Τάιγκα

 

© Lin Delpierre

μικρή φόρμα

Ο Μάρκο δεν επέστρεψε ποτέ στην καλύβα του. Βρήκαν μόνο ίχνη από το ρουχισμό του. Εκείνοι που γνωρίζουν είπαν πως πρώτα του επιτέθηκε στην αριστερή πλευρά κομματιάζοντας ολόκληρη την ωμοπλάτη του. Ένας χρυσός σταυρός με το όνομα Φάντε είναι όλο και όλο ότι απέμεινε. Οι άνδρες σάρωναν για μέρες το χωριό μα δεν βρήκαν τίποτε. Η τίγρης είχε κατασπαράξει το θύμα της και τώρα κατοικούσε και πάλι στα βάθη του δάσους. Κανείς δεν μπορούσε να την ξεχωρίσει μες στο χιονιά. Περπατούσε σκυφτή και ήξερε πάντα πού βρίσκονται οι κυνηγοί πριν την εντοπίσουν οπλισμένοι. Οι φωτιές τη νύχτα δεν την φόβιζαν. Ο Μάρκο που ζει στα δάση μισό αιώνα τώρα πιστεύει πως η τίγρης έχει έρθει για να δώσει ένα μάθημα στους ανθρώπους. Ο Μάρκο ακόμη μπορεί να καταλάβει από τα χνάρια της πως είναι μάλλον τραυματισμένη. Κάθε λίγα μέτρα ξαπλώνει για να ανακουφιστεί και έπειτα πάλι παίρνει όλες τις προφυλάξεις που πρέπει πίσω από τα γέρικα δέντρα. 

Η ιστορία αυτή κρατάει πέντε μήνες τώρα. Ένα ολόκληρο χωριό παραμένει κλεισμένο στα σπίτια του. Κανείς δεν τολμάει να πάει μέχρι το δάσος, επειδή η τίγρης δεν θα του χαριστεί και με την πρώτη ευκαιρία παίρνοντας όλες τις προφυλάξεις θα επιτεθεί με τη γνώριμη σφοδρότητα στο θύμα της.  Η Φάντε, εκείνη που απέμεινε ένα όνομα στο πίσω μέρος του σταυρού, θρηνεί τον Μάρκο. Κάθε μέρα στέκει πίσω από το παράθυρο και κοιτάζει να ξεχωρίσει την τίγρη. Η Φάντε έχει ορκιστεί με βαριούς όρκους πως μια μέρα η τίγρης θα πεθάνει από τα χέρια της. Επειδή η απώλεια του Μάρκο την συγκλόνισε, οι άνθρωποι του χωριού λένε πως τα ‘χασε και πως όλα είναι προϊόν της θλίψης της. 

Μα η Φάντε στέκει μαυροφορεμένη πλάι στο μαγκάλι και ακονίζει ασταμάτητα το μαχαίρι της. Στην πραγματικότητα είναι ένα από τα δώρα του Μάρκο που  αγαπούσε το κυνήγι και το δάσος. Ήταν ατρόμητος και δεν το έβαζε ποτέ κάτω. Όταν αποφάσιζε να κυνηγήσει κάποιο θήραμα, χανόταν για μέρες προτού φανεί στο βάθος του τοπίου, γνέφοντας στην Φάντε που ξανάνιωνε, με μια και μόνο εικόνα. Εκείνον να πλησιάζει, να βγαίνει μέσα από τα πυκνά κλαδιά, ευτυχισμένος και χαμογελαστός, σαν ένας άνδρας πολύ σίγουρος για τον εαυτό του. 

Πάει καιρός που έχει να φανεί. Μήτε που θα το κάνει ποτέ ξανά, συλλογίζεται η Φάντε και υπόσχεται πως όταν το ακόνι χαλάσει, τότε θα έχει σημάνει η ώρα για να κυνηγήσει μονάχη της την τίγρη. Μια γυναίκα που δεν φοβάται μοιάζει με μεγαλύτερο κίνδυνο για την τίγρη που την προσμένει κάπου μες στους ζωηρούς ανακλαδασμούς. Έλα Φάντε, τώρα είναι η ώρα, λέει στον εαυτό της, μα κάθε φορά που στέκει πίσω από την πόρτα της, η φωτογραφία του Μάρκο της λέει, “μείνε, στάσου λίγο ακόμη, ο καιρός θα έρθει, θα δεις”. Και εκείνη τον πιστεύει, ακόμη και τώρα, που εκείνος λείπει, η Φάντε τον πιστεύει, το κάνει με όλη της τη δύναμη, με όλη της την αφοσίωση. Όλοι έχουν να λένε για την Φάντε που δεν σκέφτηκε ποτέ να μπάσει άλλον άντρα στο φτωχικό της. Ακόμη και αν κάποιοι επέμειναν, εκείνη μαυροφορεμένη, με ένα μαντήλι στα μαλλιά της δεμένο, με έναν άγριο άνεμο να φυσάει την ψυχή του κτήνους που κρύβει μέσα της,  συνήθιζε να λέει. “Είμαι η γυναίκα του Μάρκο, αυτό είμαι” και έκοβε κάθε συζήτηση που σήμαινε έρωτας, ίσως ένας δεύτερος γάμος τόσο πολύ μακριά από εδώ, τόσο μακριά από την τίγρη και τα γεγονότα που άλλαξαν την ζωή της.

Ήταν ένα πρωί που άλλαξαν όλα, ένα πρωί πήρε τη μεγάλη απόφαση. Κάποιοι κυνηγοί που πέρασαν, παγωμένοι ως το κόκκαλο της είπαν πως βρήκαν λίγο παραπέρα ίχνη από κάποιο μεγάλο αρπαχτικό. Ο νους της πήγε στην τίγρη, τον Μάρκο, την παιδική της ηλικία. Ο νους της ταξίδεψε ως την τίγρη και έμεινε εκεί για πάντα. Τους αποχαιρέτησε χαρίζοντας τους μερικές φορεσιές του Μάρκο – εδώ όλα είναι χρειαζούμενα, κανείς δεν αρνείται το παραμικρό. Περίμενε να πέσει η νύχτα και όταν όλα μπορούσαν πια να την κρύψουν, ζώστηκε τα όπλα και έβαλε στην θήκη του το ακονισμένο μαχαίρι. “Απόψε θα πάρω εκδίκηση, Μάρκο. Ή απλά θα πεθάνω, ένας Θεός ξέρει μα απόψε δεν είναι μαζί μου, όχι απόψε”.

Με δύο δαδιά και μια τσακισμένη καρδιά προχώρησε για περίπου μία ώρα προς το εσωτερικό του δάσους. Ήξερε να διαβάζει τα σημάδια, Ήταν κατατρομαγμένη μα δεν περίμενε τίποτε άλλο, έξω από την καλύβα ήταν πια μια γυναίκα μόνη, ένα ακόμη αρπαχτικό του χιονιού, σαν εκείνα που τριγυρίζουν στα πιο απομακρυσμένα δάση. 

Προχωρούσε αργά, με όλες τις αισθήσεις της ερεθισμένες. Περπατούσε με το τουφέκι της προτεταμένο και οπλισμένο ώσπου μετά από μερικές ώρες άκουσε και ένιωσε το θρόισμα του δάσους. Το τραγούδι του παλιό σαν φεγγάρι απλώθηκε παντού μες στη σιγαλιά. Της εμπιστευόταν το φοβερό μυστικό της τίγρης που βρισκόταν πια τόσο κοντά. Στην πραγματικότητα η Φάντε είχε τρυπώσει στο λημέρι της. Το μαρτυρούσαν τα κουφάρια των ζώων και μερικά άλλα πράγματα. Ένα μπλε σκουφί σαν αυτό που φορούσε ο Μάρκο και τον έκανε να μοιάζει ηθοποιό της κωμωδίας, έναν βραχίονα, έναν αριστερό καρπό, τις μπότες του φορεμένες ακόμη, σαν τάχα αυτά τα πόδια που εντοπίστηκαν θα σηκώνονταν μια μέρα για να βαδίσουν ως το υποστατικό της Φάντε. 

Ακούστηκε ένα υπόκωφος βρυχηθμός, κάτι τόσο κοντινό στον ήχο της καταιγίδας. Η Φάντε δεν φοβήθηκε. Ήξερε πως δεν θα μπορούσαν να ζήσουν και οι δυο τους. Ήξερε πως οι νεκροί και οι ζωντανοί δεν μοιράζονται την ίδια γη, δεν δοκιμάζουν την ίδια πίκρα. Τότε την είδε που πλησίαζε κρατώντας σταθερό το βλέμμα της. Ήταν στα αλήθεια ένα τόσο περήφανο ζώο μα η Φάντε το ‘χε αποφασίσει. Για εκείνη και τον εαυτό του είχαν πια μιλήσει τα πεπρωμένα. Αν δεν ξέρετε για τι πράγμα σας μιλώ πηγαίνετε να ρωτήσετε όσους στέκουν στα έρημα καφενεία του κέντρου με διάφανη πια τη συνείδηση πως το θαύμα, πάει, πέρασε πια. Ω, τι άσχημη τροπή που παίρνει ο κόσμος τώρα που στοχάζομαι όσα γράφω, τι ερημιά που φυσάει πάνω στο τέμπλο της ζωής. 

Ω, τι όμορφος που είναι ο κόσμος. Και πώς  χωρά μες στην καρδιά σου, όταν ξέρεις τι να τον κάνεις , όταν πίσω από το ακαθόριστο μπετόν των μορφών κάποιος ζωγραφίζει μουσική. Κανείς πια δεν ακούει, κανείς πια δεν φαντάζεται τι μεγάλη και ολόκληρη που ‘ναι η θλίψη της Φάντε.

Η επίθεση πραγματοποιήθηκε από το θηριώδες αιλουροειδές  κοντά στην πλευρά του γεφυριού. Αν ακολουθήσει τα ίχνη, ίσως καταφέρει να την ξετρυπώσει. Και έτσι ακριβώς έγινε. Την ξεχώρισε καμιά τριανταριά μέτρα εμπρός της. Το ζώο ήταν ξαπλωμένο και ανάσαινε δύσκολα. Ήταν φανερό πως πέθαινε. Η Φάντε πλησίασε την τίγρη. Είχε το όπλο της προτεταμένο, η καρδιά της πήγαινε να σπάσει, η καρδιά της που ‘χε ραγίσει, χτυπούσε και πάλι στα χέρια, τα μάτια, σε όλο της το σώμα χτυπούσε ολόκληρη σαν τσακισμένη καρδιά. Το ζώο δεν σάλεψε, μόνο που άφησε έναν βρυχηθμό και ανασαίνοντας δύσκολα έγειρε στο μαλακό χιόνι. Ήταν οι δυο τους πια, καμιά απόσταση και κανένα δάσος δεν τους χώριζε. Η τίγρης βρισκόταν στο στόχαστρό της. Πλησίασε σαν διέκρινε το αίμα πάνω στο τρίχωμά της. Τώρα πια ήξερε καλά πως ανάμεσά τους, ανάμεσα στο θηρίο και εκείνη, ο αγώνας είχε πια κριθεί. 

Σκόπευσε και ήταν έτοιμη να πατήσει τη σκανδάλη. Μα τότε η τίγρης, σαν να ζητούσε χίλιες φορές συγνώμη ανασήκωσε το κεφάλι της, φανερώνοντας δυο υγρά μάτια, δίχως ελπίδα καμιά εντός τους. Και τότε η Φάντε που ‘σαν καλή και δίκαιη γυναίκα, χαμήλωσε το όπλο της. Πλησίασε την τίγρη και έγειρε στο πλάι της. Πίσω της άκουγε τις φωνές των χωριανών που ‘χαν βγει να την γυρέψουν. “Η άμοιρη, έχασε τα λογικά της, “καλύτερα να έμενε για πάντα στο καλύβι της”, “ο αγώνας είναι άνισος”, έλεγαν οι άνδρες του χωριού μα ευθύς αποφάσισαν να συντρέξουν στο επικίνδυνο αγώνισμα. 

Κάποιος φώναξε. “Εδώ! Κάτι βρήκα εδώ! Ελάτε!” και όλοι τρέξανε. Δυο χρυσοί, μικροί σταυροί, χαραγμένοι με τα ονόματα Μάρκο και Φάντα αντίστοιχα λάμπανε πάνω στο χιόνι. Ο Βέλιτσε κοίταξε τους άλλους και όλοι συμφωνήσανε πως η Φάντε είχε πια σκοτωθεί σε αυτόν τον άνισο αγώνα. Επιστρέψανε όλοι στο χωριό και κρεμάσανε τους σταυρούς σε μια γωνιά πλάι στο ιερό του ναού. Πίστεψαν πως εκεί η Φάντε και ο Μάρκο θα έβρισκαν επιτέλους την γαλήνη που ζητούσαν. 

Στην πραγματικότητα η Φάντε έσωσε την τίγρη. Είχε φανερωθεί εντός της, με όλη της την καθαρότητα η συνείδηση πως πρέπει κάποτε κανείς, να διαμορφώνει  τον κόσμο μέσα του, για να φανερωθεί, λέει το μυστικό. 

Είχε μαζί της μονάχα τη φωτογραφία του Μάρκο και μερικά χρήματα. Τράβηξε κατά την πόλη. Ο σταθμός διανυκτέρευε , οι κυνηγοί διαγράφονταν σαν πορτραίτα παλιά πίσω από τη βιτρίνα. Σε μια ώρα ταξίδευε κιόλας για το Λένινγκραντ, στριμωγμένη στη θέση της. Μονάχα για μια φορά κοίταξε από το παράθυρο. Δεν ένιωσε το παραμικρό και έτσι ελεύθερη, δίχως ρίζες έφυγε να συναντήσει την ποίηση, τη ζωή που για λογαριασμό της δεν είχε πει ακόμη την τελευταία λέξη. 

Πάνε τώρα τρία χρόνια που ζει στην πόλη. Άλλοτε δουλεύει, υπάρχουν πάλι φορές που μένει στο σπίτι. Τα βράδια πίνει στα πιο κακόφημα στέκια. Εκεί μες στην παγωνιά προφέρει τα λόγια της προσευχής. Τίποτε δεν ακούγεται μονάχα ψίθυροι μελαγχολικοί καθώς με χίλια όνειρα πια η Φάντε προχωρεί τη ζωή της και την ύπαρξή της μαθαίνει να συνηθίζει. Η ζωή της δεν συνιστά παρά μια ιστορία που όταν το θέλει την αφηγείται με φωνή υποβλητική και αδειανό βλέμμα στον πρώτο τυχόντα. Αυτός όμως δεν νοιάζεται για τίποτε και εκείνη όλο τραγουδά, μαυριδερή σαν τριζόνι.  Πιο μόνη από ποτέ.

Επίμετρο

Βίκυ Μοσχολιού

Η ζωή μας δεν είναι αυτό που νομίζουμε. Ένα “εξπρές” είναι, που κυλάει πάνω στις ράγες του χρόνου. Κάποτε τα τοπία εναλλάσσονται και άλλοτε πάλι η διαδρομή υπόκειται στη βάσανο της συνήθειας, της απαράλλαχτης ομοιότητας. Τότε δεν έχουμε να αφηγηθούμε τίποτε και πέφτουμε απάνω στα τραγούδια. Για να πεθάνουμε λέει, δοξολογώντας τούτη εδώ την πίκρα που αλλάζει πρόσωπο και μας γελά, που μας συγκινεί και μας γεμίζει νοσταλγία. 

Σε ένα τέτοιο εξπρές θέλω και εγώ να επιβιβαστώ. Οι ταξιδιώτες μες στις καμπίνες τους θα αλλάζουν ζωή δίχως να το υποψιάζονται μες στο όνειρό τους. Και εγώ θα ακολουθώ τη φωνή από τα τρανζίστορ του ‘ 60 που μουρμουρίζουν από τη θέση του μηχανοδηγού. Δεν έχει σημασία πότε θα γίνει πρωί ή σούρουπο, μονάχα τα τραγούδια τα λαϊκά από τη θέση του μηχανοδηγού έχουν μια κάποια σημασία.

Και έτσι όπως διαβαίνουμε την Ελλάδα που αποκοιμιέται, φαντάροι του καιρού και εργάτες, δακρύζω με τη φωνή της Μοσχολιού. Και η αμαξοστοιχία να τραβά το δρόμο της από αιωνιότητα σε αιωνιότητα. Και η μελωδία να γεννά την ποίηση με τη σφραγίδα των λαϊκών των τραγουδιών.

“Ζούμε μονάχα μια στιγμή, ένα φανάρι, μια στολή” λέει η Μοσχολιού και έτσι απλά το ρεφραίν χαρίζει τ´ ορατό στο τοπίο που ‘χουμε κοινό.

Έλβις

Πλάι στα παραπήγματα, για ένα δολάριο μπορεί κανείς να φωτογραφηθεί με κάποιον σωσία του Έλβις Πρίσλει. Φορούν όλοι τους τις χαρακτηριστικές φόρμες. Είναι ορθάνοιχτες στο ύψος του στήθους τους και στολίζονται με ασημένιους σταυρούς. Μερικοί από αυτούς φαντάζουν πολύ θλιβεροί, σχεδόν μελαγχολικοί, έτσι όπως ποζάρουν παίρνοντας πόζες ροκ εν ρολ. Μιμούνται κάτι από τη γοητεία του Αμερικάνου καλλιτέχνη και για ένα δολάριο τινάζουν με στυλ την μπέρτα τους.

Ίσως κάποιος από αυτούς να είναι ο αληθινός Έλβις. Ίσως να μην πέθανε ποτέ σε εκείνη τη φριχτή περίσταση. Ίσως να διέφυγε της προσοχής μας και τώρα παριστάνει τον εαυτό του κάπου στον αυτοκινητόδρομο εξήντα έξι. Ίσως.

Οι περισσότεροι από αυτούς που φωτογραφίζονται αμήχανα πλάι στους ανθρώπους ρέπλικες , νιώθουν μια τρομερή υπερηφάνεια. Μα κάποιοι άλλοι λογαριάζουν πως κάπου εκεί ζει ο αληθινός Πρίσλει. Στο φόντο της Αμερικής που τρέμει ο καλλιτέχνης φαντάζει μια σκοτεινή ιστορία ομορφιάς και ταλέντου. 

“Ο Έλβις είναι πολλά περισσότερα από μια βιαστική πολαρόιντ”. Στέκει για πάντα στο πρώτο πλάνο της μουσικής που αγαπήσαμε. Εδώ και χρόνια οι τύποι έξω από τα μοτέλ, τυλιγμένοι με λαμπιόνια, κρατούν αναμμένο τούτο το αμερικάνικο εικονοστάσι. Έναν βωμό στήνουν για τον Έλβις που παραμένει ανεπανάληπτος. Η ομορφιά και το ταλέντο του μερικές φορές θαρρώ πως κέρδισε στον αγώνα απέναντι σε κάθε μικρή και μεγάλη οδύνη της ζωής. 

Ίσως κάπου ανάμεσα στους ανθρώπους ρέπλικες να σπάει πλάκα μαζί μας ο Έλβις, ένας μοναδικός και άχρονος καλλιτέχνης που σημάδεψε για πάντα την παγκόσμια, μουσική σκηνή.

Α.Θ