν συγκεχυμένα. Είσαι ένα κάστρο και είμαι εγώ το παιδί που παίζει στον ίσκιο του ποιητή. Είσαι μια από εκείνες τις αυλητρίδες που κατορθώνουν να μας συγκινήσουν μες στη μαρτυρική επίγνωση της αιωνιότητας τους. Είσαι μια αίσθηση μακρινή, τώρα πια. Η νυχτικιά σου ποτισμένη από τ’άρωμα σου, είναι ο δικός μου Επιτάφιος. Το περιφέρω ήσυχα, όταν οι άλλοι αποκοιμιούνται, ο άνεμος όλα τα ζωντανεύει. Δεν περίμενα να έρθεις ξανά”.

Και εκείνη δεν του μίλησε. Μόνο που δάκρυσε, ένα δάκρυ συρμάτινο από εδώ ως την άκρη του κόσμου. Και λίγο λίγο χανόταν, “μήπως είδες τον πατέρα, την Βούλα;”, ρώτησε, όμως μάταια. 

Την είδε που ξεμάκραινε, τυλίγοντας μες στα χέρια της τις γωνιές τις πελώριες αυτού εδώ του κόσμου. Έτρεξε, στ’αλήθεια έβαλε τα δυνατά του, μα εκείνη ξεμάκραινε. Την είδε πιο μακριά από ποτέ, σαν φωτογραφία πορτραίτου με το πρόσφορο στα χέρια από μια αρχαία εποχή. Δίπλα της στεκόταν ο πατέρας και οι δυο τους, αποτελούσαν την προσωπογραφία του χρόνου ή τέλος πάντων εκπλήρωναν την υλική αναπαράσταση της ιδέας. Τους είδε που κρατιούνταν σφιχτά, τους είδε και είπε πως είχαν δίκιο όσοι υποστήριξαν πως οι νεκροί, όσα χρόνια και αν περάσουν, κλαίνε επειδή λέει, δεν θέλουν να πεθάνουν. 

Η παρέα με τα καλαμπούρια της τον επανέφερε. Η Αντιγόνη, ερωτευμένη όσο ποτέ, έγειρε στον ώμο του. Τίποτε δεν είπε. Μονάχα που έσκυψε και τον φίλησε, πλάι στα χείλη του, στην κόχη της επιθυμίας. Τότε ήταν που κατάλαβε του λόγου του πως έχουν τα πράγματα σε αυτόν τον κόσμο, πως όλα παίζονται στο ύψος μιας τέχνης που ονειρεύεται την απλή και ανόθευτη συγκίνηση. Τότε ήταν που ‘νιωσε πως σήμανε επιτέλους η ώρα που τ’άλλοθι του πόνου δένει μαζί την ανθρωπότητα, εκείνον και την Αντιγόνη, εμάς τους δυο, εμένα που τόσο αδέξια θυμάμαι και εσένα που με υπομένεις καθώς με τη φαντασία μου περνώ μέσα από τη ζωή σου, κάρο απροσδιόριστο που τρίζει.

Σεμνά

Ντύθηκε σεμνά, έβγαλε τα φτιασιδώματα, κλείδωσε την κάμαρη και χύθηκε στην άνοιξη που όλα τα ανατρέπει τόσο μυστικά και τόσο ανομολόγητα μες στην πολιτεία. Περπατούσε και όλο δείλιαζε η καρδιά της, τα βήματα της βαριά. Όμως πήγαινε, κοιτάζοντας τριγύρω τα υποτιμητικά βλέμματα.

“Για ιδείτε, της αρμόζει αυτηνής η Εκκλησία!”, “ξετσίπωτη”, “τέρας, τι να σου κάνει εσένα ο Θεός;” και άλλα τέτοια από όπου περνούσε. Μα δεν έδινε σημασία, μια άλλη όραση, δεύτερη και θυελλώδης της έδειχνε τώρα πια το δρόμο. Μόνο σαν έφτασε εμπρός στον ναό σταμάτησε. Κοίταξε ψηλά, τον εαυτό της κατηγόρησε για την αμεριμνησία της, για την τόση της ζωής της την αδεξιότητα. 

Δεν της άξιζε να μπει εκεί μέσα. Δεν της άξιζε, επειδή του λόγου της υπήρξε ένα κόκκινο κορίτσι, από αυτά που επαγγέλλονται αρχαίες τεχνικές. Μερικοί αργοπορημένοι πιστοί φάνηκαν από τον απάνω δρόμο, κάποιος την κοίταξε καλά καλά. Ίσως να την γνώρισε κιόλας και τώρα δα λέει στους άλλους πως έξω από την κάμαρη της την έχει δει να παζαρεύει , λέει τον έρωτα.

Είναι τα φώτα χαμηλά, τα κεριά ζωγραφίζουν στους τοίχους σκιές, μεγενθύνουν τα πρόσωπα των μαρτύρων. Και οι μορφές τους τρέμουν, καθώς συμβαίνει με όλα τα πράγματα που γίνονται διφορούμενα σαν βυθίζονται στο σκοτάδι. Κάθισε σε μια γωνιά μέχρι που βγήκε ο ιερέας με το Ευαγγέλιο στα χέρια και σήμαναν οι καμπάνες και οι ψαλτάδες καταπιάστηκαν με το τροπάριο. 

Σκούπισε τα μάτια της, ένα δάκρυ έφτασε ως τα χείλη της. Και ένιωσε τι πικρή που ‘ναι της ζωής της η γεύση. Στον ναό έπεσε σιωπή, μόνο κάποιοι ψίθυροι μα σβήσανε και αυτοί.

Και έπεφταν σαν μαχαίρια τα λόγια. “ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας” και “μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν” της σκίζανε την καρδιά. Μα να που υπήρχε και για εκείνη μια σταλιά παρηγοριά. Το ‘ξερε όταν πνιγμένη στα δάκρυα, άκουσε εκείνο το “Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς” , αυτή που στεκόταν τώρα πια ταπεινωμένη εμπρός στον Παλαιό των Ημερών. Και ήξερε, σαν από κάποια αρχαία και αναλλοίωτη σοφία, γνώριζε καλά πως ήταν η ζωή της μια βαρκούλα σε κίνδυνο, μια βαρκούλα που θα σπάραζαν τα κύματα. Και όλο εθαύμαζε να βλέπει μες στο μισοσκόταδο τις βυζαντινές μορφές, αυτή που ‘χε κουραστεί από την ντροπή του κόσμου. 

Παλιά στην Αταλάντη, πριν από τόσα και βάλε χρόνια, την έλεγαν Κασσιανή.

Απόστολος Θηβαίος