Hable con ella

© John Free

Ιστορίες μετά μουσικής
και άλλα

Αλμπέρτο Ινγκλέσιας

Δεν μιλήσανε καθόλου. Όταν οι άλλοι δεν κοιτούσαν, απασχολημένοι στα δικά τους, βρήκαν την ευκαιρία να ξεγλιστρήσουν. Και εκείνη ακριβώς τη στιγμή που από δέντρο σε δέντρο, διάβηκαν τον κήπο, επέστρεφαν λέει στην νεανική τους ηλικία. Ίσαμε να βγουν στο ξέφωτο, θα ‘χουν αγγίξει τα είκοσι τους χρόνια, όπως κανείς αγγίζει τη φωτιά με το χέρι νιώθοντας τι πράγμα επικίνδυνο που είναι η ζωή.

Δεν άλλαξες πολύ, της είπε. Και έτρεμε η φωνή του σαν τα καντηλάκια στα παράθυρα κάθε κουζίνας αυτού του κόσμου τ’απόβραδο του καλοκαιριού. Ένα φως για τον Χριστό που θα περάσει κάποτε από εδώ, ρακένδυτος, τσακισμένος, ένας Χριστός του αείμνηστου Μπεχράκη, ένας ολομόναχος άνθρωπος. Θα δει το φως μες στην απελπισία του και θα πιστέψει. Ναι, θα πιστέψει.

Όσο να πεις, αποκρίθηκε εκείνη. Μα ήταν πια κορίτσι, όλα τα πέπλα της σωριάζονταν χάμω. Θα ‘θελα να ‘ταν αλλιώς, συμπλήρωσε. Για σένα.

Δεν ήσουν ποτέ ομορφότερη, της είπε. 

Οι άλλοι κοιτούσαν από μια απόσταση. Τους αναζητούσαν εδώ και ώρα.  Να, τώρα εμπρός τους δινόταν μια δεύτερη ευκαιρία και κανείς τους δεν ήθελε να χαλάσει τη σκηνή. Μια ορχήστρα, δυο τρεις νεαροί με κιθάρες φάνηκαν στο βάθος της σεκάνς. Κάθισαν σε ένα τυχαίο σημείο, εκεί, κάτω από έναν ολόκληρο ήλιο, αψηφώντας τα πάντα. 

Ακούστηκαν οι λυράρηδες στο φόντο. Σαν τους παλιούς χαίνηδες, πιάσανε το τραγούδι. Και βάσταξε μια στιγμή ο χρόνος να ακούσει. Το ‘δες στα ασάλευτα κλαδιά των δέντρων, στο τίποτε που κυλά αράθυμα, μες στην αιώνια αγρύπνια της ζωής. 

Ποτέ δεν ήσουν, είπε και γυάλιζαν τα μάτια του. Μες στην καρδιά τους ξυπνούσαν άγνωστα στοιχειά. Μια κηλίδα αίματος φάνηκε για πάντα εκεί που σταθήκανε οι δυο τους. 

Hot Chocolate

Disco Queen

Εμπρός Μπιάνκα, αυτός ο κόσμος σου ανήκει. Σίγουρα είναι δική σου η γειτονιά και για την ακρίβεια όλα τα αγόρια. Ο Τζέισον σφυρίζει στον Αντι και εκείνος σηκώνει το σημαιάκι στην οροφή. Αυτό είναι, η Μπιάνκα κυκλοφορεί, προσοχή μην σας κόψει την ανάσα. Αυτό είναι όλο. 

Είναι σοκολατένια, με διαμαντένιο σκουλαρίκι σε μια τέλεια μύτη, με μάτια αιλουροειδούς και εξαιρετικό στυλ. Κάθε τόσο τινάζει τα μαλλιά της, όλη η σαβάνα χειροκροτεί το σπάνιο είδος.

Ο Φρέντι έρχεται από έναν άλλο δρόμο. Θα βγει με την Μπιάνκα, απόψε πάνε για χορό. Είναι Παρασκευή, ο Φρέντι έχει τσεπώσει το βδομαδιάτικο. Η Μπιάνκα έχει όρεξη να πιει και να χορέψει.  Ω, από έναν άλλο δρόμο.

Τώρα συναντιούνται στη γωνιά του δρόμου. Αρέσει ο ένας πολύ στον άλλον, η Μπιάνκα παίζει τριγύρω του και γελά. Το σημαιάκι κατεβαίνει, στο αναψυκτήριο όλοι επιστρέφουν στη συνήθεια της μέρας. Και αυτό είναι όλο. 

Ο καλός κύριος Πίντερ
10/10/1930-24/12/2008

Θα έπρεπε κανείς να θυμάται τον Χάρολντ Πίντερ, όχι για το Πάρτι γενεθλίων του. Καθώς η απόσταση από τα πράγματα βαθαίνει, όσο η τέχνη σαρώνεται από στρώματα χρόνου, φθοράς και μόδας, θα πρέπει κανείς να γυρέψει τις άλλες αιτίες που διασώζουν κάποιον από τη λήθη. Το πρόσημο που μπαίνει είναι ολοκληρωτικά ανθρώπινο.

Ο κύριος Πίντερ λοιπόν, διέθετε το θάρρος στην δογματική Τουρκία να αψηφήσει το καθεστώς. Και στην εκδήλωση βράβευσης για τον Άρθουρ Μίλερ στην αμερικανική πρεσβεία, βρήκε το θάρρος να καταδικάσει τα βασανιστήρια των δυνάμεων καταστολής. Βρήκε το κουράγιο να σχολιάσει δίχως περιστροφές τον αποκλεισμό σε κάθε επίπεδο των Κούρδων. Η γλώσσα τους βρισκόταν στο επίκεντρο της τουρκικής αδιαλλαξίας.

Και όλα αυτά στα 1985, όταν ακόμη η τέχνη μπορούσε αυθεντικά να σταθεί στο ύψος των πιο σκληρών περιστάσεων. 

Σαν σήμερα

[…Το 1582 εξαιτίας του Γρηγοριανού Ημερολογίου σε ορισμένες χώρες της Ευρώπης η ενάτη Οκτωβρίου στάθηκε μια εξαφανισμένη μέρα. Κανείς δεν μπόρεσε να κάνει τίποτε. Η επιστροφή του χρόνου που μας κλάπηκε δεν έχει αποκατασταθεί έκτοτε. Η παρακάτω ιστορία για αυτό ακριβώς μιλά. Στα ηχεία, Jim Croce – Time In A Bottle…]

Αυτή η μέρα δεν υπάρχει. Ήταν βέβαιος, είχε δοκιμάσει όλες τις μεθόδους, ο χρόνος σε τούτη εδώ τη μέρα αντιμετώπιζε μια κανονική και αναπόδραστη διακοπή. Μια μέρα χαμένη συνιστά δύσκολο πράγμα για να εξηγήσει κανείς. Όμως έπρεπε να βρει τον κατάλληλο τρόπο, να πείσει την επιτροπή. Ο χρόνος, οι αιωνιότητες, όλα στον κόσμο, έχαναν μια μέρα. Περίσσευε στις αποδεικτικές προσεγγίσεις και ύστερα σαν να εξατμιζόταν, κάπου χανόταν μες στα χαρτιά. Εκείνο το ένα το κρατούμενο, είχε απολέσει όλη την υποβλητικότητα του, η πεποίθηση που το συνόδευε κλονιζόταν ανεπανόρθωτα. Σαν νερό, βρήκε τον τρόπο να γλιστρήσει από τα χέρια τους, ήσυχα, δίχως περισπασμούς. Κανείς δεν αντελήφθη το παραμικρό και τώρα η επιτροπή θα πρέπει να κρίνει το ζήτημα. 

Μάζεψε τα χαρτιά του, περπατούσε γρήγορα, κάποιοι γνωστοί θέλησαν να του μιλήσουν για μια στιγμή όμως εκείνος αρνήθηκε ευγενικά. Έσπρωξε τη βαριά πόρτα και στάθηκε εμπρός στα μέλη της ακαδημίας. Σκέφτηκε να μιλήσει, να πει δυο λόγια, μα προτίμησε να αφήσει την εργασία του στα χέρια τους. 

Κοίταξε από το παράθυρο το πρωινό. Ένα τέλειος ήλιος τον έκανε να μετανιώσει για όλα. 

Αφού δεν υπάρχει η μέρα, δεν υπάρχω ούτε και εγώ. Μήτε και τα μέλη της επιτροπής, συλλογίστηκε, κοιτάζοντας την έκπληξη του παλιού. Ακόμη και αυτό το παλάτσο, δεν στέκει σε τούτη τη γωνιά, ο κήπος του δεν υπήρξε ποτέ, τέτοιο θάμπος ποτέ, τόσα αναμμένα μάτια του ήλιου.

Όλα αυτά τον ανακούφιζαν. Δεν γεννήθηκε ποτέ, οι έρωτες του δεν στάθηκαν καταδικασμένοι σ’αποτυχία. Μες στη ζωή του χαριζόταν μια δεύτερη ευκαιρία. Η επιτροπή επέμεινε, πριν εκείνος αφήσει τα πάντα στα χέρια τους, παίρνοντας το δρόμο της επιστροφής για το εργαστήρι του. Που δεν υπάρχει φυσικά μήτε και αυτό. Κάπου πετάει μαζί με την πόλη και τους ανθρώπους της, στην άλλη πλευρά ή καλύτερα, κρατεί όρθιο το φανάρι του σε μια άλλη, αντεστραμμένη σκηνογραφία που τρέμει.

Εκείνη η πολυθρύλητη μέρα ποτέ δεν βρέθηκε. Ορισμένοι τρελάθηκαν, άλλοι εγκατέλειψαν τις προσπάθειες. Τα ημερολόγια κάηκαν, ζητήθηκε με διάταγμα να μην ειπωθεί ποτέ ξανά κάτι για το γεγονός. Τέλος, θεωρήθηκαν άκυρες όλες οι πράξεις που τελέστηκαν τη συγκεκριμένη ημερομηνία προξενώντας τεράστιο ζήτημα στα δημόσια διοικητικά.

Πρόσωπα

Ερνέστο Τσε Γκεβάρα
14/6/1928 – 9/10/1967

Το αμάξι σταμάτησε. Φαινομενικά δεν υπήρχε τίποτε. Ένα γκρίζο κτίριο με ορθάνοιχτο το στόμα τον περίμενε. Σκόνη και χρόνια στα κλειστά στόρια, σκισμένες αφίσες, σημάδια από σφαίρες, σκουριά. Στάθηκε να δει, ως απάνω εκείνο το κτίσμα. Μόνο σαν το χόρτασε προχώρησε στο εσωτερικό του. Σε κάθε του βήμα, τον πνίγανε τα δάκρυα. Θυμήθηκε πως γιόρταζαν τότε, αναρωτήθηκε πού πήγαν τα χρόνια Κομαντάντε; Ω, εσείς επαναστάτες, πού χαθήκατε, μήπως νικηθήκατε;, Ω, εσείς επαναστάτες, να θυμάστε καμιά φορά τον Κομαντάντε και τις γροθιές σας να υψώνετε. Γονάτισε.

Σφίχτηκε η καρδιά του και αμέσως βγήκε από εκείνο το μέρος. Ο οδηγός παραξενεύτηκε μα δεν ρώτησε πολλά. Το ‘χε δει στα μάτια του πως σε τούτο το μέρος είχε αφήσει κάτι από την προσωπική του ιστορία. Φεύγουμε; 

Ο άλλος δεν αποκρίθηκε, μόνο έγνεψε από τον καθρέφτη καταφατικά. Δεν ξαναμίλησε σε όλη τη διαδρομή. Μόνο σαν βγήκαν στην προκυμαία της Αβάνας , επειδή πλάτυνε ο νους του και μύρισε θάλασσα η καρδιά του όπως τότε, είπε, πιο μακριά, πάρε με μακριά από τούτο το μέρος. Αντίο, παλιές επαναστάσεις. Όσοι χάσαμε ακόμη θυμόμαστε.

Ο οδηγός άνοιξε το ραδιόφωνο. Για πάντα, Κάρλος Πουέμπλα στα ηχεία εκείνη την καλοκαιριάτικη μέρα. Ο πρώτος που θα τηλεφωνούσε, έλεγε φωνάζοντας με εξωφρενικό κέφι ο εκφωνητής, θα κέρδιζε μια σειρά προϊόντων με ζωγραφισμένο σε μοντέρνο ποπ φόντο,  τον Κομαντάντε. 

Α.Θ