Έλενα Χουρμουζιάδη | Η Τεφροδόχος

© Alvin Langdon Coburn

– Αυτό το κουτί εδώ να το βάλεις, πίσω απ’ την πόρτα του υπνοδωματίου. Να σκουπίζω πιο εύκολα γύρω απ’ τον καναπέ, μουρμούρισε η κυρά-Ρωξάνη καθώς πάλευε με το καλώδιο της ηλεκτρικής. Σαν δεύτερος Άη Δημήτρης με τον δράκο της Hoover. Η Μ γύρισε να την κοιτάξει και το βλέμμα της κάρφωνε με πύρινα καρφιά, έκοβε με παγωμένα ξυράφια και κροτάλιζε έτοιμο να αντεπιτεθεί. Σε τι; Σε μια προσβολή που ξεστομίστηκε ερήμην του ομιλητή, με πλήρη άγνοια και μοναδική πρόθεση ένα καλογυαλισμένο πάτωμα. 

– Όχι, εδώ το θέλω. Αφήστε το. 

Ξέκοψε οποιαδήποτε άλλη κουβέντα, αλλά με μαλακωμένη φωνή. Είναι μία απ’ τις φορές που ο θυμός και η φουρτούνα της θαρρείς ρίχνουν θερμοκρασία μέχρι να φτάσουν απ’ το μυαλό στη γλώσσα. Τεχνική που έχει αναπτύξει αριστοτεχνικά με τα χρόνια, δεν την έχει προδόσει ποτέ, αλλά θα την προδόσει μια και καλή όταν όλοι οι θυμοί και οι φουρτούνες αρχίσουν να ανεβαίνουν στον οισοφάγο και τότε δεν θα μπορεί παρά να αρχίσει να ξερνάει με τις ώρες, μέχρι το στομάχι να στρώσει και η ψυχή να γαληνέψει.

Το ίδιο και με το πένθος. Δεν την πένθησε τη μάνα της όσο ήθελε. Δεν την έκλαψε. Δεν την αναζήτησε στον ύπνο της δεύτερη φορά μωρό που ψάχνει το βυζί να θηλάσει. Δεν ανέβασε στο στόμα λυγμό «Πού ‘σαι, μαμά, πού ‘σαι μανούλα;» να μουσκέψει το μαξιλάρι, να στοιβιαχτούν τα χαρτομάντηλα δίπλα της. Όχι από σκληράδα. Από ανηλειμμένες υποχρεώσεις. Πάντα κάτι άλλο ήταν πιο επείγον, πιο σημαντικό, τώρα τα παιδιά, τώρα να γελάσω με τους φίλους, τώρα να σταθώ όρθια, λίγο πιο μετά, λίγο πιο μετά. 

Και το κουτί δίπλα στον καναπέ.

Με τη στάχτη της.

Να κουνιέται μόνο λίγο δεξιά, λίγο αριστερά στο σφουγγάρισμα. Και δως του το κουτί να κάνει μικρά βηματάκια δεξιά αριστερά δύο χρόνια τώρα σαν χορευτής μπαρόκ μουσικής που βολεύτηκε στο πόστο του και επαναλαμβάνει τη ρουτίνα του χορού του. 

Η πρώτη, η εύκολη ερμηνεία θα ήταν ότι της κρατά συντροφιά. Όμως είναι πολύ μακριά από αυτήν οτιδήποτε μεταφυσικό για να πιστέψει έστω και μια στιγμή ότι αυτή η στάχτη έχει ζωή, έχει κάτι από τη μάνα της, μπορεί να ακούσει, να μιλήσει, πόσο μάλλον να κρατήσει συντροφιά. 

Άλλη ερμηνεία θα ήταν ότι καθυστερεί αυτό που θα κάνει αμετάκλητη την απώλεια. Λες και τώρα μπορεί να την φέρει πίσω, να τη ζωντανέψει, να την πάρει αγκαλιά και να μυρίσει ξανά την καμπύλη του λαιμού της. Λες και μπορεί ποτέ η απώλεια να είναι μετακλητή. 

Μόλις η κυρία Ρωξάνη έκλεισε απαλά την πόρτα πίσω της, η σκέψη φυτρώνει στο μυαλό της. Παίρνει βαθιά ανάσα και τα ρουθούνια της γαργαλάει το Ajax Καλοκαιρινά Άνθη, λίγη χλωρίνη, μια όχι ενοχλητική μυρωδιά κρεμμυδιού που σωτάρεται σε μια κουζίνα κάπου κοντά και λίγη άνοιξη που μπαίνει από το ίδιο παράθυρο στο σαλόνι της. Παίρνει το κουτί, το ακουμπά πάνω στο τραπέζι και αφαιρεί με προσοχή την ταινία που το κρατά κλειστό. Το μάρμαρο είναι παγωμένο, πιο ψυχρό απ’ ό,τι θα ήθελε, αλλά αναμενόμενα επίσημο για να στεγάσει το μακάβριο και αγαπημένο ταυτόχρονα περιεχόμενό του. Το καπάκι λίγο βαρύ. Αντιστέκεται ή δίνει κύρος σ’ αυτό που θα ακολουθήσει; Το πρώτο πασπάλισμα θυμίζει παιχνίδι με αλεύρι που ξέφυγε από το μπολ και απλώθηκε στον πάγκο της κουζίνας. Δειλά, αλλά με θράσος. «Να, εδώ βρίσκομαι, σου χαλάω την ευταξία της κουζίνας σου, φαίνομαι τόσο αθώο, αλλά για προσπάθησε να με μαζέψεις με το βετέξ…» Το δεύτερο ήρθε πιο ορμητικό, πιο ξεθαρρεμένο. Κι ήρθε η στάχτη κι άρχισε ν’ απλώνεται στα έπιπλα, στο πάτωμα, στ’ αντικείμενα, επάνω της. Ασημίζουσα, απαλή, τρυφερή σαν το χάδι της μάνας της, σαν τη φωνή της. Τρύπωσε παντού κι η Μ όλο και πασπάλιζε όλο και πετούσε με τις χούφτες τους λιλιπούτειους κόκκους να απλώσουν την αυτοκρατορία τους ολούθε. Και μετά βγήκε έξω, στον δρόμο, κι έσπαιρνε στάχτη, στ’ αυτοκίνητα, στα δέντρα, στα πεζοδρόμια, όπως τότε που καιγόταν η Πάρνηθα κι είχε γεμίσει η Αθήνα γκρίζο χιόνι Ιούνη μήνα κι ακόμα το θυμάται. Και γέμισε το σύμπαν όλο ασημένια στάχτη, ασημένια γέλια, ασημένια χάδια, ασημένια καλοσύνη, ασημένια φιλιά, τα φιλιά της μάνας της που τόσο της λείπουν. Τ’ απλωσε όμως απλόχερα τώρα στον κόσμο όλο, τον σκέπασε τον κόσμο στάχτη να καταλάβει κι αυτός, να πάρει κι αυτός φιλιά, καλοσύνη, χάδια, γέλια, στάχτη. Στάχτη.

 


Η Έλενα Χουρμουζιάδη γεννήθηκε το 1972 στην Αθήνα, μεγάλωσε στον Βόλο, αλλά ενηλικιώθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Αγγλική Γλώσσα & Φιλολογία στο ΑΠΘ, και είναι μεταφράστρια και κειμενογράφος. Έχει δύο παιδιά, τον Οδυσσέα και την Αριάδνη. Της αρέσουν οι λέξεις, τα απογευματινά μπάνια, ο σκέτος καφές και τα «Προσεχώς» στον κινηματογράφο.