
άτακτα
Αναδρομικά
13/3, Παγκόσμια Ημέρα Ύπνου
*μια ιστορία
Παρήγγειλε κάτι ελαφρύ. Το ήπιε με βουλιμία, πήρε ακόμη ένα. Σε λιγότερο από μισή ώρα ήταν κιόλας μεθυσμένος. Το μαγαζί είχε αδειάσει και μόνο κάτι σκόρπιοι θαμώνες είχαν απομείνει μες στη σάλα. Τα γκαρσόνια μάζευαν τα ποτήρια, έφτιαχναν τις καρέκλες.
Σκέφτηκε πως είναι ώρα όταν ένας νεαρός με βαμμένες μπλε βλεφαρίδες, μια φαντασία βγαλμένη από αθέατη τοιχογραφία του ζήτησε ευγενικά να πιουν ένα ποτό μαζί. Δεν θα μπορούσε να του το αρνηθεί, δεν θα μπορούσε γιατί δεν ήταν μάτια εκείνα, ήσαν κάτι σαν το πηγάδι μες στην αυλή ενός σπιτιού, κάτι σαν στίχοι ενός πελοποννησιακού ονείρου.
Θα ‘χε ξημερώσει όταν σηκώθηκε για να φύγει. Ρώτησε τον νεαρό ποιο ήταν το όνομά του. Τι αστείο, τόση ώρα και δεν είπαν τούτα τ’απλά. Ο νέος τον κοίταξε με ένα πεθαμένο βλέμμα. Είπε, “ύπνος, με λένε Ύπνο και ζω χιλιάδες χρόνια. Στην πραγματικότητα είμαι ένας έκπτωτος Θεός, δεν είναι αστείο;”
Ξημέρωνε 13 του Μάρτη. Ένιωσε κάτι σαν πνιγμό και πέρασε στην απέναντι όχθη, εκεί ακριβώς, καταμεσής του ξημερώματος, δίχως κανένα θόρυβο. Όταν τον βρήκαν ειδοποίησαν τις αρχές. Ένα γκαρσόνι είπε στις αρχές όσα γνώριζε. Όταν τον ρώτησαν αν συνάντησε κάποιον, ο υπάλληλος απάντησε πως δεν βρέθηκε με κανέναν.
Για το συμβάν έγραψαν “αποπληξία συνεπεία αλκοολισμού” και έκλεισαν την υπόθεση. Μα κάθε νύχτα εκεί έξω, σεργιανάει τους δρόμους ένα νεαρός, έκπτωτος θεός με βαμμένες μπλε βλεφαρίδες και θερμότατο βλέμμα.
Καίσαρας Βαγιέχο
Άγριο Παραμύθι
Όταν γίνεται θρύψαλα ο καθρέφτης, έχει σημάνει η αρχή του τέλους για το “Άγριο Παραμύθι” του Καίσαρα Βαγιέχο. Ο ήρωας έχει διαβεί πια στην απέναντι όχθη, σκιά του εαυτού του, συνομιλεί με το ασύλληπτο. Εκείνος που τον καταδιώκει παραμένει συνώνυμο του αδύνατου. Η ειρηνική ζωή του νεαρού αγρότη κινδυνεύει να γίνει κομμάτια. Η αγάπη του, αυτή η αγάπη που ομορφαίνει το τίποτε της ζωής του, θα μεταμορφωθεί σε μια τυφλή ζήλια. Και κάτω από τον ίσκιο της γραφής του μεγάλου Περουβιανού συγγραφέα, θα πάρει μορφή εκείνο το θαυμαστό της πραγματικότητας που αγγίζει τα όρια του εφιάλτη μες στις σελίδες του “Άγριου Παραμυθιού”.
Δεν πρόκειται για μια ιστορία που αποκτά τις διαστάσεις μιας αυτοψίας. Ο Βαγιέχο συλλαμβάνει κάτι από το ζωντανό συνεχές που μας περιβάλλει. Αν κάποιος μπορούσε να ζωγραφίσει το πρόσωπο του ήρωα από το “Άγριο Παραμύθι” του γεννημένου στο Σαντιάγκο ντε Κούτσιο συγγραφέα, θα το ‘κανε γιομάτο από τα αίματα ενός σφαγμένου φεγγαριού. Με αυτό θέλω να σας πω ότι βρίσκεται μες στην καρδιά του συγγραφέα, κάτι πανάρχαιο και φοβερό, κάτι που γεννιέται και πεθαίνει μες στην ποίηση της γραφής του.
Άλντο Μόρο
[…στα ηχεία, The Do, Travel Light. Στη φωτογραφία ο Μόρο λίγες μέρες πριν την εκτέλεσή του εμπρός από το λάβαρο των Ερυθρών Ταξιαρχιών, στο διαμέρισμα κρυψώνα της Via Fani. Στις 15 του Μάρτη το 1978 θα απαχθεί από μέλη των Ερυθρών Ταξιαρχιών, κατορθώνοντας με το θάνατό και το κουράγιο του να συνενώσει το ασυμβίβαστο των ιδεών…]
Τα παιχνίδια της εξουσίας θα σημάνουν την αρχή του τέλους για τον ηγέτη των Ιταλών Χριστιανοδημοκρατών, Άλντο Μόρο. Στις 15 Μαρτίου του 1978 μέλη των Ερυθρών Ταξιαρχιών θα στήσουν ενέδρα στην Via Fani και γαζώνοντας τη φρουρά του Ιταλού πολιτικού, ενός εκ των πρωταγωνιστών της εγχώριας, πολιτικής σκηνής. Η πράξη δεν έχει προηγούμενο. Ο Άλντο Μόρο θα φυλακιστεί για 54 μέρες, σε ένα διαμέρισμα όχι μακριά από τα γραφεία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας. Αυτή είναι η ποινή του για το γεγονός ότι κατόρθωσε να συμβιβάσει τα άκρα της ιταλικής πολιτικής.
Η απαγωγή θα λήξει με την ανακάλυψη της σορού του Άλντο Μόρο μες σε ένα μικρό φορτηγάκι λίγα μέτρα μόνο από το διαμέρισμα που κρατείτο. Η ιταλική, πολιτική σκηνή που μέχρι τότε παρακολουθούσε άβουλη τα γεγονότα θα αναλάβει δράση. Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες θα εξολοθρευτούν και τα μέλη της θα καταδικαστούν με πολυετείς ποινές.
Ωστόσο, χρόνια μετά, η φωτογραφία του Ιταλού πολιτικού, νεκρού στην καρότσα του κλειστού Ρενό παραμένει ένα σημείο καμπής για την πολιτική ιστορία της γειτονικής χώρας. Μια τέτοια μέρα, είκοσι αιώνες πίσω, η Σύγκλητος αποφάσιζε την εξόντωση του Ιουλίου Καίσαρα. Ένα ρωμαϊκό εγχειρίδιο τότε , ένα περίστροφο το ‘78 γράφουν καθένα τους την ιστορία της εξουσίας , δίχως ίχνος λυρισμού. Συμπτώσεις, θα μου πείτε.
Δεν το ‘χα σκοπό, Βίκυ
Δεν το ‘χα σκοπό να προσθέσω ακόμη κάτι στα εν γένει αυτού εδώ το σημειώματος. Ωστόσο, κάτι πολύ λεπτό, με ενθουσίασε. Ξέρετε, μιλώ για εκείνα τα κείμενα που προκύπτουν εν το μέσον της νυκτός ή περί την δωδεκάτη μεσημβρινή ή μια ώρα δίχως καμιά ανταπόκριση, ολότελα ξαφνικά σαν να λέμε και δίχως καμία ένδειξη ή προειδοποίηση. Άνηκε στην ποιήτρια Βίκυ Κατσαρού, από την μαγική και μαγεμένη κοινότητα των ανθρώπων του Μονόκλ, κάπου εκεί στο τέλος της οδού Φειδίου. Ένα μικρό, τόσο δα βιβλιοπωλείο, από εκείνα τα μεγάλα μικρά που τ’αγαπάμε και που τις νύχτες αργά, σαν περνάς από εκείνα τα μέρη, μια ατμόσφαιρα gothic του χαρίζει ένα βάθος παράδοξο για την “μικρή του έκταση”.
Τέλος πάντων, το Μονόκλ δεν είναι το θέμα του παρόντος. Περισσότερο πρόκειται για το κείμενο της Βίκυς που μιλάει για την ουσία της διδασκαλίας της Αγίας Γερτρούδης της Νιβέλ. Η μοναχή που διετέλεσε Ηγουμένη στην ομώνυμη μονή και που αφιέρωσε τη ζωή της στην εφαρμογή των χριστιανικών αρχών, αναπαρίσταται με το ζεστό, διακριτικό της χαμόγελο. Φορά χρωματιστά άμφια και τα μάτια της μοιάζουν τόσο εκφραστικά, με μια επένδυση της ψυχής που λύεται από αγάπη. Από αγάπη και θεϊκό θαυμασμό. Στην αγκαλιά της κρατάει ένα μικρό γατί. Και κάπως έτσι η ζωγραφιστή φιγούρα της, επαναδιατυπωμένη σε πληθώρα εικαστικών έργων, διασώζεται σήμερα ως η προστάτιδα των γατιών. Η ίδια στάθηκε με φροντίδα απέναντι στους διωκόμενους και τους παρίες, εμπρός σε εκείνους που χάνουν τον εαυτό τους κάτω από το βάρος ενός ψυχικού νοσήματος. Ως και την αντιμετώπιση αρουραίων έθεσε ως προτεραιότητά της η Αγία Γερτρούδη της Νιβέλ, το κορίτσι των παλαιών εκείνων καιρών που δεν έμελε να ζήσει περισσότερο από τριάντα χρόνια. Στερήσεις, νηστείες, εξαντλητική προσευχή, η προσφορά που γίνεται απλόχερη δαπάνη του εαυτού της, θα συμβάλλουν στην καταπόνηση και τελικά στο θάνατό της. Μα η φωνή της, μια φωνή θυέλλης όπως εκείνη του Γιώργου Μαρκόπουλου επέζησε ως σήμερα.
Για να με καταπλήξει και να μου θυμίσει πως η κυρία της γειτονικής μονοκατοικίας που με τόση υπομονή καθημερινά φροντίζει τα αδέσποτα του δρόμου, ίσως να είναι η ίδια η Γερτρούδη. Θες η σιωπή της, η καρδιά της που το ξέρει κανείς σαν την κοιτάξει πως είναι παιδική, όλο ζεστασιά, η στωικότητα και η ατημελησία της ως τα όρια της αθωότητας ενός φτωχού ανθρώπου, θες η σιωπή της που μοιάζει χρόνος επώασης της πιο άδολης σοφίας, της πιο ανεπιτήδευτης ανθρωπιάς , όλα μπορεί να συνοψίζουν το προφίλ της Αγίας. Θα πρέπει να την παρατηρήσω περισσότερο, να μελετήσω τις κινήσεις της, να διακρίνω τους σταθμούς της αγάπης της, να ακούσω τα ονόματα των γατιών. Παίζουν μες στα πόδια της σαν τα χρόνια που μείνανε για πάντα παιδιά, καμιά φορά αν μιλήσει θαρρώ πως θα γίνουν πελώριες όλες οι σκιερές γωνιές του κόσμου. Ίσως εκείνη η γυναίκα να έχει βρει το μυστικό, ίσως πάλι να ανήκει στους αγιογράφους ετούτης της πόλης και τους πιστούς της μάρτυρες.
Ίσως να πρόκειται -με μια κάποια αμφιβολία μάλλον – , για την Αγία Γερτρούδη της Νιβέλ. Τόσες συμπτώσεις δεν μπορεί, όπως αυτή η ασπλαχνία του Θεού που καταλήγει στο τρομερό της τέλος. Η σιωπή της, εύγλωττη στη ζωγραφιστή της μορφή, αφορά ένα είδος μουσικής, μια μελωδία που περιέχει τα πάντα, που γίνεται ο τρόπος να λέει κανείς τα πάντα. Η Βίκυ Κατσαρού μου υπενθύμισε πως οι άγιοι βρίσκονται πλάι μας καθημερινά και πως δουλεύουν ήσυχα, ειρηνικά πάνω στο δαντελωτό τέμπλο αυτού του κόσμου.Μας παρατηρούν μέσα από το μεγαλείο τους, με μάτια πλατιά, μεγάλα, σχεδόν καθολικά. Ή πάλι αδιαφορούν ολότελα για μας, όπως ακριβώς κάνει εκείνη η γυναίκα κάθε φορά που τη συναντώ. Ο κόσμος της μοιάζει σήμερα, επειδή ακριβώς μέσα από αυτή τη σιωπή, μου αφηγείται – άραγε να το ξέρει; – το βάρος της καλοσύνης πάνω στα φτερά του στοχασμού και της ανθρωπιάς μας. Στα χέρια της έρχονται να ξεδιψάσουν τα αδέσποτα που μοιάζουν με τα “στέρεα θεωρήματα” του Νίκου Δήμου, κάτι πολύ περισσότερο δηλαδή, από αιλουροειδή που κατατρώγουν το δημόσιο λόγο. Είναι οι φίλοι μας, ο Ψιψής, ο Αλέκος, ο Κουίκι και όλη η παρέα από το μισό αιώνα του Νίκου Δήμου που στέκουν θεματοφύλακες της πιο αδιαπραγμάτευτης καλοσύνης μας.
Απόστολος Θηβαίος
