Αποστολος Θηβαίος | Πορτρέτα

© Paolo Monti

Άγγελος Βεργολυγερός
Γιάννης Τσαρούχης

13 Ιανουαρίου 1910 – Αθήνα, 20 Ιουλίου 1989

Τίμησε όσο κανείς τη ζωγραφική. Στάθηκε και αυτός ισάξιο ταλέντο ανάμεσα σε άλλα ονόματα της γενιάς του, προικίζοντας την πολύπαθη την αισθητική μας με το ουσιώδες και το ακριβό, αυτό που ξεπερνάει το φοκλόρ και το αναβαθμίζει σε αίσθημα συλλογικό. Έκανε, λέει το βήμα  προς την καρδιά μας, προς την καρδιά ενός πολιτισμού που έψαχνε να βρει την ταυτότητα του μες στην κοινή μας Ευρώπη και την ίδια στιγμή μες στην άλλη πτυχή του, την πιο εσωτερική. Αναζήτησε μαζί του τις μορφές, μελέτησε το χρώμα και επέστρεψε στις αρχικές πηγές για να μάθει τι πάει να πει σκιά.

Αν ζούσε στην εποχή του Θεόφιλου, μπορεί να ήταν από εκείνους τους λαϊκούς καλλιτέχνες που ζωγράφιζαν κουρεία, τσαγκαράδικα,γαϊδαράκους, τρόφιμα και παρόμοια. Κάποιος που έθεσε το λαϊκό σε ένα επίπεδο έξω και πέρα από κάθε μόδα και κάθε δικτατορία προσθέτοντας και αυτός μια ψηφίδα στο μεγάλο της ζωής μας το μωσαϊκό, το χιλιοτριμμένο. Όταν η γενιά του θέριζε τους καρπούς μιας άκρατης, συλλογικής ευτυχίας σε μπουζουξούδικα και γερμανικές αντιπροσωπείες πετρελαιοκίνητων τελευταίας τεχνολογίας, εκείνος τόλμησε να κάνει λόγο για την ανάγκη να πετάξεις ότι έχει πεθάνει από τούτο το συνονθύλευμα που είπαμε νεοελληνική πραγματικότητα. Μες στο όνειρό του είχε μεγαλώσει μια μορφή λαϊκή που ξεπερνούσε κάθε τι φυσικό και έπιανε από την αρχή το νήμα ενός όρου που ξέφτισε μες στην πολυλογία μας. Μεταφυσική λέει, μια μετάφραση μας, η πιο πειστική. 

Αλεξανδρινός, με εκείνη την αίσθηση του φιλοσοφείν που κατοικούσε μέσα και έξω από τους ανθρώπους κρατώντας μονάχος του την αριστοκρατία του έρωτος, της βαθύτερης αιτίας που γεννά τα μεγάλα έργα. Πρέπει να ‘ναι έρωτα, ετούτο θα απομείνει τ’απόσταγμα του Τσαρούχη που πολεμήθηκε και λοιδορήθηκε, που εκδιώχθηκε και πάλι επέστρεψε για να κρατήσει όρθιο ένα κομμάτι του πολιτισμού μας, δεμένο άρρηκτα με την αλήθεια μας. Ο Γιάννης Τσαρούχης φυγάδευσε τη μόνη αλήθεια της ζωής μας, τη βαθύτερη μετουσίωση της στις μορφές που εμπνεύστηκε θα πρέπει να την εκλάβουμε ως την ύστατη προσπάθεια του καλλιτέχνη να αγγίξει το ανθρώπινο. 

Στην εποχή μας το μουσείο Τσαρούχη διατηρεί ανέπαφη την καλλιτεχνική ζωή του δημιουργού. Μες στον οικείο χώρο εκθέτονται τα έργα, σαν τάχα να πρόκειται για ανθρώπους που ποζάρουν αιωνίως στο φόντο της βιογραφίας τους. Τα μοντέρνα χρονοδιαγράμματα μας, πάντα πιεστικά και αγωνιώδη, μας κρατούν μακριά από την τέχνη του. Όμως εκείνος κατόρθωσε να εισέλθει με δάφνες και δόξα αλόγιστη, με χρώμα και μορφές, με κατόψεις της ζωής μας, ανεπανάληπτες, με πρωτοπορίες θεατρικές μες στην κοινωνική μας ζωή. Τον αναγνωρίζουμε εδώ και εκεί, κάποιο σκίτσο με τη μορφή αυτού του Διογένη που έζησε και εκφράστηκε με τα πινέλα του, λογαριάζοντας πως είχε καθήκον να διαμορφώσει μια τέχνη που θα μας κάνει να ξεχνούμε, λέει το θάνατο, μια τέχνη που δεν θα ‘ναι καταδικασμένη να πεθάνει τόσο νέα και τόσο ανυπολόγιστη και ασήμαντη.

Δεν χρειάζεται καμιά επέτειος γεννήσεως. Αυτό θα μπορούσε να σταθεί ως μια πρόσθετη αφορμή. Όμως ο Πειραιώτης Γιάννης Τσαρούχης που εξακολουθεί να μας κατευθύνει με την ιδιοφυΐα την παλαμική αυτού που συνταιριάζει ξανά τα πράγματα, όσα μας κατοικούν αποσπασματικά και όσα περιμένουν μια ευκαιρία ανασυνθέσεως, μπήκε πια στα βιβλία, λήμμα μες στην μεγάλη ιστορία της τέχνης. Όμως εκείνος διαθέτει το γυάλισμα και άλλοτε τη σκιά ενός ζωντανού πλάσματος, ενός ποδηλάτη την εξωφρενική ταχύτητα, ισάξια της δύναμης που ‘χουν οι στίχοι του Εμπειρίκου.  Τον φαντάζομαι σαν τα πορτραίτα του Φαγιούμ που τόσο αγάπησε μετά τον Απελλή και τη ζωγραφική της Κορίνθου, του μελαγχολικού Μυστρά και του Θεόφιλου τις δυο μαγεμένες διαστάσεις. Πολύ μετά τον Ελ Γκρέκο που σμίγει το Βυζάντιο με τα πορίσματα της Αναγέννησης. Τον φαντάζομαι, όχι ζωντανό, μα μορφή γεροντική γεμάτη με το θυελλώδες βλέμμα του καινούριου και του απλησίαστου, με τη βαρύτητα μιας φωνής που στάθηκε η συνείδηση του πολιτισμού μας από την άλλη πλευρά της ασύλληπτης ευτυχίας μας. Αναστημένο τον βλέπω, ένα πορτραίτο γεμάτο από την αθώα και κεφαλαιώδη ενεργητικότητα του ανθρώπου που πρωτοβλέπει τον κόσμο. Μια μορφή λαϊκή που έχει ταυτότητα πάνω από κάθε τι, δηλαδή ρίζες. Από εκείνη την άλλη πια πλευρά μας γνέφει σήμερα πως η τέχνη παραμένει αιώνια και ασύλληπτη, μια υπέροχα ατελής ιστορία. Μαγική και μαγεμένη, ένα όνειρο επίμονο και θαυμαστό. Ποτάμι μ ‘οχθη πλατιά που χωρεί όλα τα ρεύματα και όλες τις εποχές.

Πέρα από τη ζωή του
Νίκος Καββαδίας
11 Ιανουαρίου 1910 – 10 Φεβρουαρίου 1975

Με όλη την τρυφερότητα του κόσμου, με όλη την θέληση της αποφυγής εκείνου που πολύ σ’αγάπησε γράφει ο Κόλιας. Για σένα που ταξίδεψες δίχως ποτέ να αφήσεις τη ζωή σου, για σένα που γίνεσαι ήρωας των Εβρίδων μες στο όνειρό σου, για σένα.

Για τον εαυτό του που δεν έμαθε τι τάχα να μην είναι όνειρο. Τον είπαν ποιητή μα εκείνος μες στις ζωγραφιές πλανήθηκε. Από τ’αρχαία λιμάνια δεν θα ξαναπεράσει, τώρα είμαι βέβαιος. Χρόνος γίνονται οι άνθρωποι και σκορπάνε, αφήνοντας πίσω τους καλοκαιρινά αποτυπώματα φαντασμάτων που σου σφίγγουν την καρδιά. 

Και όλα αυτά με στίχους που πετούν τριγύρω από τα ρέλια και έπειτα μες στις καδένες πιάνονται, στις αντένες ισορροπούν και σε αφήνουν να φαντάζεσαι με άπειρους τρόπους το σχήμα, λέει της Γυναίκας. Εσύ, το μοιιραίο της ζωής σου, λέει πλεούμενο.

Όλα τα έβαλε μες στην ποίηση του ο Καββαδίας. Και άφησε μια σκοτεινιά κιτρινωπή των θαλασσών να πλανάται σαν επιχρωματισμένη δέηση πάνω από τις λέξεις του. Γκρίζα ανοιξιάτικη σκιά και κόσμοι που ονειρεύονται. 

Και τα τοπία να’ναι ο ποιητής που ελεύθερα κοιτάζει πέρα από τη ζωή του.

Απόστολος Θηβαίος