Ζεστές πέτρες και άλλα

© Martin J. Dain

Αντίο Ιγνάθιε

ο Λόρκα ως όραμα

Πήγε και χώθηκε στο βάθος της βιβλιοθήκης. Κανά δυο ήταν φερμένοι, γέροι οι περισσότεροι. Έρχονται εδώ και μαθαίνουν τις προσευχές που αρνήθηκαν στις ζωές τους. 

Δεν ήξερε τι γύρευε, μόνο να σταθεί ήθελε. 

“Ψηλά παίρνει ο αέρας τα βαμβάκια”, άκουσε πίσω του μια φωνή σαν άνοιξε το βιβλίο.

Μύρισε ο τόπος νυχτολούλουδο και μάραθο, τα πόδια του νιώσανε το χλωρό χορτάρι. Πάνω η λάμπα είχε παραχωρήσει τη θέση της σε ένα χλομό φεγγάρι, αρχαιότερο από όσο λένε τα βιβλία. 

Κοίταξε γύρω, δεν ήσαν πια οι άνθρωποι. Το ρολόι έδειχνε “πέντε η ώρα που βραδιάζει”.

Εμπρός του περάσανε οραματικές κάτι γυναίκες μελαγχολικές. Φορούσαν μαύρα φορέματα, είχαν χιόνια στα χέρια του, από πού να ‘ρχονταν; Ποιες ήταν;

Ιδρώτας και θερμότητα είχαν πάρει τα πάντα με το μέρος τους, έσταζε ο τόπος θάνατο. Στο βάθος μπήκαν δυο άνδρες. Έσερναν πίσω τους μια κάσσα. Δεν μαθαίνει κανείς για το θάνατο με ένα ποίημα, όμως εντός του κάτι μεταμορφώνεται.

Οι άνδρες στάθηκαν εμπρός του. Εκείνος πήρε ένα άλικο λουλούδι και τ’άφησε πάνω στο μέτωπο του ποιητή. Πέτρες χάμω, ζεστές ακόμη.

Μόνον τα πουλιά, μόνον αυτά διαβαίνουν το παραπέτασμα, τις σκιές διαβαίνουν και λένε, “έρωτας, έρωτας, έρωτας” με τη φωνή του ποιητή. Μην με ρωτάτε το πώς και το γιατί, μόνον να φανταστείτε, μια στιγμή σταθείτε. Και μην γυρέψετε να μάθετε ποιες ήταν οι φωνές, οι άνδρες, τι κουβαλούσε η κάσα, πώς μεταφράζει κανείς τον άνεμο που φυσάει βραδινός μες στην ψυχή του ζώου. Μόνον σταθείτε, μες στη θύελλα που μαστίζει τον καλλιτέχνη, μόνον πιείτε από τους στίχους του Λόρκα που πεθαίνει μια νύχτα σαν σήμερα. 

Έκλεισε το βιβλίο. Όλα επιστρέψανε, οι γέροι, η σιωπή, η μοναξιά του μες στο λαμπρό εκείνο αίθριο. Κοίταξε έξω την πόλη. Του φάνηκε κερδισμένη η διαφάνεια των θεμελιωδών πραγμάτων. Του δίκιου και του άδικου, του μικρού και του μεγάλου, της δόξας που ‘χει η απαντοχή του ανθρώπου και η καρτερία του. Έλαμπε θάνατος και ομορφιά εκεί έξω, μες στο ποίημα το πλάτος που κοχλάζει.

Έκρυψε το βιβλίο στον κόρφο του και έτρεξε γρήγορα. Έξω περνούσε η πομπή του Ιγνάθιο Σάντσεθ. Το θέαμα ήταν μια σκέτη φαντασμαγορία. Η αιωνιότητα έστεκε στο πλευρό εκείνων των στίχων, κανείς δεν θα μπορούσε και ποτέ να την αφαιρέσει από τα πράγματα. Την αιωνιότητα που σημαίνει η “αιώνια ασπράδα των γιασεμιών” και άλλα τέτοια, πολύτιμα πετράδια, δουλεμένα απάνω στην κόψη της καρδιάς του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.

Αποχαιρετισμός στα θέατρα

Όταν φθινοπωριάζει στις καρδιές των ηρώων

[…στα ηχεία, California Dreaming – Faye Wong in Chungking Express…]

Όπως φεύγαμε από το Άργος, τους ξεχώρισα. Έστεκαν σε κάθε κατεύθυνση, μες στη νύχτα είχαν πιάσει όλα τα πόστα, πέρα για πέρα  αδιόρατα. Ο Ορέστης και η Κλυταιμνήστρα, πιο πίσω, στις κερκίδες ο Αγαμέμνων και ο Αίας, παγωμένος απάνω στη σχισμή του χρόνου. Και άλλοι, ο Αχιλλέας και η Εκάβη και η τρομερή Κασσάνδρα, η τραγικότερη από όλες τις υπάρξεις, αναγκασμένη να υπομείνει  τη φοβερότερη από τις κατάρες που εξαπέλυσαν οι θεοί στους ανθρώπους. Όλοι ήσαν μες στο θέατρο, ακίνητοι σαν δέντρα. Φορούσαν προσωπεία, καθένας ήταν ένας ξένος μες στο αίνιγμά του αίματός του δοσμένος. 

Στάθηκα και φώναξα, Αντίο Αίγισθε! Μ’απάντησε η κουκουβάγια πάνω από τις κλάρες της δροσιάς. Μετρημένα ήσαν τα λόγια της, λίγα μα σήμαιναν τα πάντα. “Άσε τους αυτούς θα ζήσουν για πάντα βυθισμένοι στη λάσπη. Μέσα τους μεγαλώνει το δέντρο της αγάπης μα δεν το μάθουν ποτέ”.

Είχαν τελειώσει όλα, οι τραγωδίες είχαν ολοκληρωθεί και ο χορός αποσυρόταν τώρα σε έναν σχηματισμό, κλεισμένος πίσω από τις πόρτες που βγάζουν στη ζωή. Μόνο την Μήδεια μην γυρέψεις, εκείνη περνάει με τ’άρμα του ήλιου. Πάνω από το κεφάλια μας χαράζει το μεσοστράτι της. Ώρα σου καλή γυναίκα, είπε το πουλί, πιο πέρα από τα λόγια και τα νεύματα.

Κάθε χρόνο, τέτοια εποχή, όταν αποσύρονται τα σκηνικά από τα υπαίθρια θέατρα, νομίζω πως μένουν πίσω πληγωμένοι οι ήρωες. Δεν τους έφθανε ο αγώνας της ομορφιάς με την οδύνη, δεν τους αρκούσαν οι εξηγήσεις, ο χορός εκεί έξω, σε αυλές και ντουσαμάδες που σιγοκλαίνε την ίδια, αρχαία ιστορία. Παλιά όσο και το φεγγάρι. Τους ήρωες σκέφτομαι μες στη δική τους αιωνιότητα, με το βάρος των πράξεων τους που αλαφρώνει η μουσική τ’αρχαίου θεάτρου.  Αυτή η καρτερική πτώση του ανθρώπου, αυτή που συντελείται καταμεσής στα αρχαία περιβόλια, αυτά τα συναισθήματα, οι ζωές που μας σημαδεύουν, το θέατρο μες στην καρδιά του φυσικού κόσμου, μες στην πλάνη της νύχτας. Κάτω από τ’άστρα, ίδια σήμερα μα και τότε, το θέατρο δεν έρχεται κοντύτερα στην πραγματικότητα. Δεν θα το άντεχε. Μόνο ενσωματώνει στο φέρσιμο και τους μηχανισμούς του την  ομορφιά, την ποίηση, το ωραίο και το απεχθές, καθένα με το μερτικό του. Σαν άνεμοι όλα ετούτα διαβαίνουν μέσα από τους παράδοξους σχηματισμούς μας, όλα ετούτα που αθροισμένα γεννούν το μεγάλο μέσο όρο της ζήσης. 

Αποχαιρετώντας τα θέατρα των καλοκαιριών μας, στέκω απέναντι από το χορό που αναλαμβάνει χιλιάδες χρόνια τώρα να βοηθήσει τον θεατή να αναγνωρίσει τον εαυτό του μες στην τυχαιότητα του χρόνου, να παρακάμψει κάθε ηθικό μέτρο για να αντικρίσει τ’ακρότατο όριο της ζωής του. Οι διθύραμβοι που απομένουν αμίλητοι εκεί στο κοίλο του χειμώνα, πλάι στο ρόδο του βωμού, διαθέτουν και αυτή μια μορφή. Εκείνη του ανθρώπινου ενθουσιασμού, ντυμένη τη μάσκα του απόκοσμου μα και του οραματικού. Όπως το είπε και το έγραψε ο ίδιος ο Ρίλκε.

Αντίο Ορέστη, Ιοκάστη, αντίο Αίγισθε. Αντίο άνθρωποι του χορού, σώμα ένα και οργανικό, κινημένο από το κοινό όνειρο, τον κοινό εφιάλτη. Πάνε μέρες που δεν τους συλλογίστηκα, μα σήμερα παρατήρηση τη συντομία της μέρας και κατάλαβα πως κάθε στιγμή αποχαιρετούμε κάτι από το καλοκαίρι. Για αυτό υπάρχει ο Αύγουστος, για τη συγχώρεση και τον αποχαιρετισμό, μήνας μοναδικός και ώρες ώρες άχρονος. 

Πρόσωπα
Μάρκος Μπότσαρης

[…Μάρκος Μπότσαρης, από την Μουργκάνα της Θεσπρωτίας. Στο φόντο “Ο θάνατος του Μπότσαρη”, του Λουντοβίκο Λιπαρίνι…]

Τώρα μπορείτε να πάτε να πείτε, σώθηκε τ’αηδόνι, ο Μάρκος στον κάτω κόσμο επέρασε. Τώρα μπορείτε να πάτε να πείτε στις πηγές και τα κεφαλόβρυσα , πως δεν κοιμούνται μωρέ τα κυπαρίσσια, δεν κοιμούνται.

Κόκκινο σταυρό απ’του ταύρου το αίμα, αυτά είναι τα αρχικά του ονόματός του.

Στα πουλιά πάτε να πείτε, στα πουλιά, πως στους αιθέρες πλανάται τώρα ο Μπότσαρης. 

Κλάψτε αρχαία λιοτρίβια και εσείς, μαντρότοιχοι και χαμώγια και κορφές απρόσιτες του λύκου, σωπάστε. Και μην μιλάτε, άλλο μην λέτε, πως ο Μάρκος πέθανε, ο Μάρκος πάει.

Και εσείς πουλιά, της αιωνιότητας κήρυκες, πάτε να πείτε, πλεούμενο σεντόνι η ζωή στο πέλαγο αλαργινή.

Στο Καρπενήσι χτυπήθηκε ο Μπότσαρης. Οι Σουλιώτες οργάνωσαν την πομπή. Εμπρός οι αιχμάλωτοι και πίσω τα μαλάματα. Πιο πίσω η σορός του ήρωα που περνά από πόλεις και ρουμάνια. Την βλέπουν που ζυγώνει και σφίγγεται η καρδιά του κόσμου. Σώπασε,, μην τύχει και ξυπνήσει από τ’όνειρο ο Μάρκος. 

Και τραβούσε ο δρόμος και ήσαν σπαρμένος με καημό απέραντο. Και πήγαιναν, μωρέ πήγαιναν να θάψουν, λέει – πώς γίνηκε τούτο τ’άδικο, πως; – να θάψουν τον Μάρκο Μπότσαρη.

Αργή, πλαγιαστή μορφή, από κοκκινόβραχο, γεννημένη πια μες στους κυματισμούς της δόξας του.

Ζωγραφιές σαν ιστορίες
Νεαρός ναύτης
Χενρί Ματίς
1906

[..στα ηχεία Spiegel im Spiegel, for Viola & Piano. Arvo Part…]

Θα προσπαθήσει να σταθεί όρθιος στο πόστο του. Το “Αγκουστίν” θα πολεμάει να βρει τα ζύγια του. Από κάτω μαύρα τα νερά και η στεριά μακρινή. Είναι το πρώτο του ταξίδι, τρέχει στο τηλεγραφείο, σκαρώνει δυο λέξεις. Είναι οι στερνές που θα φτάσουν στο Αλικάντε, οι στερνές που θα μάθουν από εκείνον. Από εκείνη τη βραδιά κοιμάται μαζί με τα ψάρια στη σκάλα του Θαρραλέου, διακόσιες πενήντα οργιές βάθος. 

Κάθε τόσο απαλλαγμένα από τη βαρύτητα, κάτι σκουριασμένα πράγματα αναδύονται στην επιφάνεια. Δεν το μαθαίνει κανείς. Είναι σπαράγματα του ναυαγίου, ο Γιάννης Βαρβέρης μας μίλησε για αυτά και έπειτα διέσχισε άυλος και άχρονος τούτο εδώ τον κόσμο.

Αυτή είναι όλο και όλο η βιογραφία του Μπόρχα. Πέθανε πριν την ώρα του. Και ήταν αδύνατο να φανταστεί μια τέτοια πικρή ζωή, για κάποιον που ρίχτηκε στη θάλασσα με όλη την αθωότητα και την εμπιστοσύνη του κόσμου.

Τον αποθανάτισε ο Χενρί Ματίς, χαμογελαστό συλλαμβάνοντας έτσι μια καθαρή ψυχή. Λίγο πριν το τέλος.

Ζωγραφιές σαν ιστορίες
Ανρί Ματίς

Η έρημος ή Αρμονία του κόκκινου
1908

Αμοιβαία αναλαμβάνουν όλες οι διαστάσεις να χωρέσουν την άπειρα, κατακόκκινη ερημιά του Ματίς. Το αριστούργημα του που σήμερα παραμένει μια νίκη του χρώματος και μια επιβεβαίωση των Σεζάν και Μονέ όταν καταργούσαν το σχήμα στο όνομα του φαινομένου και του ορατού, του βάθος που ανακτά όλη τη συγκέντρωση του ταμπλό.

Η αυστηρή, γυναικεία μορφή, μια μεγάλη, κατάλευκη παύση το φουστάνι της, μια λεπτομέρεια που διακόπτει τον διθύραμβο ενός θυελλώδους, κόκκινου χρώματος καθώς ελίσσεται στο πάτωμα και έπειτα στους τοίχους, παντού τριγύρω στην γυναίκα με το χαμηλωμένο, το γεμάτο αίνιγμα βλέμμα. 

Πέρα από το ανοιγμένο παράθυρο το πράσινο ενός κήπου θεραπεύει και προσθέτει βάθος βυθού στο έργο.

Με ένα πορφυρό σινιάλο ο Ματίς, έστειλε έναν πανηγυρικό χαιρετισμό στο παρελθόν, ενώ την ίδια ώρα, δίχως να αρνηθεί την ύλη της τέχνης, επιβεβαιώνει με κάθε τρόπο πως οι εποχές περνούν μέσα από μεμονωμένους ανθρώπους. Και αυτοί είναι που φέρνουν εις πέρας το θαύμα.

Πρόσωπα
Ντίνος Δημόπουλος
22 Αυγούστου 1921- 28 Φεβρουαρίου 2003

[…ανάμεσα στα φιλμ τα εμβληματικά του αθάνατου, ασπρόμαυρου κινηματογράφου, να και η αλησμόνητη, η “Βίλα των Οργίων”. Τόσα χρόνια μετά το φευγιό του Ντίνου Δημόπουλου, η Ελλάς επιμένει και καθώς επίμονα ομιλεί για ηθική και αξίες, βανάυσως – κατά τον Μποστ, τον ύστατο ευαγγελιστή της νοελληνικής νομεκλατούρας – τις καταδιώκει και αρειμανίως της καταπατεί. Στα ηχεία, το ορχηστρικό του Μουζάκη από το φιλμ…]

Εμπρός όλοι στο τμήμα! Εραστές και ερωμένες, με σεντόνια και νυχτικιές, με σατέν και με βαμβακερά, με ήθος διακεκριμένο και θέση κοινωνική, εμπρός όλοι στο τμήμα! Διότι περί ηθικής ομιλεί η Ελλάς και όλοι στέκουν σούζα.

Το ίδιο εξελίσσεται φαινομενολογικώς και κατά την τρέχουσα περίοδο. Αφού τάχα μου μπερδευτήκαμε με τις ατζέντες – πείτε μου μια που έχετε συμπληρώσει αρτίως, εγώ καμία  σας πληροφορώ – τώρα τις πετάξαμε στα σκουπίδια και το ρίξαμε στην αγάπη. Μα προτού γυρίσουμε την πλάτη μας εξαπολύουμε δριμύ κατηγορώ για αυτήν που βρήκε κάποιο νέο και τον σιτεμμένο που τσιμπολογάει από καινούρια εσοδεία, για την γεματούλα που ‘χει για εραστή της έναν πολύ αδύνατο, σχεδόν καχεκτικό νέο. Μήτε κουβέντα για χάρες κρυφές και τα τοιαύτα. Για τον αλλοτινό οικογενειάρχη που σκοτώνεται ανάμεσα σε ποδοβολητά ξέφρενου καν – καν, για τη στάρλετ που δεν γνωρίζει ηθικό φραγμό και κάθε πρωί, με τα ταξί αλωνίζει τη βιομηχανική ζώνη κάνοντας τα μάτια τα ζαχαρωμένα, σε διευθύνοντες συμβούλους και αρχιλογιστές. Και τα λοιπά και τα λοιπά. 

Εμπρός λοιπόν όλοι στο τμήμα. Και εγώ που σας γράφω και εσείς ακόμη, κάποια παρέκκλιση θα έχετε, δεν μπορεί. Εμπρός στο τμήμα Ελλάς, “Βίλα μου” ωραία “των οργίων” με την έκφραση την κωμική και την δεινότητα σου την ευρωπαϊκή, την υποκριτική.

Για τον Ντίνο Δημόπουλο ήθελα να σας πω μα παρασύρθηκα από τα μεράκια μου. Ώρες είναι να συλληφθώ και εγώ, ως στοιχείο, – άκουσον, άκουσον!- ταραχοποιό των χρηστών ηθών. 

Α.Θ