Απόστολος Θηβαίος | Μαύρη κορδέλα

© Francesca Woodman

Ο μόνος τρόπος
για να μάθεις να μιλάς
όπως αυτοί οι άνθρωποι,
δεν είναι άλλος
από το να προσπαθήσεις
να γίνεις
αυτοί οι ίδιοι.

 

Σηκώθηκε αχάραγα. Πλύθηκε, φόρεσε τα καλά της, την ποδιά με τα λουλούδια που αφήνει παντού ο ποδόγυρος της. Μάρτυς μου αυτές εδώ οι λέξεις, παντού σκορπίζει, λέει, ολόλευκα πέταλα, σαν ανεμώνες που δεν μπόρεσαν. Λουλούδια για αυτούς που αρνήθηκαν κάθε φαντασία μες στη ζωή τους. Πρώτα για αυτούς, για τους πολύ μόνους και τα παιδιά.

Πιάστηκε με την κουζίνα από νωρίς. Είχε ανοίξει το ραδιοφωνάκι της και άκουγε τραγούδια της ημέρας. Ήσαν όλα γιορτινά, μια στάλα που άνοιξε την πόρτα ολόκληρη η πολυκατοικία έπλεε μετά της ευωδιάς της μες στον καινούριο χρόνο. Ο Παπαδιαμάντης θα μετέφραζε την αίσθηση χαρισματικά. Τώρα δα θυμάμαι ένα βιβλίο που συνδέει τον κοσμοκαλόγερο με όλες τις παραδόσεις και μεταξύ αυτών με εκείνη της μαγειρικής. Τι τα θες, σχεδόν φορτώθηκαν όλα αυτά τα πράγματα με ένα ακόμη χρόνο, τι τα θες. Η λήθη φαντάζει πιο εύκολος δρόμος, ξέρετε. Να θυμάμαι όλο και λιγότερα πράγματα κύριε, αυτό επιβάλλει η ζωή μας με τη φαντασμαγορία της.   Και πάντα να μένει κάτι που αρκεί, όπως συμβαίνει με αυτήν εδώ την ιστορία.

Σαν να χόρευε λιγάκι, εκεί που ανακάτωνε στην κατσαρόλα της το σέλινο. Έλεγε το όνομά του και άνοιγε η καρδιά της. Αυτή η ιστορία δεν πρόκειται ποτέ να σας δείξει το μέγεθος αυτής της ευλογίας. Αν κάπου βρίσκεται ο Θεός, λέω αν, τότε είναι μες στον άλλον. 

Κατά τη μία κάθισε αποκαμωμένη. Πήρε το ξεσκονόπανο και περπάτησε κουτσαίνοντας μέχρι το σαλονάκι. Κοίταξε το φουστάνι της, την ποδιά, όλα καλοφορεμένα και γιορτινά, ακριβώς όπως αυτή η ιστορία ξεκινά και πάει. Κοίταξε τα κάδρα, τα βρήκε όλα στραβά και τα διόρθωσε, πότε κοιτάζοντας από κοντά και άλλοτε παίρνοντας μια απόσταση από τα πράγματα. Έπειτα κοίταξε τις φωτογραφίες στον μπουφέ. Της φάνηκε παράξενη η μαύρη κορδέλα γύρω από τον Βασιλάκη της. 

Ποιος την έβαλε εκεί; Αυτό το συνηθίζουν στα μέρη της, όχι εδώ. Και σημαίνει πως αυτός που τον δένει η κορδέλα, τον αρπάζει μαύρη μοίρα. Όχι, όχι τον Βασιλάκη της , λάθος έκανε όποιος την έβαλε εκεί. Το έχει και γραπτώς, “αγνοούμενος” , με έντονα μελανιασμένα γράμματα. Δεν τη χρειάζεται αυτός την μαύρη κορδέλα. Σε λίγη ώρα θα ‘ναι εδώ, βιαστικός με όλα του τα μπαγκάζια. Δεν πειράζει, είναι ο καιρός του να βιάζεται, τον περιμένει μια ζωή, συλλογίζεται και ευθύς ξυπνά από τον ήχο της χύτρας που στέλνει σινιάλα καπνού. Να, τώρα θα της πουν πως βρέθηκε, θα δείτε.

Δεν έχει χρόνο τώρα. Θα ασχοληθεί αργότερα με τη μαύρη κορδέλα. Τώρα αλλάζει σκεύη, ανακατεύει, χτυπάει την κρέμα, χορεύει πάλι και σιγοτραγουδά. Είναι ένα βαλσάκι παλιό, αθηναϊκό μα της αρέσει πολύ. Μέσα της καίει μια μικρή φωτιά μελαγχολίας, την θυμάται και βάζει τα κλάματα, στην κουζίνα, μες σε ατμούς και συριγμούς και τον ήχο του νερού, κάθε τόσο που έρχεται από μακριά. Μόνο τότε σταματά να χορεύει διακριτικά, μόνο τότε.

Είναι έτοιμο το τραπέζι. Κοιτάζει το ρολόι της. Αργήσανε κομματάκι, κοιτάζει τη φωτογραφία του, “κρίμα βρε Βασιλάκη να αφήνεις τη μητέρα σου να περιμένει, ψυχή δεν έχεις μωρέ Βασιλάκη;” Θυμάται την μαύρη κορδέλα, αρπάζει την κορνίζα, δυσκολεύεται, θυμώνει, πετάει με δύναμη χάμω την κορνίζα, εκείνη σπάζει, χίλια κομμάτια οι ζωές των ανθρώπων με μια τόση δα κίνηση. Για φαντάσου. 

Αρπάζει το τηλέφωνο, σβήνει το ραδιοφωνάκι, σχηματίζει τον αριθμό, όσο τρώει μηχανικά, καθισμένη ολομόναχη σε εκείνο το τραπέζι. Στην άλλη άκρη της γραμμής κανείς, έπειτα μια φωνή συρμάτινη που μιλά δίχως να την ρωτά κανείς και τίποτε.

“Καλησπέρα σας, ναι, σουρουπώνει όσο να πει κανείς πιο γρήγορα αυτόν τον καιρό. Για αυτό σας λέω καλησπέρα. Είμαι η μητέρα του Βασίλη, παρακαλώ, μπορώ να του μιλήσω; Μήπως τον ξέρατε; Μα τι μ’έπιασε και σας μιλώ σαν να συζητώ περαστικά πράγματα. Ας είναι, μην σας ταλαιπωρώ, αν τον δείτε πείτε του να τηλεφωνήσει στη μητέρα του. Και πως κρύωσε το φαγητό, τι σημασία έχει όλος αυτός ο κόπος, ρωτήστε τον, αν τάχα κρυώσει μια καρδιά μένει μόνη, πείτε του. Θα δείτε, δεν θα λάβετε απάντηση. Ωστόσο, εσείς να επιμείνετε. Και να τον ρωτήσετε αν τάχα αυτός ο σκανταλιάρης ευθύνεται για τη μαύρη κορδέλα. Πείτε του, η μητέρα σας σχεδιάζει μια σοβαρότατη τιμωρία. Μα προέχει να με καλέσει πρώτα, να τον βρείτε, εγώ δεν μπορώ πια, τον γύρεψα παντού, μόνον εδώ μέσα τον βρίσκω. Τον λένε Βασίλη και σήμερα γιορτάζει. Λίγο ακόμη και θα σας μιλούσε σε χρόνους αόριστους, πολύ παλιούς, το φαντάζεστε; Τι παιχνίδια παίζει ο νους τ’ανθρώπου, δεν συμφωνείτε; Κύριε; Βασίλη; Κάποιος; Είμαστε σύμφωνοι; Μ’ακούει κανείς;”

Αφήνει το τηλέφωνο στο πλάι της. Μοιάζει τόσο κουρασμένη. Γέρνει επάνω στο τραπέζι, ακουμπάει τα χέρια της σαν να ονειρεύεται. Κρατάει σφιχτά, τόσο σφιχτά την μαύρη κορδέλα όσο ο Βασίλης, πέρα από τούτα εδώ τα λόγια και πέρα από τα χρόνια, μέσα από τη φωτογραφία που ‘σπασε στο πάτωμα,  ξαναγεννιέται μόνο για εκείνη. Τώρα μπλέκει μες στα πόδια της, τον ακούει που γελά και αποκοιμιέται. Μες στο όνειρο της βρέχει και χιονίζει, όσο εκείνη περιμένει τον άγγελο που θα’ρθεί να την πάρει. Μες στο όνειρό της, το πικρό.

Απόστολος Θηβαίος