
Αφιερωμένο στις
απανταχού
νομεκλατούρες
Ανωνύμου
αφήγημα εκθεσιακό
Μια κυρία, έκτακτα ενδεδυμένη αναφώνησε “α!”, αφήνοντας κάμποσα άλφα να σιγοσβήσουν καθώς φτούραγε η έκπληξη. Πίσω της ακολουθούσε το πλήθος, οικογένειες, κυρίες με κρινολίνα, κύριοι εκπρόσωποι της νομεκλατούρας με όρθιους γιακάδες πόλο και βαρβάτες τσέπες. Όλοι αυτοί ήσαν οι επισκέπτες της εκθέσεως. Είχαν σταθεί στην ουρά για να εισέλθουν πρώτοι στο νέο, ελληνικό αιώνα από νωρίς το πρωί. Και τώρα, να που τους δινόταν η ευκαιρία να περπατήσουν πρώτοι ανάμεσα στα εκθετήρια , παρατηρώντας την πρωτοπορία εμπρός στα μάτια τους. Είχαν βεβαίως διαβάσει για τα εκθέματα και είχαν αποφασίσει πως αν κανείς δεν παραχωρήσει την ευκαιρία στον εαυτό του να δει όλα ετούτα τα τρομερά, τότε θα ‘ταν σαν τάχα να περιφρονούσε το λαμπρό, προδιαγεγραμμένο μέλλον.
Να που τώρα τριγυρίζουν μες στους διαδρόμους και απολαμβάνουν τα κατορθώματα του ύστερου, πολιτισμού μας. Ένα ρομπότ με γαλάζιο κοστούμι τους συνοδεύει καθώς ελίσσονται από περίπτερο σε περίπτερο. Λίγο πιο πέρα ένας Μεγαλέξανδρος ποζάρει υποβλητικά και με στόμφο. Σαν έρχεται η ώρα για το διάλειμμα του βγαίνει στην πίσω πλευρά της εκθέσεως και εκεί ανάμεσα σε γούρνες με βρωμόνερα και πεταμένα ελαστικά απολαμβάνει το μικρό του γεύμα. Έπειτα σουλουπώνει πάνω του την χαρτονένια πανοπλία, η έκφρασή του αλλάζει και ανακτά κάτι το ένδοξο και το μεγαλοπρεπές. Φυσικά τίποτε από όλα αυτά δεν είναι εκ του φυσικού και έτσι είναι κανείς να βάζει τα γέλια με τούτον τον κακοβαλμένο Μεγαλέξανδρο.
Τα κορίτσια, βγαλμένα θαρρείς από τα σκοτεινά μυθιστορήματα του Κόρμακ Μακάρθι, διαθέτουν σανιδένιο κορμό και είναι έντονα μακιγιαρισμένες. Με τούτο τον τρόπο μπορούν να κρύψουν ένα σορό ατέλειες όταν διαπραγματεύονται χείλη με χείλη το αντίτιμο μιας βραδιάς. Αυτά τα κορίτσια που εκτός της εκθέσεως καταπιάνονται με μια ευρύτατη γκάμα δραστηριοτήτων, από κρουασαντερί ως συνεργεία απολυμάνσεως γνωρίζουν να κάνουν έρωτα με πεινασμένα αρσενικά. Διαθέτουν όλα τα μέσα και έτσι παρεκκλίσεις και διαστροφές μπορούν να εκπληρωθούν δίχως πρόβλημα. Καμιά φορά, σαν στέκουν κάτω από τα φώτα, μπορεί να διακρίνει κανείς τα μπαλώματα από πίσσα που κρατούν κλειδωμένο απάνω της, το φως.
Τώρα αρχίζει το καλύτερο κομμάτι, λέει κάποιος εκστασιασμένος από τούτη τη λαμπρή και απαστράπτουσα Ελλάδα. Και έχει δίκιο, αφού από ετούτο το σημείο και μετά, αρχινάνε τα ωραία εκθετήρια, τα πλέον αντιπροσωπευτικά της προόδου που συντελείται εις τον ψυχισμό του Έθνους. Εδώ επιβάλλεται λίγος Σουρής ή ένα μικρό μονόπρακτο με θέμα του το θάνατο. Θα μου πείτε “μα δεν μπορεί κάτι λιγότερο μελαγχολικό να συλλογιστείς;” Δίκιο έχετε και με το παραπάνω, μα ζούμε τον αιώνα της εθνικής μελαγχολίας και κάθε άλλη προσέγγιση, ίσως πιο χαρωπή και πιο ανάλαφρη να αδικούσε τον κόπο των διοργανωτών.
Διότι, φανταστείτε τι απαιτείται για να μεταφέρει κανείς εδώ πέρα το βαγόνι μιας αμαξοστοιχίας. Πέραν του βάρους, πρέπει κανείς να συλλογιστεί πόσο καιρό έκανε να φτάσει εδώ κάτω. Στην αρχή δεν ήταν μονάχο του, μα δεμένο απάνω σε μια ατέλειωτη σειρά εμπορικών βαγονέτων. Ωστόσο κατά τη μεταφορά προς τον νότο και λόγω της μονής γραμμής, αυτό το τραίνο ολοένα και διαλυόταν για να ξεμείνει στο τέλος αυτό το τραγικό και ολομόναχο βαγόνι. Διά την συντήρησή του γίνανε κάτι απευθείας αναθέσεις ενώ για τη διασφάλιση του σκοπού αφαιρέθηκε από το εσωτερικό του όλο το οξυγόνο. Το άφησαν εκεί, στραπατσαρισμένο με ξεχαρβαλωμένα παραθύρια, καθίσματα που σπάσανε και στάλες αίμα εδώ και εκεί. Μα το κοινό, θαυμάζει το θηριώδες βαγόνι και είναι τέτοια η λήθη του που ορισμένοι αναμεταξύ τους συζητούν εντόνως και απορούν την αιτία της ύπαρξης αυτού του βαγονιού. Όλο σε κάτι φθάνουν κοντύτερα μα έπειτα διαλύονται τα επιχειρήματά τους σαν θυμηθούν τον πόνο, την τρομερή απώλεια τόσων και τόσων. Να σημειωθεί πως μπορεί ο καθένας να φορέσει το κόκκινο καπέλο του σταθμάρχη και να φωτογραφηθεί πλάι στο βαγόνι. Το δέλεαρ κλιμακώνεται και έτσι ολοένα και περισσότερο φορούν το κασκέτο του σταθμάρχη και παίρνουν πόζες ηδυπαθείς ή σοβαρές οι επισκέπτες της εκθέσεως. Έπειτα το αφήνουν γρήγορα χάμω, διότι εν μέσω δίκης και με δεδομένα όσα μεσολάβησαν μπορεί να αποβεί μοιραίο να παριστάνεις τη σήμερον ημέρα, άκουσον άκουσον, τον σταθμάρχη.
Αργότερα, όταν ανακαλέσουν την ανάμνηση του πόνου, διακριτικά οι επισκέπτες εγκαταλείπουν το βαγόνι. Τους προσμένει το περίπτερο με θέμα την “παλιά Ελλάδα”. Όχι την πολύ παλιά μήτε την αρχαία, μα εκείνη που καλά κρατάει ακόμη σαν μια παράξενη και αναπόδραστη συνήθεια. Κανείς από το κοινό δεν μπαίνει στο περίπτερο, κανείς δεν θέλει να ξαναδεί εμπρός του την παλιά Ελλάδα. Αν θέλει άλλωστε, μπορεί κάλλιστα να κοιτάξει γύρω του μια χώρα που όλο πεθαίνει, διακόσια χρόνια τώρα πεθαίνει. Τι να του κάνουν τα παλιά τερματικά, το γκρίζο γραφείο, η ατμόσφαιρα μιας χώρας αφού όλα μυστικά κρυφοζούν από υπηρεσία σε υπηρεσία. Μια κοπέλα, όχι πάνω από είκοσι χρονών, ζητάει να φωτογραφηθεί. Στο φόντο η παλιά Ελλάς, ένας φυγάς του μέλλοντος που προμηνύεται λαμπρό σε μπαλκόνια τηλεοπτικά και άλλα τέτοια. “Μα τι πρόοδος που συντελέστηκε!”, αναφωνεί μια κυρία με καπέλο και φτερό. Μοιάζει στον Ρομπέν των Δασών, αυτόν τον τιμωρό των υψηλών τάξεων, κάπως γερασμένο βεβαίως. Και πάνω από όλα ηττημένο.
Όλοι χειροκροτούν με την ψυχή τους. Η πρόοδος τους έχει σαστίσει είναι η αλήθεια, τα φώτα, οι φωνές, τα χρώματα, οι περιστάσεις που φαντάζουν θαυμάσιες, όλα τους έχουν κατακλύσει. Αφήνουν το περίπτερο με το βαγονέτο και τώρα εμπρός τους ανοίγεται ένα άλλο. Φέρει μαρκίζα, διότι, πώς να το κάνουμε, μια έκθεση απαιτεί και καλλιτεχνία διά την εξάλειψη πάσας αναγωγής με την πραγματικότητα. Με άλλα λόγια η έκθεσης αποπειράται να επιβληθεί στην πραγματικότητα και όχι το ανάποδο. Η μαρκίζα γράφει “Φραπές” και από μέσα ακούγονται ήχοι οικιακών μηχανημάτων για την παρασκευή του ευγενούς ροφήματος. Ένας κύριος, που μάλλον με το ζόρι βρίσκεται εκεί, κάθεται σε μια πλαστική καρέκλα δεκαετίας του 1990, από εκείνες που διαλαλούσαν οι πλανόδιοι έμποροι στην επαρχία εκείνου του καιρού. Ένας κύριος σπεύδει να συστηθεί στον τύπο του περιπτέρου. Ο καθιστός ανασηκώνεται μια στάλα και ανταποδίδει τον χαιρετισμό. Έπειτα ακούγονται ήχοι κομπολογιού και ο άνθρωπος του περιπτέρου επικαλείται το δικαίωμα της σιωπής. Εκείνη τη στιγμή τραβά μια δυνατή ρουφηξιά από τον καφέ του και ευθύς στον διαδραστικό πίνακα πίσω του, αθροίζονται τρομερά ποσά με μπόλικα μηδενικά και τα ρέστα.
Δίπλα στέκει το περίπτερο του υπουργείου αγροτικής αναπτύξεως που μάλλον διανύει τις τελευταίες του μέρες, μια και ανάπτυξη αγροτική δεν υφίσταται. Κάποιοι λένε πως το πράγμα σχετίζεται με μια δημιουργική ειρωνεία, ενδεικτική τούτου του ύστερου πολιτισμού. Η αλήθεια είναι πως πολλοί συρρέουν εκεί μέσα, κάτι ψιθυρίζουν στα παιδιά του περιπτέρου και ακούγονται ήχοι από δεκάδες κομμένες επιταγές, μεταχρονολογημένες και αυτές σαν την αξιοπρέπειά μας την άμοιρη. Στο περίπτερο αυτό μπορεί κανείς να θαυμάσει μια σπάνια στιγμή κυκλικής οικονομίας, αφού τριγυρίζουμε γύρω από τον εαυτό μας, σαν μια λογοτεχνία που όλο μιλά για τον εαυτό της. Ωστόσο, μια παρέμβαση εισαγγελική αναγκάζει τα παιδιά να ελέγχουν καθημερινά πως τηρείται η τάξη στις καταβολές και τις μίζες και πως δεν μένει κανένα υπογάστριο παραπονεμένο από αυτά τα λεπτοδουλεμένα και τα κακομαθημένα που άμα δεν τα ταίσεις μπορεί και να σε κατασπαράξουν.
Και να που η έκθεσης φθάνει στο τέλος της. Οι κυρίες εκστασιασμένες θαυμάζουν την Θεσσαλονίκη στο βάθος του λειμώνα. Ο Μεγαλέξανδρος που σήμερα το παράκανε με τα διαλείμματα λείπει από το πόστο του. Κάτι συνέβη με την πανοπλία και άσε που τον ταλαιπωρούν τα αέρια του εντέρου. Τι και αν ταξίδεψε και αυτός τόσο αλαργινά από τον τόπο της καταγωγής του, καθόλου δεν κατόρθωσε να ξεγλιστρήσει. Θύμα του έπεσε και ο ρόλος υπονομεύτηκε. Στο μεταξύ, παρά όλα ετούτα τα τραγικά, ο περί ου ο λόγος είναι επιφορτισμένος με ένα σορό διασυνδέσεις και άμα χτυπάει το τηλέφωνο κάπου στην Καλαμαριά, εκείνος ειδοποιείται και στήνει το αυτί του. Άλλοι το λένε υποκλοπές μα εκείνος το λογαριάζει για εθνικόν λειτούργημα.Διασυνδέσεις, επισυνδέσεις, σκέτες συνδέσεις , όλα περιλαμβάνονται στο παλμαρέ του ανθρώπου αυτού.
Τώρα το πλήθος ξεμακραίνει. Τραβάει κατά το μέλλον μα στα αλήθεια πάνω στην ίδια τη γραμμή κινείται, αυτή που ανηφορίζει και πάλι κατηφορίζει, επιστρέφοντας ότι κρύψαμε από τη συνείδησή μας. Κάτι λίγοι παραμένουν στο χώρο της εκθέσεως. Θα γευματίσουν στο τέλος με αφορμή τον μεταξύ τους αποχαιρετισμό, θα συνευρεθούν με την μετά – νεοελληνική ιντελιγκέντσια και από εδώ πάνε και οι άλλοι. Πού να φανταστεί κανείς πως οι άνθρωποι αυτοί, μεταξύ τυριού και αχλαδιού το βίο τους θα θυσιάσουν ενώ στα αλήθεια το μόνο που έχει σημασία δεν είναι άλλο από το κρεμμύδι που λείπει, το κρεμμύδι του φαγητού, διακόσια χρόνια ματωμένο και άνοστο. Μα τόσο απλό και ουσιώδες.
Θέλω να πιστεύω πως αντιληφθήκατε το αλληγορικό του πράγματος. Και πως πειστήκατε για αυτά τα συγκοινωνούντα δέρματα που αλληλοσυγχαίρονται και φιλιούνται δίχως να αφήσουν λεκέ. Βλέπετε τα κραγιόν τους είναι παλιά, σχεδόν πένθιμα, τι να σου κάνουν; Θέλω να πιστεύω πως κάτι συγκρατήσαμε από την αδιάκοπη τη γεύση της ζωής μας.
Στο μεταξύ, αποσιωποιημένη η φωτιά στην Φλώρινα καίει ακάθεκτη στο φόντο της ΔΕΘ που συνδυάζει υψηλές παρουσίες. Μόνο τα πουλιά που ‘χουν άγνοια της μοντέρνας μας ελληνικότητας, αυτά μόνον, μπορούν να νιώσουν τη στιγμή. Το μέγα πλήθος προς το παρόν ποζάρει μετέωρο ανάμεσα στην Ελλάδα που θέλει να γεννηθεί με την κουτάλα που λένε και εκείνη την άλλη, κατάμεστη από παραπετάσματα και μπαλκόνια και σκιές και είδωλα. Και πλαστικά σημαιάκια που κάνουν κουρέλι το αντίκρισμα της ομορφιάς. Τ´ ασορτί τρακτέρ, άποτελούν βούτυρο στο ψωμί των ιθυνόντων και άλλα πολλά. Λείπει όμως η έμφυτη η αρετή, μια λεπτή επίστρωση αριστοκρατίας. Και έτσι η διεθνής έκθεση της Θεσσαλονίκης που θα έπρεπε να συνδυάζει την αυτοκριτική με κάθε τι νέο, παραδίδεται στη διανοητική ατμόσφαιρα της εποχής μας. Στο βάθος η Ελλάδα που ξηλώνεται σαν το σεμενάκι του παλιού Ελληνικού Δημοσίου, πάντα σε θέση περίοπτη.
Απόστολος Θηβαίος
