
Σε πρώτο πρόσωπο – Ο κύκλος του έρωτα, Γκέλη Ντηλιά,
ΑΩ Εκδόσεις, 2026
ISBN: 978-618-5845-99-5
Γράφει η Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου
Στη σύγχρονη ελληνική ποιητική παραγωγή, όπου η ερωτική θεματολογία συχνά ισορροπεί ανάμεσα στην εξομολογητική γραφή και την αναπαραγωγή γνώριμων λυρικών μοτίβων, η συλλογή Σε πρώτο πρόσωπο – Ο κύκλος του έρωτα της Γκέλης Ντηλιά (ΑΩ Εκδόσεις, 2026, ISBN: 978-618-5845-99-5) επιχειρεί μια διαφορετική προσέγγιση. Η ποιήτρια δεν επιδιώκει να αναπαραστήσει τον έρωτα ως εξιδανικευμένο βίωμα ούτε να τον εγκλωβίσει σε στερεότυπες συναισθηματικές διατυπώσεις. Αντίθετα, τον αντιμετωπίζει ως υπαρξιακή διαδικασία διαρκούς μεταμόρφωσης, όπου η επιθυμία, η σωματικότητα, η μνήμη και η απώλεια συνθέτουν έναν αδιάκοπο κύκλο εμπειριών.
Ο τίτλος της συλλογής λειτουργεί ως το πρώτο ερμηνευτικό κλειδί. Το Σε πρώτο πρόσωπο δεν δηλώνει απλώς την επιλογή μιας πρωτοπρόσωπης αφήγησης· σηματοδοτεί μια ποιητική στάση απέναντι στην εμπειρία. Η φωνή του ποιητικού υποκειμένου δεν αφηγείται από απόσταση αλλά εκτίθεται χωρίς προστατευτικούς μηχανισμούς, μετατρέποντας το προσωπικό βίωμα σε κοινή ανθρώπινη εμπειρία.
Εξίσου δηλωτικός είναι ο υπότιτλος «Ο κύκλος του έρωτα». Η Ντηλιά οργανώνει τη συλλογή γύρω από τη λογική της επανάληψης. Ο έρωτας γεννιέται, κορυφώνεται, διαλύεται, αφήνει ίχνη στη μνήμη και επανέρχεται με διαφορετική μορφή, ενώ κάθε ποίημα λειτουργεί ως αυτόνομο στιγμιότυπο ενός ευρύτερου ποιητικού κύκλου.
Θεματικά, η συλλογή υπερβαίνει την παραδοσιακή ερωτική ποίηση. Ο έρωτας δεν εμφανίζεται ως μονοδιάστατο συναίσθημα αλλά ως πεδίο αντιφάσεων. Η σαρκική επιθυμία συνυπάρχει με τη νοσταλγία, η προσδοκία με τη ματαίωση, η κατάφαση της ζωής με τη συνείδηση της απώλειας. Παράλληλα, αναδύονται ζητήματα που αφορούν τη μνήμη, τον χρόνο, τη μοναξιά, τη γυναικεία ταυτότητα, την αναζήτηση της επικοινωνίας και τη διαρκή διαπραγμάτευση της σχέσης ανάμεσα στο σώμα και τον λόγο. Η ποιήτρια δεν εξυμνεί τον έρωτα· τον ανατέμνει, φωτίζοντας τόσο τη δημιουργική όσο και την καταστροφική του διάσταση.
Το εναρκτήριο ποίημα, «466» (σ. 9), λειτουργεί ως προγραμματικό κείμενο της συλλογής. Η διαδοχική παράθεση αντιθετικών χαρακτηρισμών του έρωτα –«Αρχάγγελος», «δαίμονας», «ηφαίστειο», «πλημμύρα»– συγκροτεί μια ποιητική οντολογία, όπου ο έρωτας παρουσιάζεται ταυτόχρονα ως σωτήρια και αποδιοργανωτική δύναμη. Η αντίθεση ανάμεσα στο ιερό και το καταστροφικό επανέρχεται σε ολόκληρη τη συλλογή, αποτυπώνοντας τη διττή φύση του ερωτικού πάθους.
Στο κομβικό ποίημα «Το Έψιλον του Έρωτα» (σ. 11), η ποιήτρια μετατοπίζει το ενδιαφέρον από την εμπειρία στην αναζήτηση της ουσίας. Το «έψιλον» δεν λειτουργεί μόνο ως αρχικό γράμμα της λέξης «έρωτας», αλλά και ως συμβολικό σημείο εκκίνησης μιας υπαρξιακής διερεύνησης. Ήδη από τους εναρκτήριους στίχους, «Ρώτησα για το έψιλον του έρωτα / και μου απάντησαν / όσοι σύρθηκαν στο κύμα του…», η αναζήτηση αποκτά συλλογική διάσταση, καθώς η γνώση του έρωτα μεταβιβάζεται μέσα από την εμπειρία όσων τόλμησαν να παραδοθούν σε αυτόν. Εξίσου χαρακτηριστική είναι η εικόνα «όσοι έκαναν λάθος κι έφτιαξαν νησιά, / για να κατοικήσει το αναπάντεχο», όπου το λάθος μετατρέπεται σε δημιουργική πράξη και η αποτυχία αποκτά οντολογική αξία. Η αναφορά στους «αλχημιστές ζωής» συμπυκνώνει εύστοχα αυτή την ποιητική φιλοσοφία της μεταμόρφωσης.
Η θάλασσα αποτελεί το κυρίαρχο συμβολικό τοπίο της συλλογής. Στη «Βυθογραφία» (σ. 13), το ερωτικό βλέμμα μεταμορφώνεται σε θαλάσσιο τοπίο: «Τα μάτια σου… μια βυθογραφία / καμωμένη σε ρυθμό αφηρημένο». Η εικόνα ολοκληρώνεται με τα βλέφαρα που «έχουν φύκια, / που σταλάζουν αλμύρα», ενώ η ερωτική έλξη αποδίδεται με δραματική ένταση στους στίχους «Τα μάτια σου… δίχτυα που πιάνομαι, / βράχια που πάνω τους συντρίβομαι». Το θαλάσσιο λεξιλόγιο δεν αποτελεί διακοσμητικό στοιχείο· λειτουργεί ως μεταφορά του ασυνείδητου, της επιθυμίας και της αβεβαιότητας. Το βλέμμα του άλλου γίνεται ένας ολόκληρος βυθός προς εξερεύνηση, όπου συνυπάρχουν η απόλαυση και ο κίνδυνος.
Η σωματικότητα αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αρετές της συλλογής. Η Ντηλιά αντιμετωπίζει το σώμα όχι ως ιδεατό σύμβολο αλλά ως πραγματικό χώρο εμπειρίας. Η σαρκικότητα δεν οδηγεί σε νατουραλισμό· μετασχηματίζεται σε φορέα μνήμης, επιθυμίας και υπαρξιακής αγωνίας.
Εξίσου σημαντική είναι η γλώσσα της συλλογής. Η ποιήτρια κατορθώνει να συγκεράσει δύο, εκ πρώτης όψεως, ετερόκλητα λεξιλογικά πεδία: από τη μία πλευρά, τη λυρική παράδοση με τις θαλασσινές και φυσικές εικόνες, και από την άλλη, το λεξιλόγιο της ψηφιακής εποχής. Όροι όπως «αλγόριθμος», «κωδικός», «βάση δεδομένων», «Time Zone» ή «δακτυλοσκόπηση» ενσωματώνονται οργανικά στον ποιητικό λόγο, χωρίς να διαρρηγνύουν τη λυρική του συνοχή. Σε ορισμένα ποιήματα, ωστόσο, η πυκνή συμβολική φόρτιση και η διαδοχή μεταφορών δημιουργούν στιγμές ερμηνευτικής αδιαφάνειας, χωρίς όμως να διαταράσσουν τη συνολική αρχιτεκτονική της συλλογής.
Η συλλογή συνομιλεί δημιουργικά με τη μυθολογία, τη θρησκευτική εικονοποιία και την τεχνολογική ορολογία. Η θαλάσσια εικονοποιία της συνομιλεί διακριτικά με τον Ελύτη, χωρίς να οδηγεί σε μίμηση, καθώς το φως αντικαθίσταται από το ναυάγιο και την απώλεια. Σε ορισμένες στιγμές εντοπίζονται συγγένειες με τον αισθησιασμό του Εμπειρίκου, χωρίς να χάνεται η προσωπική φωνή της δημιουργού.
Σημαντικό γνώρισμα της συλλογής αποτελεί η διαρκής εναλλαγή τόνων. Το ύφος μετακινείται με φυσικότητα από τον λυρισμό στην ειρωνεία και από τον αισθησιασμό στον αυτοσαρκασμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ποίημα με τον φουστανελά, όπου η παραδοσιακή εικόνα της αρρενωπότητας μεταφέρεται σε ένα σύγχρονο αστικό περιβάλλον, αποδομώντας με χιούμορ τα στερεότυπα των έμφυλων ρόλων. Αντίστοιχα, στο «Όταν επιτέλους βρεθούμε» (σ. 19), η ποιήτρια ανατρέπει τη συμβατική σχέση κυνηγού και θηράματος. Η επαναλαμβανόμενη άρνηση «Θα σου λέω συνέχεια… “Όχι”, / για να συνεχίζεις έφιππος την πολιορκία» μετατρέπεται σταδιακά σε αντιστροφή των ρόλων, καθώς το ποιητικό υποκείμενο ομολογεί: «και μάλλον θα είμαι εγώ που θα σε διεκδικώ / με πολιορκητικό κριό». Έτσι, η επιθυμία παρουσιάζεται όχι ως σχέση εξουσίας αλλά ως παιχνίδι αμοιβαίας διεκδίκησης και εθελούσιας παράδοσης.
Ο ελεύθερος στίχος υπηρετεί αποτελεσματικά τη συναισθηματική ένταση της συλλογής. Ο ρυθμός ακολουθεί τις μεταπτώσεις της ψυχικής κατάστασης, επιταχύνεται μέσα από διαδοχικά ρήματα όταν κορυφώνεται η επιθυμία και επιβραδύνεται στις στιγμές της απώλειας και της περισυλλογής. Η στίξη δεν υπακούει σε συμβατικούς κανόνες αλλά αποκτά εκφραστική λειτουργία. Τα αποσιωπητικά υποδηλώνουν το ανείπωτο, τα θαυμαστικά την έκσταση, ενώ η απουσία στίξης σε ορισμένα ποιήματα δημιουργεί την αίσθηση αδιάκοπης ροής, σαν η σκέψη να προηγείται της γραμματικής.
Από τις πλέον πρωτότυπες επιλογές της ποιήτριας είναι οι αριθμητικοί τίτλοι ορισμένων ποιημάτων («466», «571», «604», «665», «781», «813»). Η άρνηση ερμηνευτικής αποκάλυψης καθιστά τους αριθμούς ένα ιδιότυπο ποιητικό σύμβολο. Θα μπορούσαν να διαβαστούν είτε ως προσωπικοί κώδικες μνήμης είτε ως μεταφορά της σύγχρονης ψηφιακής ταυτότητας, όπου οι αριθμοί αντικαθιστούν τα ονόματα. Η επιλογή αυτή ενισχύει τη μυστηριακή διάσταση της συλλογής και μετατρέπει τον αναγνώστη σε ενεργό ερμηνευτή, ο οποίος καλείται να συμπληρώσει τα κενά της αφήγησης.
Το προτελευταίο ποίημα, «Έρωτας V/S Αγάπη» (σ. 40), λειτουργεί ως ποιητική σύνθεση και συμπυκνώνει τον βασικό άξονα της συλλογής. Η διάκριση ανάμεσα στις δύο έννοιες αποδίδεται με εντυπωσιακή οικονομία: «Έρωτας της κατηφόρας / φρενήρης, ξέφρενος… / Μας κάνει να ζούμε». Αντίθετα, η αγάπη ορίζεται ως «της ανηφόρας / πάει αργά, δε βιάζεται, / δένει κόμπους, ράβε ξήλωνε / διαρκεί ενίοτε δια βίου. / Μας κάνει να πεθαίνουμε». Η αντιπαράθεση δεν οδηγεί σε αξιολογική ιεράρχηση, αλλά αναδεικνύει δύο διαφορετικούς τρόπους ύπαρξης: την εκρηκτική ένταση της στιγμής και την επίπονη διάρκεια της συνύπαρξης.
Η συλλογή ολοκληρώνεται με την «Εποχική Μελαγχολία» (σ. 41), ένα ποίημα που μετατοπίζει την εστία από τη φιλοσοφική αντιπαράθεση έρωτα και αγάπης στη σύγχρονη εμπειρία της μοναξιάς. Ο εναρκτήριος στίχος, «Χειμωνιάζει», λειτουργεί τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά, εισάγοντας μια ατμόσφαιρα συναισθηματικής ψύχρανσης. Η ευχή «Κάποιος άπειρος ας με χορέψει στο άπειρο, / να πειραματιστούμε στην ανθεκτικότητα και στο μαζί» μετατρέπει τον έρωτα σε άσκηση επιβίωσης απέναντι στον χρόνο και την απομόνωση. Εύστοχη είναι η ένταξη της ψηφιακής επικοινωνίας στην ποιητική αφήγηση –«ας στέλνουμε μετά μηνύματα / “Μου λείπεις!”, “Σου λείπω”»–, όπου η οικειότητα συνυπάρχει με την αίσθηση του κενού. Το καταληκτικό εύρημα, «ας ερωτευθούμε σχεδόν παράφορα / ο ένας την ηχομονωμένη απομόνωση του άλλου / στο τεχνητό φως ενός λαμπατέρ, / για όσο ο ήλιος θα λάμπει στο άλλο ημισφαίριο», συνοψίζει πειστικά μια από τις κεντρικές ιδέες της συλλογής: ότι ο σύγχρονος έρωτας γεννιέται συχνά όχι παρά, αλλά μέσα από τη μοναξιά, επιχειρώντας να αντισταθεί, έστω προσωρινά, στο υπαρξιακό ψύχος.
Η Γκέλη Ντηλιά παρουσιάζει μια ώριμη ποιητική φωνή με σαφή προσωπικότητα και συνθετική συνέπεια. Η συλλογή διακρίνεται για τη γλωσσική της τόλμη, τη συνθετική της συνοχή και την ικανότητά της να συνδυάζει αισθησιασμό και στοχασμό. Περισσότερο από μια ποιητική καταγραφή του ερωτικού βιώματος, συνιστά μια διερεύνηση των όρων με τους οποίους συγκροτούνται η επιθυμία, η μνήμη και η ανθρώπινη συνύπαρξη. Η καταληκτική «Εποχική Μελαγχολία» αφήνει τον/την αναγνώστη/-στρια με την επίγνωση ότι η βαθύτερη ανθρώπινη ανάγκη παραμένει η συντροφικότητα, ακόμη και μέσα στο ψύχος της σύγχρονης ζωής.
