Γράφει ο Μάνος Μαυροπαλιάς
Υπάρχουνε τόποι, οι οποίοι επιτελούνε τα καταφύγιά μας, στέκια όπου ο χρόνος φαντάζει απλά μια επινόηση, όπου το Είναι αναδύεται στην επιφάνεια μέσα από τις συλλογικές εξεγέρσεις του μικρόκοσμού μας. Εκεί όπου, με κατώφλι την επιδερμίδα μας, τα κορμιά συνευρίσκονται και απολαμβάνουν, δημιουργώντας κοινοκτημοσύνη και αλληλοπεριχώρηση, με σεβασμό και τρυφερότητα, ο ένας ενώπιον του άλλου, ο ένας και ο άλλος, ο ένας μαζί με τον άλλο, ο ένας μέσα στον άλλο. Με τον χρόνο να είναι το ακατέργαστο υλικό που κρατά όρθια τα θεμέλιά μας. Γιατί δεν υπάρχει Είναι δίχως το συν–Είναι, όπου τούτο μας διαπερνά σε εκείνες τις στιγμές που ούτε ο ίδιος ο χρόνος δεν κατάφερε να τις μετρήσει, στις ά-χρονες καταστάσεις: συζητήσεις, αγγίγματα και βλέμματα, τα οποία σηματοδοτούνε τις δικές μας εξεγέρσεις. Αυτά έχουμε. Αυτά μας καθιστούνε. Το καταφύγιό μας. Οι άνθρωποί μας.
Ένα τέτοιο μέρος αποτελεί το bar Au Revoir, όπου ο Ίκαρος Μπαμπασάκης, στο ομότιτλο βιβλίο του, εξιστορεί ιστορίες γραμμένες με μελάνι που έχει το χρώμα του ονείρου. Απολαμβάνω να περιγράφω και να προσεγγίζω τον Ίκαρο με τον εξής τρόπο: ως μία χρονοκάψουλα χρυσής νοσταλγίας, η οποία παράγει έναν ομορφότερο ορίζοντα για το μέλλον, και ταυτόχρονα ένα παρόν που μοιάζει περισσότερο δικό σου. Ο κορμός του συγκεκριμένου κειμένου δεν διαφέρει και πολύ από το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο κινείται η λογοτεχνία του Μπαμπασάκη. Παρέες, υπερβατικοί έρωτες, περίπατοι, βινύλια, σελιλόιντ και αλκοόλ ηλεκτροδοτούν το ήδη μπαρουτιάσμενο πλαίσιο της μεταπολίτευσης. Τότε, μετά τη χούντα, όπου μία κάστα ανθρώπων έζησαν τον δικό τους Μάη, ανακαλύπτοντας τον κόσμο από την αρχή με τη δίψα και την αδηφαγία του να τα μάθουνε όλα, έχοντας ταυτόχρονα την αγωνία του ερωτήματος «τι κάνουμε με τα δευτερόλεπτά μας; Πώς ξοδεύουμε τον χρόνο μας και πώς θέλουμε να μοιάζει η καθημερινότητα».
Το βιβλίο του Ίκαρου αψηφά νόμους, νόρμες, μηχανιστικά σημεία στίξης και κοινοτυπίες, διαπερνώντας μέρες και εποχές με ιλιγγιώδη ταχύτητα – αφήνοντας στον αναγνώστη ένα απόσταγμα ζωντάνιας, κινητοποιώντας τη φαντασία του προκειμένου να ασχοληθεί με όσα τον εξυψώνουν. Αυτός είναι ο μαγικός ζύθος της λογοτεχνίας του Ίκαρου, καθώς μέσα από τα κείμενά του ταυτιζόμαστε με «ήρωες» και συμβάντα, τα οποία δεν είναι προϊόντα μυθοπλασίας, αλλά ιστορίες της καθημερινότητας, μίας καθημερινότητας διαμορφωμένης όπως θα επιθυμούσαμε να μοιάζει. Γραμμένο μέσα σε ένα μπαρ, για ένα μπαρ, γραμμένο για ένα σπίτι, γραμμένο σε μία οδό, γραμμένο για την Πατησίων, γραμμένο για τη Μάρθα, τον Θάνο, τον κύριο Λίσανδρο, και και και…
Ένα ταξίδι της μνήμης που μαζεύει τα εύφλεκτα του παρελθόντος ξεσκεπάζει ένα μέλλον με όσα θα θέλαμε να ζήσουμε. Πώς το είπε και ο Στέφανος Ροζάνης, να δεις: «το μη–Είναι ακόμη δεν μπορεί να συμβιβαστεί με την εκπλήρωση μέσα στο πραγματικό εαυτό, που είναι η προσδοκία του παρελθόντος. Διότι το μέλλον, προς το οποίο κινείται η δημιουργική επιθυμία της ουτοπίας, γνωρίζει κατά έναν μυστηριώδη τρόπο τον εαυτό του πριν από κάθε πρόβλεψη ή, καλύτερα, εναντίον κάθε πρόβλεψης του μέλλοντος». Απλούστερα, αυτό που έπεται να έρθει δεν μπορεί να προκύπτει από την προσδοκία της λογικής του παρελθόντος, καθώς το μέλλον της ουτοπίας κινείται στα νήματα του ενδεχόμενου, στις τομές της πραγματικότητας που μοιάζουν περισσότερο πραγματικές και συνάμα απίθανες από το εκάστοτε παρόν, διότι η λογική του παρόντος δεν μπορεί να τις υποστηρίξει. Αυτό είναι το Au Revoir, μια ονειρική διάσταση του μέλλοντος θεμελιωμένη με έρωτες, συζητήσεις, κοφτερές ματιές και βλέμματα εμποτισμένα με ευαισθησία. Διαχρονικά αγγίγματα κράτησαν μερικές μονάχα στιγμές, αρκετές ώστε να φτιάξουν κόσμους όπου η γραφή του Μπαμπασάκη έπεται να μεγαλουργήσει.

