
Στο πέρασμα από την εφηβεία στην ενηλικίωση, μαθαίνω τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους ο γραπτός και ο προφορικός λόγος μπορούν να με βοηθήσουν να εξερευνήσω όσα με απασχολούν. Από τότε νιώθω πως έχω μπει σε έναν κόσμο που ισορροπεί ανάμεσα στην απτή πραγματικότητα και την άφταστη αλήθεια.
Η ύπαρξή μου αρχίζει να τροφοδοτείται δημιουργικά από την ενασχόλησή μου με την αρχιτεκτονική, το animation, το θέατρο και τη μουσική. Ώσπου, στα φοιτητικά μου χρόνια, ένας καθηγητής μάς είπε σχετικά με τη συγγραφή των πτυχιακών μας εργασιών: «Το γράψιμο δε διαφέρει πολύ από την αρχιτεκτονική. Πρέπει να έχετε μια ξεκάθαρη και στιβαρή ιδέα πριν περάσετε στη σύνθεση. Όπως τα κτίρια, έτσι και τα γραπτά χρειάζονται θεμέλια και κολώνες για να σταθούν, όσο όμορφα κι αν είναι. Αφού καταλήξετε στη μορφή και στον σκελετό του έργου, μπορείτε να περάσετε στις λεπτομέρειες για να το ομορφύνετε».
Μετά από αυτή τη συμβουλή, καταπιάστηκα με την πτυχιακή μου εργασία με εντελώς διαφορετικό τρόπο και διάθεση. Με αιφνιδίασε το γεγονός πως η συγγραφή με ευχαριστούσε περισσότερο από τον σχεδιασμό ενός κτιρίου. Από τότε άρχισε να με εκφράζει, να με γεμίζει και να με διδάσκει, ανοίγοντάς μου συνεχώς καινούρια μονοπάτια.
Μια φράση του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου δεν παύει να τριβελίζει το μυαλό μου:
Ποτέ να μη νομίζεις πως ήδη έμαθες· αλλά κάθε μέρα να προσθέτεις στη μάθησή σου.
Όταν γράφω, μαθητεύω ελεύθερος -χωρίς να δίνω εξετάσεις για όσα έμαθα- κι όμως, με έναν παράδοξο τρόπο, μειώνονται και αυξάνονται την ίδια στιγμή όλα όσα απομένουν να γνωρίσω.
