
Με αφορμή τη σύνθεση του Διονυσίου Σολωμού,
με αφορμή πράγματα και περιστατικά
που μόνον στα τραγούδια
και τη φαντασία
μπορούν να υπάρχουν.
Όπως ,
“ένα μεσημεριάτικο καλοκαίρι στην Δήλο”
και η δόξα του
Μεσολογγιού
Καθαρώτατον ἥλιο ἐπρομηνοῦσε
τῆς αὐγῆς τὸ δροσᾶτο ἀστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δὲν ἀπερνοῦσε
τ᾿ οὐρανοῦ σὲ κανένα ἀπὸ τὰ μέρη·
καὶ ἀπὸ ῾κεῖ κινημένο ἀργοφυσοῦσε
τόσο γλυκὸ στὸ πρόσωπο τ᾿ ἀέρι,
ποὺ λὲς καὶ λέει μὲς τῆς καρδιᾶς τὰ φύλλα·
«γλυκειὰ ἡ ζωή κι᾿ ὁ θάνατος μαυρίλα».
Κάπως έτσι, με τις λέξεις που ξεπηδούν μέσα από της ζωής το μέγα στόμα, χάρισε πνοή στον “Λάμπρο” του ο Ιερομόναχος Διονύσιος της ελληνικής λογοτεχνίας. Βρήκε ανάμεσά τους τις πιο γενναίες, εκείνες που σε κάνουν να ερωτεύεσαι το μεγαλείο, όσες υποβάλλουν ως αναπαράσταση ζωγραφική, με χρώματα ζοφερά τη δυστυχία που σέρνεται εκεί έξω. Τις λέξεις βρήκε που λειαίνονται στα χείλη του λαού. Όσο για τη Λαμπρή του, που “καθαρώτατον ήλιο επρομηνούσε”, όσο για αυτήν, πρέπει κανείς να ‘χει στην καρδιά του αποφασίσει μια για πάντα πως όλη η πίστη αφορά τ’απλά και τ’ανόθευτα του κόσμου. Τον ουρανό του και τα δέντρα, το φως και την ιστορία την ίδια.
2.
Χριστὸς ἀνέστη! Νέοι, γέροι, καὶ κόρες,
ὅλοι, μικροί, μεγάλοι, ἑτοιμαστῆτε·
μέσα στὲς ἐκκλησίες τὲς δαφνοφόρες
μὲ τὸ φῶς τῆς χαρᾶς συμμαζωχτῆτε·
ἀνοίξετε ἀγκαλιὲς εἰρηνοφόρες
ὀμπροστὰ στοὺς ἁγίους, καὶ φιληθῆτε·
φιληθῆτε γλυκὰ χείλη μὲ χείλη,
πέστε· Χριστὸς ἀνέστη, ἐχθροὶ καὶ φίλοι.
Υπάρχει ένας δρόμος μικρός, σχεδόν αδιάφορος για τους χάρτες. Αυτός συνδέει τις λεωφόρους του καλού και του κακού. Απομένει στη μοίρα αν θα θελήσει ο οδοιπόρος να πάρει την κατεύθυνσή του, η τύχη θα βαρύνει για την πορεία που θα τραβήξει. Μα όποιος και να ‘ναι αυτός ο διαβάτης ο ανώνυμος, ο ένδοξος, μοιάζει χιλιάδες φορές στον πικρό Ορέστη. Θαρρείς πως οι φωνές και τα βήματά του, έρχονται πια από πολύ βαθιά μα λαθεύεις. Επειδή αυτές οι δραματικές, ανθρώπινες ιστορίες που γίνηκαν ποίηση και στοχασμός απάνω στο πώς και το γιατί του βίου μας, είναι βάρκες αιώνια τσακισμένες στα βράχια. Μια φορά και έναν καιρό γίνονται τ’άστρα των “ακαταλήπτων” πραγμάτων, μα η ανθρωπιά τους καθόλου δεν αποδυναμώνεται. Ο Λάμπρος και η Μαρία, ασπάζονται τον εαυτό τους τούτη την ώρα την τραγική και εντός τους βυθίζονται. Ανάμεσα στη δέσμη των διαττόντων και τις λέξεις, ο Σολωμός διαλέγει τις δεύτερες, νιώθοντας πέρα από κάθε γνώση, το μουρμουρητό της πηγής εντός μας. Σκύβει και παίρνει να ξεδιψάσει, μες στην τρομερή την ώρα της ποιήσεως.
3.
Δάφνες εἰς κάθε πλάκα ἔχουν οἱ τάφοι,
καὶ βρέφη ὡραῖα στὴν ἀγκαλιὰ οἱ μανάδες·
γλυκόφωνα, κοιτώντας τὲς ζωγραφι-
σμένες εἰκόνες, ψάλλουνε οἱ ψαλτάδες·
λάμπει τὸ ἀσήμι, λάμπει τὸ χρυσάφι,
ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ χύνουνε οἱ λαμπάδες·
κάθε πρόσωπο λάμπει ἀπ᾿ τ᾿ ἁγιοκέρι,
ὁποῦ κρατοῦνε οἱ Χριστιανοὶ στὸ χέρι.
Μια μικρούλα ζωή, τόση δα, με ένα ραβδάκι από ανάβρυσμα νερού που λέει και ο ποιητής, χαρίζει λίγη πνοή στα πράγματα και τις μορφές. Η ομορφιά του κόσμου στερεωμένη, τ’αδοκίμαστο πάντα σχήμα της μεταφοράς. Μια αντίθεση μας σπαράζει τα σωθικά γιατί πλάι στο θάμπος της μέρας, δυο ψυχές τσακισμένες πενθούν και χάνονται. Ο Σολωμός φωτίζει τούτη τη γωνιά του κόσμου, τον απαλό ψίθυρο τον καταγράφει. Απομένει η βοώσα καταιγίδα του Εμπειρίκου, μα για τούτο χρειάστηκε πάντα το ταλέντο, να συνυπάρχεις λέει με όλα τα μυστήρια του κόσμου. Αυτό λένε οι μεγάλοι πως ήταν πάντα η ποίηση. Και πάλι το φυλλαράκι και τα άγνωστα λόγια , δηλαδή πράγματα ελάχιστα που ξέρουν λέει, τι θα πει διαφάνεια.
XXII.
Βγαίνει, γιατὶ στὰ σωθικά του ἀνάφτει,
καὶ γιὰ πρῶτο ἀπαντᾶ τὸν νεκροθάφτη.
XXIII.
Κανεὶς δὲν τοῦ μιλεῖ, καὶ δὲν τοῦ δίνει
τὸ φιλὶ τὸ γλυκὸ ποὺ φέρνει εἰρήνη.
Κανεὶς δὲν τοῦ μιλεῖ, καὶ δὲν τοῦ δίνει
τὸ φιλὶ τὸ γλυκὸ ποὺ φέρνει εἰρήνη.
Ρίξε λίγο φως πάνω στον κόσμο του Σολωμού. Να δεις που όσα λογάριαζες για βουνά και δέντρα και δάφνες τώρα ζωντανεύουν, αλλάζουν σχήμα και διαλύονται , να γίνουν αυτό που ήσαν πριν από όλα. Είθε οι αισθήσεις να απασφαλίσουν και εμείς σαν σ’όνειρο να βρεθούμε σε μια άλλη ζωή. Ίσα για να δούμε με πόσους τρόπους αντισταθμίζει το χαμό ένα στίχος.
Κάθε φορά που διαβάζω τη σύνθεση του Σολωμού, θυμάμαι καθαρά τη φράση του Ελύτη από τα “Ανοιχτά Χαρτιά” του. Και είμαι βέβαιος, με όλες τις δυνάμεις αυτού του κόσμου συντεταγμένος πως τις μεγάλες ιστορίες τις γράφει η αίγλη του έρωτος μα και εκείνη του σφάλματος.
XXIV.
Πάντα, χτυπάει, σὰν νἄλπιζε ἐκεῖ κάτω
ν᾿ ἀγροικηθεῖ στῆς κόλασης τὸν πάτο.
Αλωνάκι μου
Έξοδος του Μεσολογγιού
200 χρόνια Δόξα
[…Σήμερα Μαύρος Ουρανός, σήμερα Μαύρη Μέρα…]
“Πλην η ώρα έφτασε η προσδιοριζόμενη” και αλλού “προ μισής ώρας εσκεπάσθη σύννεφο σκοτεινό και δασώδες”. Είναι οι μαρτυρίες από εκείνη τη μέρα που χαράχτηκε για πάντα μες στην ιστορία. Σαν μια καρδιά, όπως αυτές των ευεργετών που εντοιχίζονται στα ανεγερθέντα. Ως ανάμνηση, ως φόρος τιμής και δόξα αιώνια.
Μα στην περίπτωση του Μεσολογγιού που ευεργέτησε μες στη δυστυχία του την ιστορία και διαμόρφωσε τους βαθύτερους, ταυτοτικούς μας δεσμούς, η εκπλήρωση της ιδέας επιτεύχθηκε από τον απλό λαό. Ήταν αυτοί που σε λίγες ώρες από τώρα, πριν από δυο αιώνες, με την ελευθερία τους στα δόντια, όρμησαν να καταλύσουν τον αιώνιο νόμο του πολέμου. Και το κατόρθωσαν , και ας έπεσαν δέκα χιλιάδες άνθρωποι τριγύρω από τις ντάπιες και ας βάφτηκαν κόκκινα τα νερά της λιμνοθάλασσας, ο Ιερός εκείνος Λόχος , νίκησε στο όνομα της λευτεριάς και της ζωής.
Τι ταιριαστό και ασύλληπτο το συνταίριασμα της Εξόδου με τη συντριπτική βιαιότητα του έαρος. Η ιστορία και η ζωή, με τις τελετές και τις αναμνήσεις της, γίνονται το φάδι και η ιστορία το στημόνι του Εφταλιώτη που παν να μπλεχτεί μες στο πανί και πια να μην γλιτώνει.
Φαντάζομαι πως είχαν όλοι τους ονόματα. Μες στη βουή της Εξόδου, να και ο Γιώργος, η Μαρία, η Φανή και η ατλαζένια Ευτέρπη, η Διονυσία και ο Θεόφιλος και ο Δημήτρης. Πού να το βρήκανε το θάρρος, ποια να ‘ταν εκείνη η ώρα που εντός τους σφάλισε τη μοιραία απόφαση. Και έπειτα, πώς εφόρμησαν, παραστάτες της ιδέας, ίσια στο θάνατό τους με όλο το πνεύμα, με ότι απέμενε από τα κάτισχνα, τα βυζαντινά τους σώματα, τα μαρτυρικά.
Όσα χρόνια και αν περάσουν, σαν θα βάζει η κάθε μια εποχή το Μεσολόγγι κάτω από τη λάμπα της ανάμνησης, όλα θα μεταμορφώνονται ευθύς σε υλικό ψυχικό. Και τα μάτια των νεκρών που κίνησαν για την Αθανασία δεν θα κοιτούν προς τ’ανύπαρκτο μα θα στεφανώνουν σαν άστρα κάθε σπιθαμή του σπαραγμένου τόπου.
Πώς να ακούσεις μες στις πόλεις, τον πόνο που κλαίει μυστικά μες στη φλογέρα του Γύφτου. Τον κατάπιε τον Παλαμά η μοντέρνα μας πρωτοπορία που μήτε το ένα στάθηκε ποτέ μήτε το άλλο. Πώς να ακούσεις τα αρχαγγελικά φτερά του Μεσολογγιού σαν ίπταται και σαν ευωδιάζει.
“Πρεσβευτές της Αράχοβας, κουλουράδες της Θράκης, θυρωροί και κλητήρες και γλώσσες κομμένες από την κρημνότητα της πατρίδας” , έτσι όπως το ‘γραψε ο Γιώργος Μαρκόπουλος, απόψε το Μεσολόγγι τραβά το δρόμο της αιώνιας δόξας. Και οι πεθαμένοι του, εξομοιωμένοι πια με το αδύνατο, τρυφερά ζώνουν με λέμβους και δάκρυα τού το αλωνάκι που έμελε πελώριο να σταθεί πάνω από την ιστορία μας. Από πόρτα σε πόρτα πείτε το, απόψε το Μεσολόγγι νικά.
Α.Θ
