
[…στα ηχεία στιγμές από τη μουσική της Βενεζουέλας και τον Carlos Atilano…]
Νικηφόρος Βρεττάκος
1 Ιανουαρίου 1912 – 4 Αυγούστου 1991
Ἂν σοῦ λείψω μιὰ νύχτα
[…Ἂν σοῦ λείψω μιὰ νύχτα μὴν ἀνησυχήσῃς
ὣς τὸ ἄλλο πρωί, ὡς τὸ ἄλλο βράδυ, ὣς τὴν Κυριακή,
Ἐδῶ κάπου θὰ βρίσκομαι σ᾿ ἕναν ἄρρωστο δίπλα,
μ᾿ ἕνα πικρὸ ραβδὶ θὰ ψάχνω νὰ βρῶ μία πηγή.
πόρτα σὲ πόρτα θὰ γυρνῶ μ᾿ ἕνα ψωμὶ στὴ μασχάλη.
Ἔχε ἀναμμένη τὴ φωτιὰ πάντοτε, γιατὶ πάντοτε
θὰ σοῦ γυρίζω μουσκεμένος- Ἔχω ζεσταμένο
στὰ γόνατά σου ἕνα πουκάμισο κι ἔχε τὸ νοῦ σου
στὴν πόρτα καὶ στὴ δημοσιὰ μὴν ἀκουστῶ, γιατί,
δίχως λειψὸ ἀποφέγγαρο κι ἄστρι, κάθε φορά,
ἀπὸ τὴν ἄκρη θά ῾ρχομαι τὸν κόσμου…]
Και έτσι κανείς δεν θα μείνει μόνος. Επειδή σε κάποια γωνιά του κόσμου, κάποιος άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του. Κάποιος που πεινούσε σου φίλησε τα χέρια και πήρε το ψωμί που ‘χες στη μασχάλη. Ήταν πάντα αυτή η ευγνωμοσύνη και η επιείκεια που κράτησε όρθια τα πράγματα.
Και έτσι κανείς δεν θα μείνει μόνος. Επειδή κάποιος στέκει για σένα όταν χάνεις το δρόμο μες στο βαθύ σκοτάδι, κάποιος που ξέρει πως έρχεσαι από την άκρη του κόσμου. Σε παραστέκει δίχως να τον υποψιάζεσαι, στίχος αναμμένος, σκοτωμένη αθωότητα μες στη βρώμικη εποχή, το μικρό θαύμα που σου εμπιστεύτηκα όταν ήσουν παιδί.
Αν μπορούσα θα σε ρωτούσα πού τάχα να βρίσκεται αυτή η άκρη. Και αν μπορεί κανείς να φτάσει ως εκεί. Θα σε ρωτούσα για το τίμημα φοβισμένος, με μια τσακισμένη ψυχή. Αν μπορούσα θα σε ρωτούσα αν είναι η αγάπη ο μόνος πρόγονος του κόσμου.
Ίσως πάλι και να σιωπούσα, ίσως να διάλεγα να σ’αφήσω ελεύθερα να τραγουδάς όπως οι χίλιες φωνές του δικού σου Ταύγετου.
Την καλύτερη, την αιώνια νιόκοπη ελπίδα αυτού του κόσμου θα βρίσκω πάντα φυλαγμένη, σαν ακριβό απόχτημα μες στα ποιήματα του κορυφαίου Νικηφόρου Βρεττάκου. Τα ποιήματά του ήταν ηλιοτρόπια. Άμα γεννήθηκαν στράφηκαν αιωνίως προς τον ήλιο και το μέλλον.
Καλή χρονιά.
Πρόσωπα
Βασίλης Αυλωνίτης
1 Ιανουαρίου 1904 – 10 Μαρτίου 1970
[…Τα δυο σου χείλη είναι μέλι. Χατζιδάκις…]
Πόσες φορές ένας τύπος λαϊκός, χαρακτηριστικός που λένε του κόσμου εκεί έξω, δεν έκανε την εμφάνισή του στο κεντράκι το θερινό; Και πόσες φορές δεν πέρασε κάποια τέτοια μορφή, βγαλμένη θαρρείς από το τέμπλο που σμιλεύει ο χρόνος από την κερκίδα, χαλώντας τον κόσμο με τις περιγραφές, με το μπρίο του, κάνοντας πλάκα με τα παιδιά.
Πάει να πει με ένα αίσθημα ολοζώντανο της πραγματικότητας, ποτισμένο με το σπάνιο νου και την ευφυία του αυθεντικού του χωρατού, πότε δεν πέρασε από εμπρός μας κάποια φιγούρα λαϊκή;
Μια μορφή καθημερινότατη που αναβλύζει τη σοφία του χρόνου με την περίσταση την πιο συγκεκριμένη, με της φυλής μας το φέρσιμο.
Ένας τέτοιος τύπος, που αγγίζει την αιωνιότητα, όχι με τον ακαδημαϊσμό του μα με την έκφρασή μας την πιο κλασική, ήταν και ο Βασίλης Αυλωνίτης. Ο σπουδαίος αυτός ηθοποιός που χάρισε μοναδικές στιγμές στις ασπρόμαυρες κόπιες του ελληνικού κινηματογράφου αλλά και πάνω στο θεατρικό σανίδι, μεταλαβαίνει τα στοιχεία μας τα πιο αντιπροσωπευτικά. Με το ύφος του μοιάζει με τους πριμιτίφ του Καμύ που δεν παραμορφώνουν αλλά πραγματοποιούν. Και ο Αυλωνίτης μεταφέρει αυτούσιο τον βαθύτερο μας χαρακτήρα στ’αλησμόνητα τα φιλμ, τον πραγματοποιεί. Μεταφέρει, ας πούμε, του αλόγου τον αχό, σαν τον Ζεύξη του Φασιανού και άλλα πολλά που παραμένουν αίσθηση και μουσική, δηλαδή πράγματα που βιώνουμε πρώτα και έπειτα τα μεταφράζουμε και τ’αγαπούμε.
Πρόσωπα
Αλμπέρ Καμύ
7 Νοεμβρίου 1913 – 4 Ιανουαρίου 1960
[…και όποιος λέει ή γράφει ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα , όποιος λέει ή γράφει ότι το μεγαλείο κρίνεται από την ισχύ, είναι απολύτως υπαίτιος για μια απεχθή σωρεία εγκλημάτων που παραμορφώνουν τη σύγχρονη Ευρώπη (και όχι μόνο). Πέρα από τη διατύπωση του Καμύ σε μια σειρά διαλέξεων στη Βόρεια Αμερική το 1946, στα ηχεία, η μουσική του Carlos Atilano. Μουσικές της Βενεζουέλας που γίνηκε ο επόμενος σταθμός της νέας τάξης των πραγμάτων μες σε μια νύχτα, μες σε μια μονάχα νύχτα…]
Καμιά φορά στρέφω την καρδιά μου στα Ημερολόγια του. Σκέφτομαι πόσο λίγο τον συμμερίζομαι, πόσο λίγο μπορώ να νιώσω την αγωνία του. Εκείνη ενός πνεύματος που πολέμησε την εποχή του και που κατέδειξε, σαν μικρό λαδοφάναρο, το δρόμο για την ανθρωπιά. Είτε με ομιλίες και με διαλέξεις του, είτε ακόμη με το συγγραφικό του έργο και όλα εκείνα τα μαγεμένα από έρωτα και ύπαρξη πρωτόλεια αφηγήματα του, τόσο μικρά μες στα Ημερολόγια ο Αλμπέρ Καμύ στέκει στο κατόπι του σύγχρονου ανθρώπου, του κατατρεγμένου, εκείνου που διώκεται και του άλλου που ζει αγόγγυστα τις μεγάλες ήττες της ζωής του. Πατρίδα του ο ήλιος και η θάλασσα και ένα τοπίο αθεράπευτα θερινό, μια καρτ ποστάλ της αιωνιότητας. Γίνηκε άγγελος τόσο νωρίς και όμως το έργο του σήμερα μεγεθύνεται με όλη την ανθρωπιά του δημιουργού καταπιστευμένη στη φιλοδοξία να γενούμε κάποτε άνθρωποι.
Ο κόσμος τρέμει, εκεί έξω. Κάθε μέρα την ελπίδα μας ξεσκίζουν βάναυσα τα γεγονότα, οι γεμάτες προαίρεση πρωτοβουλίες για το μέλλον της ανθρωπότητας. Μέχρι και τούτη η αργή αυτοχειρία μας έγινε βραχνάς. Καμιά φορά σωπαίνουμε και ανερυθρίαστα τιμούμε τούτη τη ζωή που μας δόθηκε. Γελούμε και διασκεδάζουμε μαζί της, άρρωστοι όπως εκείνη. Τη φρίκη που ζούμε την είπαμε όνειρο κακό και απαίσιο που δεν πρέπει στιγμή να συλλογιζόμαστε.
Πού να χωρέσει μες στις βιβλιοθήκες μας ο Καμύ; Με τι θάρρος, με τι καρδιά να ανοίξουμε τα ημερολόγια του που όλα τα ζητούν από εμάς, με τι σθένος να συμφωνήσουμε μαζί του όταν μιλά για τον κόσμο. Πώς να τ’αρνηθούμε εκείνο το χέρι που ζητά να δεθεί με το δικό του. Πώς να ζητήσει κανείς μια πολιτεία δίκαιη όταν ακόμη το ιερό δισκοπότηρο της λευτεριάς του πνεύματός μας παραμένει μυστικό.
Όλα ετούτα τα ‘βαλε μες στις λέξεις του ο Καμύ που χάθηκε νωρίς και δεν είδε την Ευρώπη που την σέρνουν δυο άγρια άλογα μες στον καινούριο αιώνα. Με εκείνο τον Γάλλο μας χωρίζει πια μια ολόκληρη άβυσσος. Μας χωρίζει ο τρόπος της ζωής μας, οι ήττες μας που φαντάζουν οδυνηρές, όχι επειδή συνέβησαν, μα γιατί ποτέ δεν παλέψαμε για μια ρεβάνς, έτσι να μην πέσει αμαχητί το όνειρό μας το μικρό και το μεγάλο.
Ο θρήνος στο σπίτι του δασοφύλακα
Νικόλαος Γύζης
[…στα ηχεία Calido Sur. Με δυο κιθάρες και τίποτε άλλο…]
Είχαν σφαλίσει τα παραθυρόφυλλα. Δεν έμπαινε φως, δεν ξέρανε αν ήταν μέρα ή νύχτα μες στο φτωχικό του δασοφύλακα. Όλα τ’αφηγουταν το κρεμασμένο όπλο, το κασκέτο, η εξάρτηση του νεκρού, όλα τους καρφωμένα πάνω στο χοντρό ντουβάρι.
Τρώγανε τα παιδιά και ήταν σιωπηρά, δίχως παιχνίδια, με του θανάτου την πίκρα τόσο μα τόσο αταίριαστη στα παιδικά τους πρόσωπα. Τα δυο μεγαλύτερα κοιτάζονταν όλο νόημα. Φαίνεται πως είχαν αντιληφθεί την αιωνιότητα της στιγμής. Η γριά που’ξερε και αυτή το αιώνιο παιχνίδι της ζωής και του θανάτου, είχε όλη της τη μέριμνα στο μικρότερο. Αυτό παρέμενε ανέφελο, με την αθωότητά του ακόμη απείραχτη από το τρομερό συμβάν.
Μόνον εκείνη υπήρξε μια συντριμμένη φιγούρα, στην άκρη του τραπεζιού, παράμερα από τον κόσμο και την ευτυχία του. Ντυμένη κατάμαυρο ταφτά πώς κρύβει το πρόσωπό της από τον Θεό. Πάνε τα όνειρά της. Και το στήριγμά της, σαρώθηκε και αυτό από της μοίρας τα γυρίσματα. Θεέ μου, πώς θα τα καταφέρει, ο θάνατος θα την προλάβει και εκείνη. Και τ’άλλοτε χαρούμενα τιτιβίσματα μες στο φτωχικό του δασοφύλακα θα σβήσουν.
Η γριά όμως ξέρει, πως θα αλλάξει όψη η ζωή, πως μια μέρα θα στεγνώσουν τα δάκρυα και πως θα ξεκρεμάσουν τα πράγματα του συγχωρεμένου. Και μια άλλη ζωή θα’ρθεί να ανθίσει σε τούτο το σπιτάκι. Μια ζωή που θα γκρεμίσει τα σφαλιστά παράθυρα, που θα κάνει σκόνη και τίποτε την ανείπωτη θλίψη, το βουβό κοίταγμα των παιδιών, την ενοχή μες στο βλέμμα του κοριτσιού, αυτό το ακατάβλητο επιχείρημα που είπαμε του κόσμου πόνο. Μια μέρα, όμως, μια μέρα.
Ως τότε τι πικρά θα παριστάνεται η ζωή στο σπίτι του δασοφύλακα, με τι περιφρόνηση στη διακόσμηση του θανάτου που με κάθε τρόπο νοηματοδοτείται μες στο έργο του Γύζη θα εικονογραφείται απέριττα δίχως άλλη μέθοδο από την πιστή καταγραφή μιας δύσκολης στιγμής μες στη ζωή.
Α.Θ
