Καραμέλες Σεν – Σεν και άλλα

© Robert Frank

“…Is this a Starman waiting in the sky?…]
David Bowiw, “Starman”

Να μην ξεχάσω να φοβηθώ
[…μονάχα τύμπανα, ήχος της εποχής που έρχεται…]

Τα βάλανε στην ίδια σελίδα. Το ένα μιλούσε για “ευρωπαϊκό πατριωτισμό” και τ’άλλο, πιο χαμηλά, σαν επιδόρπιο στη μεγάλη ιδέα που στήνεται πίσω από πόρτες βαριές, έκανε λόγο για τον “πατριωτισμό”. Μια εκδοχή της μεγάλης ιδέας που χρειάζεται τ’αφήγημα, σε εθνικό επίπεδο πια,  για να σταθεί όταν πια όλα καταρρέουν δίχως αξιοπρέπεια. Όταν όλα τελειώνουν δίχως τον ελάχιστο λυρισμό, όταν όλοι οι δρόμοι μοιάζουνε κλειστοί, απομένουν τα σύμβολα για να κάνουν τη δουλειά. Όλα τα πονταρίσματα πέφτουν απάνω τους.

Τα δυο εκείνα άρθρα στην κυριακάτικη φυλλάδα, το ‘χαν βάλει σκοπό να ξυπνήσουν το συλλογικό απόθεμα ομοψυχίας. Είχαν  ερημώσει όλες οι πηγές πια, απέμενε το κάλεσμα, λέει, για να σταθούμε της πατρίδος ισάξιοι. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος γράφανε οι συντάκτες , το τελευταίο μας χαρτί είναι μια αίσθηση πατριωτισμού. 

Μετά θα ‘ναι εύκολο να βρούμε τους εχθρούς που απειλούν τούτο το εκπληρωμένο. Δεν είπαν τίποτε για αυτό.  Τους φαντάζομαι τους “πατριώτες” να τρέμουν τα χέρια τους από τη συγκίνηση, να οραματίζονται πως είναι ήρωες – η Μάρβελ τους ταιριάζει γάντι – να σηκώνουν τα τρακτέρ από τους δρόμους. Ιδού, η πατρίδα ξανά πίσω στους πατριώτες που έχουν το χρώμα και το ήθος τους και τις ιδέες τους τις πολιτικές. Σκοπός σε λίγο καιρό πατριώτες και κομματάρχες να ‘ναι το ένα και το αυτό. Και η κριτική να μην έχει έστω και λίγη αρετή ή πολλή αλήθεια, μόνο έναν πρόσκαιρο πατριωτισμό, θορυβώδη και συγκεχυμένο. 

Την απάντηση στο μέλλον τη βρήκα στα σχόλια του Τρίτου. Φαίνεται πως σε κάθε εποχή κάποιοι δοκιμάζουν τις ίδιες συνταγές. Μα σήμερα δεν υπάρχουν στοχαστές, άνθρωποι στοχαζόμενοι σαν τον Μάνο Χατζιδάκι να γράψουν δίχως περιστροφές όλη την αλήθεια. Να δείξουν με τον απλούστερο τρόπο τις υπόγειες διαδρομές μιας καινούριας μεγάλης ιδέας, ενός πατριωτισμού α λα καρτ. Λυπήθηκα και σκέφτηκα όλη εκείνη την απόσταση από όσα βαθύτερα μας συνθέτουν και μας ενώνουν. Η απόσταση που μας χωρίζει πια από το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, συνιστά την καταλληλότερη μεταφορά. Όλα τα άλλα τα καθορίζουν η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, οι διεθνείς συσχετισμοί, ο κρύος και τεράστιος αιώνας που σαν άλλος Άμλετ διαρκώς εφευρίσκει εκδοχές του εαυτού του. 

Άφησα την εφημερίδα στην άκρη και ευθύς ένιωσα το βάρος που ετοιμάζεται να μου ακουμπήσει η ιστορία στους ώμους. Και είπα, φοβού τους πατριώτες, ακόμη και αυτούς που δεν έρχονται με δώρα φρεγάτες αλλά και τους άλλους που ξεπουλάνε τζάμπα λόγια στους άμβωνες, εκεί έξω.

Για λίγο καιρό
νουβέλα που δεν τα κατάφερε

Γύρεψε τα κλειδιά κάτω από το χαλάκι. Άνοιξε βαριεστημένα, προχώρησε στο εσωτερικό. Πίσω του έσερνε μερικά αταίριαστα πράγματα, τον εαυτό του, ίσως το πιο παράταιρο, το πιο ξένο από όλο εκείνο το εμπόρευμα. Κάθισε στη θέση του και άνοιξε την τηλεόραση. Το δελτίο ειδήσεων εξακολουθούσε σε λούπα. Οι ίδιοι νεκροί, οι ίδιοι πύραυλοι, οι ίδιοι τραυματιοφορείς. Οι πανομοιότυπες μέρες. Κάποιος μιλά για το μέλλον του κόσμου όσο στην πάνω γωνιά της οθόνης η συχνότητα διαφημίζει το αφιέρωμα για την πρώτη μητρόπολη του κόσμου. Η Τζακάρτα των σαράντα δύο εκατομμυρίων κατοίκων κατέχει τα πρωτεία και δείχνει το δρόμο για τις μέγα πόλεις που ξεπηδούν μέσα από την νέα εποχή. 

Προτίμησε το σκοτάδι. Ξαναδιάβασε το σημείωμα. “Θα λείψω για λίγο καιρό”, ύστερα μερικές γραμμές, κάτι σαν πρόσωπο με χαμόγελο. Έπειτα πρόφερε τη λέξη “Τζακάρτα”, ένιωσε πως θα του έκαναν καλό άλλες σαράντα δύο εκατομμύρια ψυχές. Κάποια θα μπορούσε να τον καταλάβει. Έτσι τρελός για άνθρωπο κατέβηκε στους δρόμους της πόλης. Του ‘φτανε να ανακατευτεί με τις παρέες που γελούν, με τους φίλους που σμίγουν, με τους ερωτευμένους που διστάζουν, ώσπου να ξεσπάσει μια ανίκητη αγάπη για να τους παρασύρει. Το βλέπεις στα μάτια τους πως δεν υπάρχει πια καμία γραμμή άμυνας. 

Προτίμησε το σκοτάδι. Ξαναδιάβασε το σημείωμα. “Θα λείψω για λίγο καιρό” μα τώρα τα σχήματα ήσαν καινούρια. Κάτι μακρινά φώτα έλουζαν μια γωνιά του σκρίνιου και αυτό είναι όλο. Η νύχτα κύλησε έτσι, με το σημείωμα της, με εκείνο το “λίγο καιρό” με τ’απόμακρα φώτα, με το σκοτάδι. Αυτή είναι όλη η ιστορία μερικές φορές και τίποτε περισσότερο. 

Η Ράμπα

Στάθηκε ακριβώς στη θέση που του ‘χαν υποδείξει. Θυμήθηκε τα λόγια του. Ένας νεαρός τον πλησίασε και του ‘δωσε κουράγιο. “Η πρώτη φορά θέλει μόνο να ‘σαι ελεύθερος, από όλα , ακόμη και από τον ρόλο σου, κατάλαβες, κύριος;”

Θυμήθηκε τις λέξεις, τις έβαλε στη σειρά. Τακτοποίησε τη στολή του, ζύγισε καλά στη μέση του τη ζώνη. Έπειτα τράβηξε το ξίφος που ‘χε στη θήκη, έκανε τάχα πως το χρησιμοποιούσε. Επανέλαβε τις κινήσεις που του υπέδειξε ο χορογράφος. “Σαν να πατάς στα σύννεφα, σαν να σκοτώνεις το τίποτε, μα την ίδια ώρα να του ματώνεις την καρδιά ακριβώς στο κέντρο της”. Έκανε ακόμη μερικές κινήσεις, ήταν αρκετά επιδέξιος, γέμισε αυτοπεποίθηση. Έβαλε το ξίφος στη θέση του, ο νεαρός φάνηκε στην άκρη της ράμπας. Κοιτούσε έξω στη σκηνή. Την κατάλληλη στιγμή θα του ‘κανε νόημα. Ο εαυτός του τότε θα ‘ταν παρελθόν, τίποτε άλλο δεν θα μετρούσε έξω από αυτήν την αβάσταχτη αγάπη. Το μόνο που θα περιμένει θα ‘ναι εκείνη, το μόνο που θα θέλει θα ‘ναι εκείνη. Δεν φταίει εκείνη για το αίμα της, εκείνη φταίει μόνο για την ομορφιά της που καίει τον κόσμο. 

Ο φροντιστής σφύριξε δυο φορές όπως κάνουν οι γελαδάρηδες και ο άλλος ξεκίνησε με μια βαθιά ανάσα. Και μες στους καπνούς που ‘χαν κυριεύσει τη σκηνή στάθηκε όρθιος. Πώς μπορεί να ‘ναι άλλο έξω απ’όνειρο, πείτε μου; Έκανε ένα βήμα, έβγαλε το ξίφος του και το κάρφωσε καταγής. Έπειτα γονάτισε, στερέωσε το πρόσωπό του πάνω στη λαβή του ξίφους και πήρε να μιλά. 

Δεν μπορεί, θα ‘ρθεί. Μου το υποσχέθηκε. Μου άφησε το μαντήλι της, να εδώ είναι, κοιτάξτε το αν δεν με πιστεύετε. Μου άφησε το μαντήλι της, σαν να ‘θελε να μου πει πως θέλει να με ξαναδεί, πως κάτι σαλεύει μες στην καρδιά της, κάτι πολύ αληθινό και μεγάλο και όμορφο. Δεν μπορεί, θα ‘ρθεί. Με το πρώτο γεμάτο φεγγάρι θα φανεί. Τα πουλιά που τα ξέρουν όλα θα μου πουν το πώς και το γιατί. Με πόση ζεστασιά, με τι σεβασμό θα πλησιάσω το Ναό του Ουρανού, εκεί που θα με περιμένει, κανείς δεν το φαντάστηκε. Και μήτε που θα μιλήσουμε, μόνο να ακουμπήσουν οι ψυχές μας, μόνον αυτό θ’αρκεί. Δεν μπορεί, θα ‘ρθεί, μου άφησε το μαντήλι της, δεν το μπορούσε να το πει αλλιώτικα και μου άφησε το μαντήλι της. Να κοιτάξτε το, είναι το μυστικό μες στον κόρφο μου, η πεποίθησή μου η πιο στέρεη. Ένα τρεμάμενο όνειρο. Δεν μπορεί, θα ‘ρθεί, αλλιώς γιατί μου άφησε το μαντήλι της; Ίσως για αντίο, ίσως για αυτό. Δεν μπορεί, θα ‘ρθεί να το γυρέψει, είναι μεταξένιο και μου γλιστρά από τα χέρια. Τα πουλιά ξέρουν, αυτά θα μου πουν”.

“Έι, Τζόουνς! Καλά ξυπνητούρια! Η σκύλα σφύριξε τρίτη φορά. Αν συνεχίσεις έτσι θα σε διώξουν κακομοίρη”.

Ήταν ο φίλος του και τον ήξερε καλά. Λογάριασε πως είχε δίκιο και ανασηκώθηκε από τη θέση του.  

“Είδα πως βρισκόμουν στη ράμπα. Έπειτα στη σκηνή, έδωσα τον καλύτερό μου εαυτό φίλε”.

“Έχεις ακούσει που λένε πως τα όνειρα βγαίνουν αληθινά; Ε, λοιπόν, μάντεψε! Απόψε είσαι στη ράμπα και φυσάει πολύ δυνατά εκεί απάνω. Καλύτερα να αφήσεις τα όνειρα, η δουλειά δεν είναι αστείο πράγμα εκεί απάνω”.

Λέει δυο φορές τα λόγια και τραβάει για το πόστο του. “Δεν μπορεί, θα ‘ρθεί αλλιώς δεν θα μ’άφησε το μαντήλι της. Είναι μεταξένιο και μου γλιστρά μέσα από τα χέρια. Τα πουλιά ξέρουν, αυτά θα μου πουν”.

Η σκύλα σφύριξε εκκωφαντικά ακόμη μια φορά. Θαρρείς και το ‘κανε μόνο για εκείνον που στη βάρδιά του, κόντρα σε κάθε άνεμο, εκεί ψηλά στη ράμπα, κάνει τα πάντα για την μεγάλη του αγάπη και δεν το βάζει κάτω. Το ξίφος του, ξέρετε, είναι η καρδιά του η ίδια. 

Οι Κυριακές του Τσάρλι

[…μια ιστορία με αφορμή τον μεγάλο Τσάρλι Τσάπλιν που στις 25 του Δεκέμβρη του μακρινού 1977 σκάρωσε μια πλάκα που κρατάει ακόμη…]

Ο Τσάρλι λατρεύει το όνομά του. Είναι καθ’όλα συνηθισμένο και δεν διαθέτει τίποτε το μαγευτικό. Ή έστω μια ιστορία που να το συνοδεύει, κάτι φανταχτερό. Μα ο Τσάρλι δεν ξεχνά ποτέ να συστήνεται κορδώνοντας το απάνω μέρος του κορμιού του, σαν τάχα να ανακοινώνει το πιο εντυπωσιακό πράγμα του κόσμου. Και να σημειωθεί παρακαλώ πως λέει πάντα το μικρό, δηλαδή, “Τσάρλι” και αν τον ρωτάνε για το συνοδευτικό, το επώνυμο που λένε, εκείνος λέει με ύφος, γελώντας σαν να λέει κάτι πολύ έξυπνο, “τι σημασία έχει όταν κάποιον τον λένε Τσάρλι;”

Εκτός από το όνομά του ο Τσάρλι λατρεύει τις Κυριακές και μάλιστα σε υπέρμετρο βαθμό. Και θα σας πω το λόγο για να μην επιδοθείτε σε τίποτε αυθαιρεσίες. Θα σας πω γιατί ο Τσάρλι κόντρα στο εργατικό δυναμικό της χώρας που κλείνει ρυθμικά τα μισητά ξυπνητήρια, σηκώνεται προτού να φέξει. Θα σας πω γιατί απλώνει το ψιμύθιο με ευλάβεια και προσοχή, δίχως να το τσιγκουνεύεται. Αργότερα – πάντα προτού ξημερώσει – σιδερώνει το κοστουμάκι του. Φροντίζει τις τσακίσεις και ειδικά το πέτο του σακακιού του. Έπειτα ντύνεται και στέκει εμπρός στον καθρέφτη, προκειμένου να επιδοθεί σε αυτό που λένε, “ζέσταμα”. Το κάνουν οι αθλητές στα μεγάλα ποδοσφαιρικά ραντεβού και έτσι σκέφτεται πως πρέπει και εκείνος να κάνει το ίδιο, αν θέλει να κρατιέται σε φόρμα. Να δείτε πως σωριάζεται χάμω ο Τσάρλι και πως σηκώνεται τάχα μου γυρεύοντας να σουλουπώσει το κοστουμάκι του. Μόλις ξημερώσει ετοιμάζει το βαλιτσάκι του και ξεμυτίζει στους δρόμους. Αυτό είναι και το πιο δύσκολο πράγμα, αφού πρέπει να ξεγλιστρήσει με επιδεξιότητα και χάρη από την κυρία Ινές που καραδοκεί χρόνια ολόκληρα στο μπαλκονάκι της ανάμεσα σε φρέζιες και αρμπαρόριζες και τη μικρή της, τη φτενή ελιά. Όταν πια γλιτώσει από το κατσάδιασμα για τα καθυστερημένα νοίκια ο Τσάρλι είναι ελεύθερος και ευτυχισμένος. 

Τώρα τραβά για το πόστο του που είναι μονάχα δικό του και κανενός άλλου. Και άμα φτάσει πιάνει τα σκετσάκια του, κάτι έξυπνες, χαριτωμένες παντομίμες που κάποτε άλλαξαν το σινεμά και τον κόσμο. Και οι περαστικοί του ρίχνουν μερικά ψιλά στο χάρτινο κουτάκι που γράφει με πλαγιαστούς, κόκκινους χαρακτήρες, “ότι μπορείτε και άμα θέλετε!”

Τις καλύτερες μέρες οι διαβάτες μαζεύονται τριγύρω, χειροκροτούν σε κάθε γκάφα του Τσάρλι, συμμετέχουν στα σκετσάκια του και φεύγουν μονάχα όταν ο Τσάρλι κάνει την υπόκλιση του. Τ’απόγευμα της Κυριακής, άμα νυχτώσει παίρνει το δρόμο της επιστροφής. Και είναι κάτι το ανεκπλήρωτο που τον κάνει να κλαίει. Το μακιγιάζ του καταστρέφεται μα τότε ο Τσάρλι φαντάζει πιο αληθινός από ποτέ και θυμίζει δίχως αμφιβολία το ίνδαλμά του, τον τρομερό Τσάρλι Τσάπλιν, το συνονόματό του που με κάθε του ιστορία, επιβεβαίωσε πως η τέχνη δεν είναι άλλο από το όνειρο ενός ανθρώπου, τόσο συνηθισμένου. Ενός ανθρώπου ζει και ερωτεύεται και χαμογελάει ανάμεσά μας. Η ανθρωπιά του τον κάνει να μοιάζει έγχρωμος μες στον ασπρόμαυρο κόσμο των αρχών του παλιού κιόλας αιώνα.

Αυτή πάνω κάτω είναι η καθημερινότητα του Τσάρλι που ζει μονάχος του και με τις αδέξιες, τις σκηνοθετημένες κινήσεις του, δεν παύει να μας εκπλήσσει και να μας κάνει να γελούμε με μια τρυφερότητα που δεν χωρά στη δική μας εποχή.

Σεν, Σεν

Ο Έιντζελ – έτσι τον λένε – λατρεύει τις καραμέλες σεν. Κάπου τις συναντά με τη γοητευτική αυτή λεξούλα δυο φορές. Καραμέλες σεν σεν. Έτσι τις αγάπησε ο Έιντζελ. Έπειτα κλείστηκε μες στον εαυτό του, πάει καιρός που δεν φάνηκε ανάμεσά μας. Πάντα τις συλλογίζεται και νομίζει δίχως να το λέει σε κανέναν πως η γεύση από εκείνες τις καραμέλες έκανε πάντα τη διαφορά. 

Τα Χριστούγεννα δεν του αρέσουν καθόλου. Τα φώτα τον μελαγχολούν πολύ, ο χειμώνας κρατάει περισσότερο τα Χριστούγεννα. Και στον Έιντζελ αρέσουν οι καταπράσινες πεδιάδες, όπως ακριβώς τις συναντά στα σκίτσα που μελετάει ώρες ολόκληρες με τις δις Μίσι. Μαζί ταξιδεύουν και γελούν και σοβαρεύουν όταν το θέλει η δις και μαθαίνουν ο ένας τον άλλον, αργά, μεθοδικά στο περίπτερο του κήπου. Ο Έιντζελ το ζωγράφισε έτσι και οι φίλοι του έβαλαν μπρος και το στήσανε κάποιο απόγευμα. Από τη χαρά του έβαλε τα κλάματα ο Έιντζελ, ο ιατρός δήλωσε κατηγορηματικά πως κάτι τέτοιες συγκινήσεις ακόμη και αν τον τρομάζουν, μοιάζουν όσο αληθινές θέλουμε, “η απλή ζωή” σχολιάζει με τρόπο. 

Απόψε βγαίνουν με τη δις Μίσι όπως κάθε άλλη χρονιά. Για εκείνη μπορεί να αντέξει τα λαμπιόνια που παίζουν με τον ίσκιο του. Όταν είναι πλάι της σιγοτραγουδά έναν σκοπό που είναι πάντα διαφορετικός μα σαν κάπως γνώριμος, με τον τρόπο που έχουν τα πράγματα να μας κάνουν να τα νιώθουμε. 

Τον αρπάζει από το χέρι και περνούν το δρόμο. Στη γωνιά λειτουργεί επί τρεις δεκαετίες το ζαχαροπλαστείο του κυρίου Τέρνερ, σκέτη ζωγραφιά στο δρόμο με τις φτελιές. Ριγωτή τέντα με κόκκινο και άσπρο, ο τοίχος γαλάζιος και ώχρα ζωντανή, πορτοκαλιά σχεδόν για την πρόσοψη. Εκεί η δις Μίσι θα βρει το δώρο που ήθελε πάντα ο Έιντζελ. Μια σακούλα διάφανη, γεμάτη από καραμέλες σεν. 

Και ο Έιντζελ που τα υποπτεύεται – όλα τα υποπτεύεται μες στον κλειστό του κόσμο, τριγύρω από τις θημωνιές και την βαριά σιωπή – αποφασίζει να κάνει κάτι για εκείνη. Κάτι πολύ σπουδαίο που το προβάρει μέρες τώρα. Θα παραγγείλει αυτός τις καραμέλες. Θα πει, “μια σακούλα καραμέλες σεν σεν κύριος παρακαλώ”. 

Έτσι έγινε και η δις Μίσι κοκκίνισε από τη χαρά της. Ο νεαρός του ζαχαροπλαστείου νόμισε πως ο Έιντζελ ήταν κομμάτι ψευδός λόγω της κατάστασής του. Πού να φανταστεί πως του λόγου του τα υποπτεύεται και τα ξέρει όλα, πού να φανταστεί πως έχει μια νεανική καρδιά μέσα του, πως χτυπάει δυνατά όταν είναι στο πλάι του η δις Μίσι. 

Και έτσι του αποκρίνεται, όχι δίχως ευγένεια, “καραμέλες, δεν, σεν, καθόλου, τέλος, τίποτε”. “Σεν σεν” επιμένει ο Έιντζελ και ο νεαρός από τη μεριά του με μια εκφραστική άρνηση – συμμετέχει ολόκληρος σαν χορευτής – να λέει “σεν, σεν” λέγοντας όχι με κάθε πιθανό τρόπο. Η δις Μίσι γελά, το ίδιο και ο Έιντζελ και ο νεαρός.

“Είναι πολύ σπουδαίο αυτό που έκανες” του λέει η δις Μίσι κάτω από μια λωρίδα ουρανό. Και ο Έιντζελ θέλει να τραγουδήσει με όλη του την καρδιά έναν ολοκαίνουριο σκοπό που γεννιέται τώρα δα. Και ξάφνου όλοι οι θόρυβοι έρχονται κατά πάνω του, λίγο λίγο βάζει τον κόσμο στη θέση του. “Η απλή ζωή” του ιατρού κάνει το θαύμα της, ο Έιντζελ ξετυλίγει μια καραμέλα και την προσφέρει στη δις Μίσι που ‘χει παραδοθεί στη στιγμή, δίχως να καταλαβαίνει πώς κυλά μες στην αγάπη. Ο Έιντζελ λέει, “ίσως να μ’αρέσουν λίγο τα λαμπιόνια, Μίσι” και η φωνή του δεν τρέμει όπως πριν. Και ο άγγελος, ο αληθινός ή ο ψεύτικος που στέκει στο πλάι μας και αλλού το λένε τύχη ή άστρο , εκείνος με τη γαλάζια μπόλια της καλοσύνης απάνω στην ποδιά του, ανάβει όλα τα φώτα για χάρη τους.

Αύριο θα ‘ναι λιγότερο κλειστός ο κόσμος του. Το λένε και τα βιβλία που μοιάζουν η μόνη έγχρωμη φαντασία μες στη δολοφονική συνήθεια. Η αγάπη κάνει θαύματα και ας υποστηρίζουν κάποιοι πως ολόκληρη η ιστορία του κόσμου είναι γεμάτη λήμματα νεκρά, νεκρά μηνύματα. Για την αγάπη, ούτε κουβέντα. 

Α.Θ