Κόκκινα Μολύβια

©Μονόκλ

Ώσπου να τελειώσει αυτό εδώ το σημείωμα,
θυμηθείτε το,
ο Έρνεστ θα τα λέει με τον Θύμιο
και η Σιμόν θα σιγοτραγουδά
την Σωτηρία της Ψυχής.
Όσο για τον Δημήτρη Μπαλτά,
από το δικό του “μετερίζι”
θα υπερασπίζεται
την ποίηση, καθώς ο Έρμαν
θα του απαριθμεί τους σταθμούς
που πιάνει το τραινάκι
της ιδιαίτερης πατρίδας του.

Πρόσωπα
Σιμόν Βέιλ

[…Hier Encore…]

Οι φτωχοί μπεκρήδες του σαββατόβραδου επιστρέφουν στα σπίτια τους παραπατώντας. Φέρονται τόσο σκληρά στις γυναίκες τους, ίσως φταίει το ποτό, ίσως ο κόσμος που τους αναγνωρίζει το ελαφρυντικό της σκληρής τους φύσης. 

Έπειτα γυρίζουν στις δουλειές τους. Και δεν συζητούν καθόλου για όλα αυτά τα πράγματα. Τους λένε νοικοκυραίους και κρατούν όρθια τη ζωή μας. Μόνο η Σιμόν Βέιλ ξέρει καλά τι σόι πράγμα είναι αυτοί οι μπεκρήδες του Σαββάτου, τι κακό μπορούν να κάνουν στις ζωές των ανθρώπων. Μόνον η Σιμόν Βέιλ θα μπορούσε να αδειάσει πάνω τους έναν κουβά παγωμένο νερό, όπως άλλωστε έκανε εις βάρος του γιου της. Και αυτό διότι  έβλεπε πως ο νεαρός τότε ασπαζόταν, μάλλον άκριτα τις βασικές θέσεις του μισογυνισμού.

Η Σιμόν Βέιλ δεν θα μπορούσε να συμβιβαστεί με τα κακώς κείμενα της εποχής της. Οι αμβλώσεις, η ελευθερία της επιλογής, η διεκδίκηση μιας άλλης ελευθερίας, ουσιαστικής και στέρεας υπήρξαν οι μεγάλες της θέσεις. Αυτές την οδήγησαν στην Ακαδημία και την αναγνώριση.

Λίγο μετά την ένατη δεκαετία του βίου της ,η Σιμόν Βέιλ περνά στη σφαίρα του αδυνάτου. Φίλοι και εχθροί αναγνωρίζουν την επιδραστική της προσωπικότητα. 

Η Σιμόν Βέιλ δεν έπαψε ποτέ να θυμάται την αδερφή της που έπεσε θύμα ενός τρομερού τροχαίου ατυχήματος κάπου στην Γαλλία. Τα είχαν καταφέρει οι δυο τους, είχαν κατορθώσει να διασωθούν από το   φοβερό Άουσβιτς. Είχαν επιβιώσει και έπρεπε να κερδίσουν τα όνειρά τους μες στη νέα εποχή. Μόνον η Σιμόν τα κατάφερε. Δίχως εξωραϊσμούς και προλόγους και ψεύτικες σεμνοτυφίες πάλεψε με την εποχή της για να την αλλάξει. Τους καρπούς της μάζεψαν οι γυναίκες του καινούριου αιώνα. Από εκείνη παραμένει το αρχοντικό παρουσιαστικό με την έμφυτη ασπλαχνία απέναντι σε κάθε τι παλιό και συντηρητικό.

Πρόσωπα
Λίνα Νικολακοπούλου

[…στα ηχεία τα τραγούδια της ζωής μας…]

Τι νύχτα και αυτή θεριστική στην Αθήνα που παλιώνει. Και τι μοναξιά να είναι αυτή που την κάνει να τηλεφωνάει απελπισμένα στα ραδιόφωνα της νύχτας. 

“Την Ζελατίνα”, “την Έξοδο Κινδύνου”. 

“Και πού το αφιερώνετε; Κάποιο αίσθημα;” 

Μα η Λίνα μέσα από το ηχείο της στιγμή, λέει, “σε μένα”. Και ο εκφωνητής που θαυμάζει το ύφος της υπακούει τυφλά, χρόνια τώρα στις μουσικές που αγαπήσαμε. 

Έπειτα, βέβαιη, με χορτασμένη τη θέλησή της, ντύνει το μικρό της μπαλκονάκι με μαύρη ζελατίνα, όπως στο τραγούδι. Ντύνει τους τοίχους και τα κάγκελα και τυλίγει τα λουλούδια. Άλλοι βάζουν ζάχαρη για να αντέξουν τα πράγματα μες στο χρόνο και άλλοι με την μαύρη ζελατίνη, το φως θέλουν να πέφτει “εμπρός στα πόδια τους”. Σαν μουσικό κουτί κάθε που την τραντάζει ο χρόνος, παίζει και άλλη μελωδία. 

Αυτούς τους ανθρώπους πρέπει να τους φοβάται κανείς. Επειδή, δεν αργούν να σκαρώσουν ένα τραγουδάκι, δεν αργούν να μας τσακίσουν τις καρδιές, δεν αργούν. 

Και έτσι συνεχίζει για χρόνια και χρόνια και κάθε τόσο με έναν στίχο προσθέτει λίγη αιωνιότητα σε τούτη τη ζωή μας την πεζή και την αδιάφορη.

Πρόσωπα
Θύμιος Καρακατσάνης

8 Δεκεμβρίου 1940 -30 Ιουνίου 2012

[…Bach, Cello Suite no. 5 in C minor…]

Η αίσθηση της υποκριτικής, το ταλέντο και η ουσία της, σαν εκπορεύεται ατόφια και αναμφίβολη, συνιστούν πράγματα εξαιρετικά. Πάει να πει πως όλα τους συναντιούνται σπανίως, στα πρόσωπα των ανθρώπων της τέχνης. Σε εκείνους που περισσεύουν ετούτα τα χαρίσματα, μόνο για εκείνους συμμεριζόμαστε τη μοναδική στιγμή. Αυτήν που όμοιά της δεν θα ‘ρθει, αφού μια φορά μονάχα νιώθει κανείς την τέχνη, όπως μια φορά μοναχά στη ζωή, κατορθώνει να παρατηρήσει τον φωτισμένο από το χάδι της αστραπής, κόσμο. 

Ο Θύμιος Καρακατσάνης, καμωμένος θαρρείς για τα έργα του Αριστοφάνη, διέθετε αυτήν ακριβώς τη στόφα. Έπαιζε τελείως φυσικά στα ατέλειωτα καλοκαίρια του Άργους, για να φανερώσει τις πανάρχαιες, λέει, ανθρώπινες συμπεριφορές. Αυτός η αστραπή στη σκηνή, αυτός και τα φώτα στο φόντο. Η γοητεία της ζωής με τις λεπτές της αποχρώσεις και τις λαμπρές της ιδέες βρίσκει τη σάρκωσή της στο φέρσιμο του ηθοποιού, στον τρόπο που προσαρμόζει τον εαυτό του σε μια κάποια ατμόσφαιρα. 

Και είναι πια στο χέρι του δημιουργού, να φανερώσει ότι μας πληγώνει περισσότερο, να αναδείξει σε όλο τους το μεγαλείο τους φοβερούς κινδύνους που απειλούν την ύπαρξή μας. Ήρωας αριστοφανικός, δυο χιλιάδων ετών παιδί, ο Θύμιος Καρακατσάνης σημάδεψε το αρχαίο θέατρο. Και έδωσε φωνή στο ουσιώδες που υπάρχει πάντα μες στην τέχνη και δεν εξηγείται, στο ουσιώδες που δεν συμμορφώνεται με την έννοια αλλά θρυμματίζει τα καλούπια, τότε και τώρα.

Κλεισμένος μες στο περίγραμμα του αρχαίου θεάτρου, ο Καρακατσάνης μοιάζει με τις λεπτομέρειες που χαράζονται εδώ και εκεί. Λεπτομέρειες, απότοκα φυσικής ευαισθησίας και ενστίκτου.

Ιστορίες σαν ζωγραφιές

Luke Fildes

“Ο ιατρός”

[…στα ηχεία το Μινόρε της Αυγής…]

“Γιατί, γιατί Θεέ μου; Γιατί;”, ούρλιαζε η γυναίκα. Και έκρυβε το πρόσωπό της να μην δούμε πόσο πολύ το σημάδεψε ο πόνος, να μην δούμε τα μάτια της σπασμένα. 

“Έτσι το θέλησε Αυτός. Και άλλωστε, μπορεί να τα καταφέρει, έτσι δεν είναι;”, είπε ο πατέρας, κοιτάζοντας σαν βάρκα έτοιμη να τσακιστεί στα βράχια, τον ανέκφραστο ιατρό. Ο τελευταίος ταξίδευε κάπου μακριά. Είχε από καιρό αφήσει εκείνο το δωμάτιο, είχε από καιρό εγκαταλείψει ετούτο εδώ τον κόσμο. 

Δίχως να κοιτάξει, ο ιατρός είπε, “μπορεί”. Με δυο συλλαβές ράγισε τη σιωπή του δωματίου, την ελπίδα έκανε κομμάτια, η μητέρα ξέσπασε σε λυγμούς, τα σκυλιά έξω ακούστηκαν, η ανάσα του κοριτσιού σαν να βάρυνε. Σε λίγο θα ‘ρθει το πρωί. Και όλα θα μας τα ‘χει πάρει η νύχτα για πάντα, σκεφτήκανε οι τρεις τους. Το δράμα εκείνου του κοριτσιού τους ένωνε και όλα τα συνόψιζε. 

Το χέρι της μικρής, χλομής σαν παραμύθι, σαν να σάλεψε, όπως φτερό που υποψιάζεται τον άνεμο. Άφησε λίγους ανέμους μέσα από τις χούφτες της και εχάθη. Το χέρι της ασάλευτο απέμεινε σε αιώνια πόζα. Και όλοι τότε ξέρανε.

Πρόσωπα
Έρνεστ Χεμινγουαίη
21/7/1899-2/7/1961

[…στα ηχεία Αλκίνοος Ιωαννίδης / Αύγουστος …]

Καμιά φορά σκέφτομαι πως ο ίδιος ίσως να ‘ταν ο γέρος από εκείνο το μυθιστόρημα. Η ζωή του είχε χαρίσει ένα ανέλπιστο δώρο. Τα όνειρά του τρέχανε αλόγιστα και τον κρατούσαν μακριά από κάθε τι πραγματικό. Φύλαξε στον κόρφο του τ’αγαπημένο πρόσωπο του κόσμου και ξεκίνησε να γράφει μερικά από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Όταν θα διαπιστώσει όπως ο ήρωας του, πως η ψαριά πήγε στράφι, όταν θα δει την πελώρια ραχοκοκαλιά του ψαριού θα ‘ναι πια τόσο αργά. Φορτωμένος το κατάρτι του θα τραβήξει για το σπίτι στο τέλος του λόφου, νικημένος πια. 

Την ζωή του Έρνεστ Χεμινγουαίη σπάραξε μια ευαίσθητη ψυχή. Το μεγάλο ταλέντο αυτού του αυθεντικού μυθιστοριογράφου έμελε να τον κρατήσει όρθιο ως το τέλος. Είχε να αντιμετωπίσει την παράξενη ιδιοσυγκρασία, έναν κόσμο ευαίσθητο, σπασμένο στα πιο αθέατα σημεία του. 

Με τον πόνο από την αδικία στις τσέπες του, ο γέρος απομακρύνεται από τη θάλασσα. Στο φόντο του το νερό που σβήνει τα πάντα, ένας κόσμος πλατύς και το θρόισμα που σαλεύει. Ο γέρος τραβάει σκεπτικός, μα δεν χρειάζεται να αναρωτηθεί για τίποτε αφού κάθε μέρα του είναι καμωμένη από έρωτα. Έτσι ήταν πάντα οι ήρωες του Χεμινγουαίη, βγαλμένοι από το πιο “Κόκκινο Αστέρι” της αμερικάνικης λογοτεχνίας. Κύματα μιας φαντασμαγορίας γεμάτης ανθρωπιά, ενός κόσμου που τις πιο δύσκολες στιγμές του κατορθώνει να εκφραστεί. Ένας πόνος για τη ζωή, μυστικός και ανομολόγητος, ποτίζοντας κάθε λέξη του μυθιστορήματος βγάζει από τον δημιουργό μια σπάνια ποίηση. Μες σε ολόκληρο τον κόσμο, ο γέρος και η θάλασσα του αναμετρώνται, δίχως έπαθλο. Μόνο η μοίρα του καθενός, μονάχα ετούτη η οικειότητα είναι που μπορεί και στέκει.

Πρόσωπα
Έρμαν Έσσε
02/7/1877-09/8/1962

[…στα ηχεία NICK DRAKE…]

Το “Ταξίδι στην Νυρεμβέργη” συμπληρώνει την εκδοτική σειρά της Διόπτρας. Μια αφιερωματική εκδοτική σειρά για τα έργα του Γερμανού, νομπελίστα Έρμαν Έσσε. Ένα ταξίδι πίσω στα χρόνια της νιότης του, ένα οδοιπορικό στις μικρές του πατρίδες. Τα μάτια του, οι λέξεις του οι ίδιες θυμίζουν ματωμένους νάρκισους. Οι παλιοί φίλοι δεν μοιράζονται πια την ίδια γη, μα ο Έσσε ταξιδεύοντας όλο ιδιοτροπίες, περνάει μέσα από τους σταθμούς της ζωής του. Τους φίλους ξαναβρίσκει, το τραινάκι του Καλβ μιας παιδικής ηλικίας που δεν γυρίζει ποτέ πια πίσω.

Στην πραγματικότητα ότι γυρεύει δεν είναι άλλη από την Λάου, τον παιδικό του έρωτα. Η ανάμνηση εκείνου του καιρού στέκει βυθισμένη στη λάσπη, όμως στα αλήθεια μοιάζει αγάπη, ικανή να γράψει κάθε λέξη από αυτό το ταξιδιωτικό , βιωματικό μυθιστόρημα, ένα ημερολόγιο ολότελα αφοσιωμένο στο ταξίδι.

Ο Έσσε γεννήθηκε στο Καλβ το 1877 μια μέρα σαν σήμερα. 

Το κόκκινο Γράμμα

“Στο Μετερίζι του Χρόνου”

Δημήτρης Μπαλτάς
Εκδόσεις των Φίλων

Και με την προσποίηση τι γίνεται; Ω, μα αυτήν την ποδοπατούν κόκκινες, ποιητικές γόβες και γκρίζες πόλεις που κρύβουν τα πάντα. Ό,τι απομένει δεν είναι παρά το ορατό με τις διαστάσεις του ανοιχτές και ένα πελώριο σχήμα λόγου, ώσπου να γίνει όνειρο και να επιβάλλει το ρυθμό, να διαμορφώσει τις ατμόσφαιρες. Μια μικρή παύση το βλέμμα του στίχου, μια αρρυθμία και ένα τραύλισμα, ο τρόπος που εκφέρεται ένας στίχος, όταν γίνεται κτήμα μας, ένα σύμπαν οικείο. Στις αιωνιότητες που θα έρθουν με φαγωμένα ύφαλα χρόνου να κυριεύσουν τα καταστρώματα των φανταστικών μας πλοίων, τότε μόνο. 

Ο Δήμητρης Μπαλτάς σκύβει στην υδρορροή του χρόνου και συλλέγει από τη μνήμη. Και έτσι μαθαίνει τη μελωδία του βάθους, τα λόγια του δεν είναι αμήχανα και οι αφαιρέσεις του οριστικές. Μνημεία προσωπικά, απουσίες, μελαγχολικοί διθύραμβοι που μείναν σε μισοτελειωμένα έργα τέχνης, αφού δεν λύθηκε ο κόμπος στο λαιμό. Το πρόσωπο πρώτο, όλα οικεία μέχρι θανάτου και η πληγή, ορθάνοιχτη , μια κόκκινη αντίστιξη σαν το λογοτεχνικό καπέλο κάποιου σταθμάρχη στα απέραντα μυθιστορήματα του Σουλτς. Χρώμα και λέξεις βρίσκουν τον τρόπο στην καινούρια έκδοση του ποιητή και κριτικού Δημήτρη Μπαλτά για να υπερασπισθούν εκείνο το “ίπτασθαι” με λέξεις εφεδρείες, ότι μπορεί να σώθηκε δηλαδή από τα φαινόμενα της ζωής μας. Έτσι γεννιέται το παρατεταμένο μιας σιωπής εκεί που κόβεται η λέξη και ανοίγεται ο γκρεμός της συγκίνησης, πόνος που όμως μυρίζει αγάπη. 

Ο ποιητής που ήδη υπογράφει έξι ποιητικές συλλογές και έναν ικανό αριθμό άρθρων, αντικρίζει τον εαυτό του στα βάθη της ηχούς ενός χρόνου συντελεσμένου. Φωτεινές διαψεύσεις του δείχνουν το δρόμο, σημάδια στους τοίχους από κορνίζες του φανταστικού που έπεσαν σαν θεοί έκπτωτοι και η αθωότητα που χαράζει το μονοπάτι για να βρει το δρόμο της ετούτη η πρόζα. Οι λέξεις του που στριμώχνονται, σπρώχνουν , παλεύουν και θυμούνται ή αγαπούν βαθύτερα – ο Δημήτρης Μπαλτάς δεν σου παραχωρεί κανένα κλειδί και αν χαθεί τούτο το αίνιγμα η ποίηση θα πεθάνει, όπως το ψάρι έξω από το νερό. Οι λέξεις του ψηφίδες του αισθητού. Σπαράγματα ενός ρυθμού εσωτερικού, ενός ρυθμού που προσομοιάζει σε αρχαίες τραγωδίες, με πρώτους και χορούς και τον λόγο που στοχεύει να φανερώσει μια άλλη, δεύτερη φύση για τα πράγματα, με τη σχέση της ως προς την αλήθεια αποκαταστημένη, ανταποδίδοντας τη φυσικότητα που καθιστά το δίδαγμα του πόνου κοινό και οικείο. 

Ο Δημήτρης Μπαλτάς δικαιώνει απολύτως τον Μπόρχες, τελευταίο Όμηρο ετούτου του κόσμου όταν έλεγε πως πέφτουμε με τις καρδιές στα ποιήματα. Στίχοι μαχαίρια μας κομματιάζουν και όμως εμείς μάθαμε έτσι να ξεγελούμε το θάνατο και το χρόνο. Η αλήθεια είναι πως τίποτε δεν ξέρουμε για την όψη τους, κάθε φορά καθρεφτίζονται απάνω μας, σαν το σημάδι μιας αρρώστιας που κάνει τη δουλειά της ήσυχα, σχεδόν αθόρυβα. Για αυτό επιστρατεύουμε τους ποιητές που στήνουν σκαλωσιές του υπέροχου, ατμόσφαιρες πρωτόφαντες, γκρεμούς και συγκινήσεις που σου κόβουν την ανάσα. Ώσπου να έρθει, λέει να μας βρει εκείνο το “της αισθήσεως αγάπησις” από τα εορταστικά, λογοτεχνικά πενηντάχρονα του Νίκου Δήμου. 

Ο ποιητής λάμνει σε άγνωστα νερά, η καρδιά του ανοιχτή φυσά όλους τους ανέμους, άγαλμα η ψυχή του, μια ακίνητη ομορφιά. Στις παρυφές των στίχων του γαντζωμένο μαστόδοντο μνήμης, κάτι ποιητικό και αιώνιο σαν το πέρασμα των εποχών. Με κάθε τράνταγμα φανερώνεται στη ράχη του ένα παράξενο μουσικό κουτί. Κάθε φορά η μουσική του αλλάζει μα παραμένει αιωνίως παρούσα εκείνη η αίσθηση της ξενιτιάς, τώρα που μαζί με τον καιρό στερεώνονται για τον ποιητή οι αποκαλύψεις και οι ανιχνεύσεις της μνήμης του. Τώρα που βρίσκουν την εκπλήρωσή τους οι προφητείες μες στα ποιήματα, τώρα που φάνηκαν οι κορυφογραμμές της τρυφερότητας. Χιόνια λεπτής ειρωνείας εδώ και εκεί, ο κόσμος αδειανός και η ποίηση που έρχεται σαν άνοιξη από κάποιο κρυφό δρόμο για να κινήσει αφανέρωτους μηχανισμούς επεξεργασίας βάθους, σαν αυτούς του Μουντέ ή σαν το παρανάλωμα της ομορφιάς.

Στο στίχο μέσα διαδραματίζεται η ζωή. Εκεί μέσα η παρηγοριά και το πένθος, μαζί με το όνειρο να συνθέτουν μια ατέλειωτη σκηνογραφία. Κάπως έτσι ανοίγονται οι πόρτες ετούτων των κλειστών δωματίων που με το μέτρο και τη στάθμη, αφήνουν τα ανείπωτα να λάμψουν σε ένα αλλιώτικο στερέωμα. Σκέφτομαι πως κάθε φορά που γράφεται ένας στίχος, η ποίηση χάνει την παλιά της συνείδηση και έτσι εμείς που την γυρεύουμε εδώ και εκεί, τα πάντα λησμονούμε για λόγου της. Προνόμιο για να δοκιμάζουμε λέει κάθε φορά να ζήσουμε το μυστήριο του αιώνος, να ιδούμε και εμείς μια φορά το ανυπόστατο, αναμμένο δευτερόλεπτο του Καρούζου. Σαν τον ονειρευτή ο Δημήτρης Μπαλτάς κάνει κομμάτια τον ύπνο της λήθης, αυτόν που πνίγει τις μορφές. Απόντες άγγελοι και εφόδια του ανεκπλήρωτου πια, καρτερούν το στίχο για να ζωντανέψουν με έναν άλλο εαυτό, να πουν και πάλι το τραγούδι εμπρός στους έκθαμβους γέρους του Εμπειρίκου. 

Είναι να αναρωτιέται κανείς πώς τάχα συστεγάστηκε αυτό εδώ το σημείωμα μαζί με τις σκόρπιες αναφορές της δημοσίευσης. Η Σιμόν Βέιλ , η Λίνα Νικολακοπούλου, ο Δημήτρης Μπαλτάς, ο Χεμινγουαίη και ο Έσσε και όλοι όσοι δεν αναφέρονται σε αυτές τις αράδες είναι οι ποιητές. Αυτοί που λοιδορούμε και αποδιώχνουμε , αυτοί που τιμωρούμε, εξορίζοντας  τους από κάθε πολιτεία. Τους θυμόμαστε μονάχα όταν τους χρειαζόμαστε, όταν η ζωή μας έχει πια γίνει κοντόθωρη, τυραννισμένη κατάμεστη από ασχολίες που δεν σημαίνουν τίποτε για μας τους ίδιους. Και όμως εκείνοι όλο γράφουν, δεν γνωρίζουν τίποτε για τους ήχους της καρδιάς μα όλο κάνουν δοκιμές, διαβάζουν υπογείως και νιώθουν το χρόνο μες στην απουσία του. Χαρίζουν στα πράγματα αναλογίες και στοιχεία εσωτερικά, με τέχνη και καρδιά μεταμορφώνουν τα πάντα, γράφοντας, ζωγραφίζοντας, τραγουδώντας από ευγνωμοσύνη, πέφτοντας σαν καλή βροχή σε ξερό χορτάρι. 

Να, για αυτό συμπεριέλαβα την αναφορά μου στον αγαπητό ποιητή Δημήτρη Μπαλτά μαζί με τις σκόρπιες αναφορές, όλων αυτών που έκαναν κάτι για να μικρύνει αυτή η κρύα και τεράστια μοναξιά μας. Ο ποιητής τα φυλά και έναν έναν μας ξετρυπώνει έτσι που κρυφτήκαμε καθένας μες στον άλλον. Χρώματα και υγρασίες, τόνοι και ημιτόνια βρίσκουν την εφαρμογή τους στα ολιγόστιχα που ανεμίζουν ανάμεσα στα νεκρά λήμματα, τα νεκρά μας μηνύματα. Ο ποιητής αφαιρεί το προσωπείο από τον κόσμο μας μα κρατά όρθιο κάτι ατημέλητο και μισοτελειωμένο, ίσια για να νικηθεί το προμελετημένο, ίσα για να δροσιστεί η φράση, να φωτιστεί η σκηνοθεσία και η αληθινή ζωή να πει την ιστορία της.

“Στο Μετερίζι του Χρόνου”, λοιπόν από τις εκδόσεις των Φίλων και τον Δημήτρη Μπαλτά που στεφανώνει με ευφυία και παιδική αθωότητα, με πόνο και νοσταλγία πρόσωπα και πράγματα της ζωής του. Τον φαντάζομαι να γράφει από εκείνο το σημείο που τέμνονται καμιά φορά οι άνεμοι της ζωής μας. Τον συναντώ στην έβδομη, ποιητική του συλλογή, κάπου εκεί που ο άνθρωπος γνωρίζει τον εαυτό του και καταφέρνει να τον εκφράσει με πληρότητα μες στο λιγοστό.

Α.Θ