
Παράγκα
του χειμώνα
Τώρα που μιλάμε, ορδές από λέξεις και νεκρολογίες προετοιμάζονται μεθοδικά στα δημοσιογραφικά. Πέφτουν οι επιφυλλίδες βροχή, τίγκα από τη συγκίνηση την επίπλαστη, τη διόλου αναφλεγμένη. Θα κρατήσει για μέρες η νοσταλγία, έπειτα μεμιάς κάτι θα προκύψει στον ορίζοντα. Γυρεύοντας τη δική μας τη μεγάλη ιδέα, πότε στο εκεί και πότε στο άλλοτε χαμένοι της συλλογικής μας ύπαρξης, γρήγορα θα ξεχάσουμε, επαληθεύοντας εκείνο το τρομερό αλίμονο σε αυτόν που φεύγει. Εδώ θέλει Καρούζο και Μιχάλη Κατσαρό σε γενναίες ποσότητες, αλλιώς μιλούμε για σκέτο θάνατο.
Και το όνομα αυτού, Διονύσης Σαββόπουλος. Σε άλλους αρεστούς και πάλι κόκκινο πανί για τις προοδευτικές δυνάμεις του τόπου, τις κατακερματισμένες. Και να, που ήρθε η ώρα και το δικό του το θέατρο των σκιών, τα μάζεψε και εχάθη. Και μην το περιμένεις τ’άλλο το καλοκαίρι, το καραβάνι πήρε δρόμο μακρινό πια. Κάτι τέτοια γεγονότα σε κάνουν να παίρνεις πρέφα την απουσία άμα ξεσπάει.
Φόρεσε το κασκέτο του, έσφιξε το γιακά του και επέρασε στην ιστορία. Τώρα που μιλάμε, τον θέλω να ταξιδεύει με τα υπεραστικά των εθνικών οδών και με τα ψυγεία. Για την Θεσσαλονίκη του τραβιέται, όχι αυτήν που μοιάζει με ατραξιόν, μα μία άλλη που ενώνει διαγωνίως την ύπαρξη. Στα ηχεία, λέει του λεωφορείου, το μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο και είναι κάτι ώρες που θέλω πλάι μου ανθρώπους να ξέρουν κόντρα να πηγαίνουνε στο ρέμα. Έτσι ξαφνικά που έφυγε ο Νιόνος τίποτε δεν προλάβαμε να πούμε. Και να που τώρα απεγνωσμένοι θα ουρλιάζουμε τα τραγούδια του δίχως απόκριση. Αδειανοί οι αριθμοί, δεν βρίσκεται πια κανείς. Σε μια άκρια ο Άλκης γελάει, γελάει, γελάει. Είναι βασανισμένος, τσακισμένο το σώμα του, βουβό το ουρλιαχτό του. Δεν έχει καμία αξία να ερωτηθεί, η απάντηση μοιάζει πληρωμένη, χρόνια τώρα στην αποστειρωμένη τραγωδία των νοσοκομειακών διαδρόμων. Άμα ζούσε η Κατερίνα μπορεί και να ‘γραφε, κατέβα το πρωί στους διαδρόμους των πολυκλινικών για να δεις.
Εμπρός Νιόνο, πιάσε το τραγούδι. Απόψε φεύγει ένας φίλος, επειδή μόνο τέτοιος λογαριάζεται εκείνος που χτυπάει απαλά την εσώτερη χορδή της συγκίνησης. Εμπρός και μην φοβάσαι, εδώ είμαστε εμείς, να σου κρατούμε το σινιάλο όσο θα ξεμακραίνεις. Τι και αν ζούμε μες στους φωταγωγούς, φθονώντας λίγο φως και μια ιδέα πλάνη, τι και αν ονειρευτήκαμε θάλασσες και έρημους σταθμούς, μόνο τα τραγούδια έχουμε. Στίχους να γυρνούν αδέσποτοι στις αγορές και τα παζάρια, να πέφτουν πάνω στους τοίχους, να διαμελίζονται σε λέξεις. Εμπρός Νιόνο, πάρε την κιθάρα σου, δεν μπορούν οι ποιητές να σωπαίνουν. Να ξέρεις κάτι τέτοιες απουσίες σαν τη δική σου, εμποδίζουν τη ζωή μας να ζαχαρώσει, Νιόνιο. Είμαι σίγουρος ότι αργά ή γρήγορα από κάπου θα φανείς. Δεν θα μου πεις πολλά, μόνο εκείνο το τι ζητάς γεμάτο από αγωνία, ίσαμε να ιριδίσει ο κόσμος ολόκληρος. Έπειτα θα λάβεις μια έκφραση, κάπως αστεία και κάπως κωμική. Και θα μου ξαναπείς για να τα φανταστώ εμπρός όλα εκείνα που γνωρίζεις για τα παιδιά που έχουν χαθεί. Χίλιες φορές, σε λούπα αιώνια, θα μου τραγουδάς το χθες και το σήμερα της ψυχής μου που τρέμει και ξαναπαίρνει ρεύμα ηλεκτρικό ώσπου να εξαγνιστεί σε τούτον εδώ τον κόσμο, το μόνο. Εδώ θα μου πεις και η αγάπη και το κρίμα, εδώ μαύρα νερά και σήμαντρο τραγούδι. Θέλω να σε πιστέψω, το δάχτυλό μου βάζω μες στις πληγές σου, θέλω να σε πιστέψω μα γλιστρούν σαν πνεύμα τα τραγούδια, δίχως ύλη, γιομάτα καρδιά και πεπρωμένο ανθρώπινο. Εμπρός εσύ και εμείς εδώ, όλο θα φυσούμε να πας πιο πέρα. Για σένα θα μιλούμε και θα βαφτίζουμε τα παιδιά μας Συννεφούλες και Μπάλους και φωταγωγημένοι έτσι από την ποίηση, μες στη ζάχαρη, σαν λουλούδια θα γερνούμε. Τίποτε δεν μας έκανες που έφυγες Νιόνο, να ξέρεις. Μόνο που θα κάνεις τα παιδιά μες στο βράδυ να κλάψουν. Επειδή, λέει νομίζουν πως απόψε εκοιμήθη εκείνος ο ζωντανός κούκλος με τις τιράντες και τα ολοστρόγγυλα γυαλιά με τα ποτάμια που συναντιούνται εντός του, πως πάει, χάθηκε.
Τίποτε δεν κατάφερα. Φαντάζει νεκρολογία αυτό εδώ το σημείωμα και καθόλου δεν το συμπαθώ. Τι να σου πω εγώ για τον Διονύση, ακροατής ραδιοφώνου και σκοπός του πιο δύσκολου νούμερου μια ζωή. Αν δεν περάσουν τα κορίτσια που βαδίζουν πάντα δυο δυο , Νιόνιο να το ξέρεις θα σκοτωθώ. Και επειδή, Νιόνιο δεν πρέπει λέει να πλησιάσω, θα σταθώ απέναντι από το μνημείο και άγνωστος στρατιώτης και εγώ ετούτης της ζωής, θα πυρποληθώ όπως κάνω τώρα, βάζοντας στη διαπασών τη μουσική, στέλνοντας ένα πελώριο φιλί σε αυτόν εδώ τον κόσμο.
Απόστολος Θηβαίος
