Απόστολος Θηβαίος | Η Λένα, ο Σέριμαν και οι άλλοι

© Αντώνης Τσόκος

Mικρή παράξενη ιστορία κάπου στο κέντρο της πόλης

Χαιρετήθηκε εγκάρδια με τους ιδιοκτήτες των γειτονικών καταστημάτων. Ευχές, σφιγμένα χέρια και λίγη ελπίδα ανάμεσα στους ανθρώπους για να πιστέψουν τάχα πως κάτι ακόμη μένει όρθιο εκεί έξω. Ο χρόνος τα έπαιρνε όλα μαζί του, καθένας από όλους αυτούς τους ανθρώπους έχανε κάτι καθώς αθροίζονταν οι ώρες, οι μέρες, οι μήνες και τα χρόνια. 

“Ακόμη και να το θέλαμε, ποιοι είμαστε εμείς για να τα βάλουμε με το χρόνο. Ακόμη και αν θέλαμε να τον κρατήσουμε για λίγο ακόμη μαζί μας, αυτό θα ήταν πέρα για πέρα αδύνατο. Οπότε, μόνο να πιούμε μπορούμε στην ανάμνησή του. Και όλα αυτά ώσπου να μας παρασύρει η ζωή με όλα της τα καινούρια κόλπα. Ύστερα, τα πράγματα αλλάζουν, κανένας δεν συλλογίζεται το χρόνο, καθένας έχει μια ζωή να ζήσει κυρ Αντώνη μου”, είπε ο κύριος Νέστορας, θαμώνας της οδού Φειδίου από τότε που θυμάται τον εαυτό του. Αυτός μόνο ξέρει πόσο αργά αλλάζει ο κόσμος, αυτός μόνο γνωρίζει να σου πει για τις αδειανές κλεψύδρες και άλλα τέτοια. 

Η παρέα συμφώνησε με τον κύριο Νέστορα και έπειτα καθένας φορτωμένος με δώρα και γλυκά, τράβηξε για κάποια συνοικία αυτής της στολισμένης πολιτείας. Καθένας κράτησε για τον εαυτό του ότι μπορούσε και με τις σκόρπιες του σκέψεις έφυγε για κάπου μακριά. Θα συναντηθούν ξανά του χρόνου, όλοι τους θα έχουν γεράσει κάμποσο, μα δίχως να το αντιλαμβάνονται. Πάνω στα πράγματα θα ‘χει γράψει άλλη μια χρονιά την ιστορία της. Μια ιστορία που κάποτε θα γίνει μυθολογία, δίχως κανείς εκεί έξω να μπορεί να αλλάξει το παραμικρό.

Ο Αντώνης ανηφόρισε για τη δική του γειτονιά. Έριξε μια ματιά πίσω του για να δει την οδό Φειδίου που κρυώνει τόσο μα τόσο μόνη όταν όλοι πια λείπουν. Του φάνηκαν μελαγχολικά όλα αυτά τα φώτα στον έρημο δρόμο. Δεν ξανακοίταξε πίσω, μόνο χαμογέλασε πικρά για όλα όσα δεν θα μπορέσουμε ποτέ να κερδίσουμε ξανά.

 Σε κάποια διασταύρωση δυο που αγαπιούνται τόσο μα τόσο πολύ αγκαλιάζονται. Και δεν υπάρχει τίποτε που να μπορούσε να τους χωρίσει, τίποτε που να αγαπάνε λιγότερο. Μια παρέα από μουσικούς του δρόμου κουρδίζουν τα όργανά τους. Έχουν πλάι τους τον αγιοβασιλιάτικο σκούφο και το κατακόκκινο σακάκι. Σε λίγο πρέπει να βρίσκονται σε κάποιο μαγαζί. Ίσαμε το πρωί θα παίζουν τα σουξέ της εποχής , περιμένοντας να ξημερώσει και όλα να επιστρέψουν στους παλιούς, γνώριμους ρυθμούς. 

Μια φάλτσα νότα τον έκανε να χαμογελάσει. Συλλογίστηκε πως είναι η παραφωνία κόντρα σε κάθε λογική που συγκρατεί τον κόσμο από τον χαμό του. Σε λίγο χάθηκε στην ανηφοριά και δεν υπήρχε πια τίποτε από εκείνον, μονάχα μια απαλή ομίχλη. Έφερε στο νου του τα βιβλία στη βιτρίνα του μαγαζιού του, τα βιβλία που κρυώνουν στην οδό Φειδίου. Ένιωσε μια απέραντη νοσταλγία και ήταν η αλήθεια πως όλο αυτό του φάνηκε μια αχρείαστη συγκίνηση. Δεν συλλογίστηκε ποτέ ξανά το βιβλιοπωλείο, τα τιμολόγια, τις υποχρεώσεις που τον βάραιναν. Σε κάθε γωνιά του κόσμου ετούτη την ώρα γεννιέται ένας μικρός Χριστός, είπε. Και για μια στιγμή Τον φαντάζεταο να διαβαίνει έξω από τα γιορτινά σπίτια δίχως να μπορεί να ξεχωρίσει τι από αυτή τη νύχτα δεν είναι όνειρο. 

Στο μεταξύ το θαύμα βρίσκει τον τρόπο να φανερωθεί μες σε εκείνο το μικρό μαγαζάκι στην κόχη της Εμμανουήλ Μπενάκη. Πού να φανταστεί κανείς όλα αυτά τα παράδοξα που συνέβησαν εκείνη τη νύχτα. Τα διηγήθηκε όλα στον Αντώνη ο κυρ Νέστορας που ως γνωστόν παίρνει τον περίπατό του στις γειτονιές τριγύρω. Στην αρχή ο βιβλιοπώλης τίποτε δεν πίστεψε μα τελικά πείστηκε για όλα όσα συνέβησαν τη νύχτα των Χριστουγέννων στο μικρό βιβλιοπωλείο της οδού Φειδίου. Ο κυρ Νέστορας βαλμένος στην απέναντι γωνιά, είδε καθαρά μια παρέα από παλικαράδες στο εσωτερικό του βιβλιοπωλείου. Είπε κατηγορηματικά πως πρόκειται για κλέφτες, για ανθρώπους επικίνδυνους. Έτρεξε να καλέσει τον Αντώνη, μα στην άλλη άκρη της γραμμής δεν υπήρξε κανείς. 

“Για την ακρίβεια, θα ‘χαν περάσει κανά δυο ώρες αγαπητέ Αντώνη. Τότε ήταν που διέκρινα στο βάθος του μαγαζιού μια παρέα. Οι άγνωστοι εκείνοι επισκέπτες είχαν σχηματίσει έναν κύκλο και μιλούσαν, χαμογελούσαν, έσφιγγαν τα χέρια, ψηλάφιζαν ο ένας το πρόσωπο του άλλου. Αργότερα έμαθα πως αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να έρθουν κοντά οι άνθρωποι. Πολύ αργότερα, όταν πια τα ρολόγια του ποιητή ανάποδα γυρνούσαν και ο χρόνος λιγόστευε. Κάποιοι από εκείνους τους ανθρώπους είχαν τα στόματά τους σφραγισμένα και δεν μιλούσαν, όχι, δεν μιλούσαν”. Ο Αντώνης άκουγε τον κύριο Νέστορα να του αραδιάζει όλες αυτές τις τρέλες και ένιωθε πως είχε να κάνει με έναν άρρωστο άνθρωπο. Δεν μιλούσε, μόνο που άκουγε προσεκτικά όλα όσα συνέβησαν και πάσχιζε να βρει τον τρόπο για να βοηθήσει τον άτυχο νέο. 

Στάθηκε έξω ακριβώς από τη βιτρίνα και προσπάθησε να διακρίνει τα πρόσωπα της στρογγυλής, εκείνης τράπεζας. Πρόλαβε να διακρίνει τον Σκαρίμπα – ολόκληρη η πόλη της Χαλκίδας δεν θα ‘ναι ποτέ η ίδια δίχως εκείνον. Αργότερα, κάπου μες στο πλήθος ο Τζορτζ Στάινερ τραβούσε το φιλοσοφικό του δρόμο. Ανάμεσα στους απρόσκλητους επισκέπτες υπήρξαν και άλλοι. Ο Ταχτσής μελετούσε τη νύχτα εκεί έξω, ο Ρεμπό ζέσταινε το θαύμα με τις λέξεις, ένας έφηβος  με χρυσή καρδιά που ονειρευόταν. Και ο Ρικάρντο Ρέις που αναζητούσε διακαώς να βρει κάπου μες στις τσέπες του σακακιού του μια απόδειξη της ύπαρξής του, κάτι που να επιχειρηματολογεί υπέρ του. Έμοιαζε παραδομένος περισσότερο από κάθε άλλον σε τούτη τη ζωή. Η Σίλβια Πλαθ μετρούσε το κενό και σιωπούσε, όπως στα αλήθεια. Στον καθρέφτη ο κύριος Νέστορας αντίκρισε ένα γνώριμο είδωλο. Ήταν ο εαυτός του, ένας Ντόριαν με τη σπασμένη του ομορφιά και την αξιοπρέπειά του. Ήταν όλοι εκεί, χαρακτήρες λησμονημένοι και άλλοι που μήτε μια στιγμή δεν χάσανε το φως τους. 

Η Λένα την ώρα που κανένα πλοίο δεν περισσεύει, ο Πασκάρ και η Μία που θέλουν και μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο, κάποιος καλεσμένος που το όνομά του παραμένει μυστήριο. Όλα κυλούσαν μες στα αρώματα των κλημεντίνων που στόλιζαν τα ράφια των βιβλιοθηκών μες σε εκείνο το μικρό μαγαζί. Άλλοτε δούλευε ως μηχανουργείο και πάλι φιλοξένησε μια εταιρία που εμπορευόταν αλουμίνια. Και έτσι κατά κάποιον τρόπο, όλοι τους ενσαρκώνουν δίχως αμφιβολία αυτό που είπε πριν φύγει για πάντα ο Παπαγιώργης, πως τάχα όλη η τέχνη έχει φτιαχτεί από χειρώνακτες και ποιητές. Με κάποιον τρόπο αυτές οι δυο τάξεις κάπου συναντιούνται και έπειτα χάνονται για να στερεώσουν κάποτε την πιο αθώα μας συγκίνηση. 

Ο κυρ Νέστορας δεν έχασε λεπτό. Έτρεξε στο μαγαζάκι του, άρπαξε το τηλέφωνο. Το άφησε να χτυπάει δυνατά, όλη νύχτα τηλεφωνούσε. “Άντε μωρ’Αντώνη, σήκωσέ το!”, έλεγε μονάχος του και όλο πρόβαρε τα λόγια που θα του έλεγε. Κάθε φορά νόμιζε πως θα τα κατάφερνε μα έπειτα σκεφτόταν κάτι και άλλαζε το ύφος του ευθύς. Το πρωί ο Αντώνης επικοινώνησε και έμαθε τα καθέκαστα. Ντύθηκε πρόχειρα, η καρδιά του πήγαινε να σπάσει. Διένυσε βιαστικά τη χριστουγεννιάτικη πολιτεία που ξαποσταίνει προτού περάσει στον επόμενο σταθμό. 

Πρώτα γύρεψε τον κύριο Νέστορα. Τον βρήκε στο μαγαζάκι του πίσω από σορούς χαρτιά και άχρηστα βιβλία που ‘χαν ξεμείνει εκεί εδώ και χρόνια. Αφού του επανάλαβε όλα όσα είχαν συμβεί, οι δυο τους κατηφόρισαν προς το βιβλιοπωλείο. Εμπρός τους η Εμμανουήλ Μπενάκη, ως τα μεσάνυχτα να μοιάζει πνιγμένη στη μοναξιά της. Κοίταξε τη βιτρίνα, τα βρήκε όλα αλλαγμένα. Ώστε ο κύριος Νέστορας είχε δίκιο, σκέφτηκε. Τακτοποίησε βιαστικά την αναστάτωση στο εσωτερικό και κατέβηκε στο υπόγειο. Ήθελε να κεράσει τον κυρ Νέστορα το κατιτίς του. Ζει μόνος, δεν το σχεδίασε μα η ζωή να ξέρεις αλλάζει πρόσωπα δίχως να λογαριάζει τις δικές σου επιθυμίες. Αργότερα ο γέρος έφυγε, κάπως ζαλισμένος, μονολογώντας σε μια προσπάθεια να ερμηνεύσει και να ερμηνευτεί. Δεν βρήκε τίποτε. 

Ο Αντώνης έριξε μια ματιά στο κάδρο του Παπαγιώργη. Λογάριασε για ολοζώντανο εκείνο το χαμόγελο. Και ίδιο, σχεδόν απαράλλαχτο. Μα όσο παρατηρούσε εκείνη την κορνίζα ο Κωστής Παπαγιώργης του χαμογέλασε με νόημα, εκείνου μόνου. Και τότε ήξερε καλά ο Αντώνης πως όσα του αράδιασε ο κυρ Νέστορας ήταν πέρα για πέρα αληθινά. Θα του το επιβεβαίωνε ο κύριος Σέριμαν που πέρασε εμπρός από το μαγαζί και έβγαλε ευγενικά το καπέλο του για να τον χαιρετήσει. Προτού προλάβει να τρέξει πίσω του ο Αντώνης, το όραμα είχε σκορπίσει και δεν υπήρχε κανείς, εκεί έξω. 

Αργότερα, καθώς επέστρεφε από τους ίδιους, γιορτινούς δρόμους, ένιωθε απέραντη τη μοναξιά. Μα δεν είπε τίποτε, επειδή κάθε που είναι έτοιμος να το βάλει κάτω, ο κύριος Σέριμαν τον χαιρετάει βγάζοντας το καπέλο του και η φαντασία ζωντανεύει. Επειδή πρέπει να υπάρχουν εκεί έξω, πράγματα που ξεπερνούν την ανάγκη, πράγματα που δεν ερμηνεύονται με τη λογική, μα μονάχα με τις φαντασμαγορίες.

Περπατούσε παρέα με τις σκέψεις του. Έπιασε τον εαυτό του να νιώθει καλά που γνώριζε πως τα βιβλία του βρίσκονται σε καλά χέρια.   Το μόνο που έμενε ήταν να διακρίνει τον υπαινιγμό του κυρ Νέστορα όταν κοιτάζοντας το άδειο μπουκάλι του τσίπουρου δεν έχανε ευκαιρία να σχολιάσει πως “θα πρέπει κανείς να διαθέτει λίγο κέρασμα για τις αλύτρωτες καρδιές”. Συμφώνησε με το γέρο, πήρε από το χέρι την Μάτση των καλοκαιριών και ξεμάκρυνε μες στην προοπτική της σκηνογραφίας. 

Ξημέρωνε Χριστούγεννα σε κάθε γωνιά αυτού του κόσμου. Τ’αστέρι όμως δεν έλεγε να σβήσει. Και έμενε μόνον μια ανθρώπινη χροιά, όχι σκληρή μα τρυφερή πολύ. Και τολύπες ονείρου, ζωγραφισμένες από τα πολύχρωμα δώρα, εκεί έξω. Τ’αστέρι του μικρού, συνοικιακού βιβλιοπωλείου. Τόσο απλά και τόσο σημαντικά νομίζω.

Απόστολος Θηβαίος