Τά παιδιά τῶν νεκρῶν πᾶνε νά παίξουν στο κοιμητήρι ὁ Μαρτέν ἡ Γερτρούδη κι ὁ Χάνς μέ τόν Ἐρρίκο κανένας κόκορας δέν τραγούδησε σήμερα κικιρίκο. Οἱ γριοῦλες χύνοντας δάκρυα περπατᾶνε καί τά καλά τά γαϊδουράκια κράζοντας χί χάν τρῶνε τά λουλουδάκια ἀπό τά νεκρικά στεφάνια Εἶναι τῶν νεκρῶν ἡ ἡμέρα κι ὅλων τους τῶν ψυχῶν […]
Ποίηση
Δ.Π. Παπαδίτσας | ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ III
Γιατί ἔχω μέσα μου ἕνα νεκρό πουλί κι ἐσύ τό λυπᾶσαι Γιατί μοῦ κρατάς τά χέρια καί τά δικά σου χέρια τά ‘χω κρυμμένα στόν ὕπνο μου Γιατί τό σῶμα σου μοιάζει μέ ὄνειρο πού ἀκολουθεῖ τις πράξεις μου ὅλη τή μέρα Καί λίγο λίγο μοῦ ἔρχεται στή μνήμη Γιατί μοῦ λές γιά τήν ἀγάπη […]
Dylan Thomas | Στην επιδέξια ή μελαγχολική μου τέχνη
Στην επιδέξια ή μελαγχολική μου τέχνη Που ασκείται στην ήρεμη νύχτα Όταν μόνον το φεγγάρι εξεγείρεται Και οι εραστές κείτονται στα κρεβάτια Με όλες τις θλίψεις μες στα χέρια τους Εργάζομαι δίπλα σε φως μελωδικό Όχι για δόξα ή ψωμί Ή εγκώμια και ανταλλαγές φιλοφρονήσεων Σε αλαβάστρινες σκηνές Αλλά για τις κοινές απολαβές Απ’ της […]
Γιώργος Αλισάνογλου | Νάρκες
Ὄνειρο ἡ γυναίκα μέ τίς κομμένες ἀρτηρίες ὁ Δούναβης πού θά ἔφερνε πίσω τόν πατέρα ἡ πτώση τοῦ Τείχους στά νυφικά σου τριαντάφυλλα Ὄνειρο ἡ ψυχή πού ἄρχισε νά φουσκώνει σάν μπαλόνι μέχρι πού ἔκρυψε τον ἥλιο Ὄνειρο ὅτι θά ἐρχόμουν στόν κόσμο ἀπό τό αἷμα τῶν χεριῶν σου ὁ ἄντρας πού χάθηκε στά ὑδροφόρα […]
Robert Frost | ΈΝΑΣ ΠΑΤΗΤΗΣ ΦΥΛΛΩΝ
Πατοῦσα πάνω σέ φύλλα ὁλημέρα καί εἶμαι κουρασμένος ἀπό τό φθινόπωρο. Ὁ Θεός γνωρίζει [ἤ Θεός ξέρει] ὅλα τά χρώματα καί σχήματα τῶν φύλλων που ποδοπάτησα βουλιάζοντας στή λάσπη [ἤ τό βοῦρκο κ.τ.λ] Ἴσως ἔβαλα [ἤ χρησιμοποίησα] πάρα πολλή [ἤ υπερβολική] δύναμη καί ὑπήρξα πολύ ἄγριος [ἤ βίαιος κ.τ.λ]ἀπό φόβο. Ποδοπάτησα στά σίγουρα [ἤ ασφαλῶς]κάτω […]
Μιχάλης Γκανάς | Παραλογή
Ἔρχονται μέρες πού ξεχνάω πῶς μέ λένε. Ἔρχονται νύχτες βροχερές βαμβακερές ὁμίχλες τ’ ἀλεύρι γίνεται σπυρί ὕστερα στάχυ θροΐζει μέ πολλά δρεπάνια ἁψύς Ἰούλιος στή μέση τοῦ χειμώνα. Βλέπω τό ὑφαντό τοῦ κόσμου νά ξηλώνεται ἀόρατο τό χέρι πού ξηλώνει καί τρέμω μήν κοπεῖ τό νῆμα. Νῆμα νεροῦ στημόνι χωρίς μνήμη σταγόνα διάφανη σέ βρύα και […]
Λού-Κιάνγκ-Τσέου | Θέατρο σκιών
Η ΓΥΝΑΙΚΑ πού πουλάει τσάι μοῦ κάνει νόημα. Θά ‘μαστε καλύτερα στό πίσω μέρος τοῦ μαγαζιοῦ, γιά νά λέμε ἐκείνα τα πονηρόλογα πού γαργαλίζουν τό λαιμό τῶν κοριτσιῶν. Τήν ἀκολουθῶ, μά δέν ἔχω τίποτα νά πῶ. Τήν κοιτάζω, εἶναι λιγάκι φοβισμένη, ξεθηλυκώνει βιαστικά το φόρεμά της γιά νά σκορπίσει αὐτό τό σύννεφο πού περνάει ἀνάμεσά […]
Αγγελική Ελευθερίου | Πονάω εκεί
Πονάω εκεί Που θ’ ακουμπούσε η κάννη του περίστροφου. Πονάω εκεί που σε σκέφτομαι. Έναν πόνο παλιό Που μ’ άφησε ανεπανόρθωτα το κρύο Μες στο νου μου Σε κάτι σπίτια Και κάτι δωμάτια Με κάτι φίλους Με γάμους βιαστικούς πνιγμένους – γατιά πνιγμένα στη θάλασσα. Κι εγώ να κλαίω για ηδονή Κι απ’ τη μεγάλη […]
Francis Ponge | Οἱ χαρές τῆς πόρτας
Οἱ βασιλιάδες δέν ἀγγίζουν τίς πόρτες. Μιά τέτοια εὐτυχία τούς εἶναι ἄγνωστη : Νά σπρώχνεις μπροστά σου ἁπαλά ἤ βίαια μιά μεγάλη γνώριμη σανίδα, να γυρίζεις πίσω, γιά νά τήν ξαναφέρεις στή θέση της – νά κρατᾶς στά χέρια σου μιά πόρτα. …Τήν εὐτυχία νά σπρώχνεις κρατώντας τό πορσελάνινο πόμολο, τό πιό μεγάλο ἐμπόδιο τοῦ […]
Τεύκρος Ανθίας | Ἐπίλογος
ΑΛΗΤΗ! Ἀπόψε εἶν’ ἡ βραδιά τόσο καλή, τόσο καλή. Μπορεῖς νά πᾶς νά κοιμηθεῖς σ’ ἕνα παγκάκι, Ἀλήτη! Πλάτυνε ἡ Σκέψη τή ζωή τόσο πολύ, τόσο πολύ, πόκανε ο άνθρωπος τή Γή κι ὅλο τό Σύμπαν: σπίτι. Δέν ἔχεις δάκρυα νά θρηνεῖς, οὔτε κουράγιο νά πονεῖς, οὔτε κραυγές ὑστερικές νά βγάνεις πέρα ὥς πέρα. Εἶσ’ […]
