
Αστικό μαλάκιο
Ένα σαλιγκάρι
στο τοίχο
του μπαλκονιού μου αφήνει
πίσω του μια γλίτσα
—κάτι σαν μέταλλο—.
Το παρατηρώ ώρα απειροελάχιστα
βασανιστικά
βήματα —ίσως
συρσίματα στη γλώσσα τους—
Το ξεκολλάω ενώ
μια λεπτή κλωστή
σάλιου εξακολουθεί
να το ενώνει
νοητά
με το σημείο.
Μέχρι να το φέρω
κοντά μου έχει μαζευτεί
στο κέλυφος του κοιτάω
φαίνεται
να κάνει γρήγορες κινήσεις
—όσο μπορεί
να θεωρηθεί
κάτι γρήγορο για αυτό το πράγμα—.
Δε μπορώ
να το αφήσω
εκεί που ήταν. Έχω φυτέψει
βασιλικούς.
πράσινοι. ψηλοί.
Αποφασίζω να το πετάξω
στον κήπο — ένα σωρό
φυτά. Νερό. Καθόλου. Τοίχοι—
Θα. Επιβιώσει.
Ίσως. Δεν. Ξέρω.
Είχε συνηθίσει
να είναι ένα
αστικό μαλάκιο.
Ας έφευγε και λίγο εκτός
comfort zone.
Αρκετά ασχολήθηκα
με αυτή την
α η δ ί α.
Πρέπει να ποτίσω και
να φύγω
γιατί θα χάσω
τη πτήση. Τόσα χρόνια
έχω να πάω
στο χωριό
να αναπνεύσω λίγο
καθαρό αέρα.
Μικροαστικές μετριότητες
Έχω μια συνήθεια
από παιδί κάθε πρώτη
του μήνα πηγαίνω
στο ταχυδρομείο
—αν πέφτει καθημερινή—
κοιτάω τα καινούργια σχέδια
στις καρτ ποστάλ.
Γράφω μια,
κολλάω ένα γραμματόσημο
τη ρίχνω στο κιβώτιο.
Το προηγούμενο μήνα
δεν έστειλα.
Είχα κάπως βαρεθεί αυτή την ιστορία
με τους αγνώστους παραλήπτες
και τον
γνωστό αποστολέα.
Σήμερα πήγα. ήθελα
να στείλω δύο.
Περίμενα στη ουρά,
μπήκε η Ελένη.
Είχα να τη δω χρόνια μετά που
χωρίσαμε
—με γνώρισε αυτή—.
Είπαμε τα νέα μας
—εγώ απλά την άκουγα
να μιλάει—. μη χαθούμε
να τα λέμε πιο συχνά
και άλλα τέτοια.
Τον επόμενο μήνα
λέω να μη στείλω. Ποιος
τρέχει τώρα
μέσα στο κρύο για κάποια απαίσια·
φωτογραφία τοπίου.
Ο Δημήτρης Ψυλλάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο το 1984, όπου ζει και εργάζεται ως φωτογράφος. Ασχολείται με τη συγγραφή ποιημάτων σε ελεύθερο στίχο, με εστίαση στην παρατήρηση και την περιπλάνηση. Παρακολουθεί μαθήματα δημιουργικής γραφής στην πόλη όπου ζει. Το λογοτεχνικό του έργο είναι άμεσα επηρεασμένο από τη φωτογραφία και από άλλες εικαστικές τέχνες.
