Ανάμεσα στο πρόσωπο και στο προσωπείο

Σελίδες: 184 •
Σχήμα: 14 x 20,5 εκ.
• ISBN: 978-618-5976-12-5 

Γράφει η Βίκυ Κατσαρού

Οι Βρίκελοι του Γιώργου Χωματηνού χτίζουν εξαρχής έναν κόσμο ιδιαίτερο. Από τις πρώτες σελίδες εισερχόμαστε σ’ έναν τόπο ακαθόριστο, έξω από τη γεωγραφία και τον ιστορικό χρόνο, όπου η πραγματικότητα συνορεύει αδιάκοπα με τον θρύλο, το θαύμα, το γκροτέσκο και τον θάνατο. Κι όμως, όσο περισσότερο βυθιζόμαστε στο αλλόκοτο, τόσο περισσότερο αντιλαμβανόμαστε ότι αυτός ο κόσμος δεν είναι καθόλου ξένος. Είναι ο δικός μας, περασμένος μέσα από τον παραμορφωτικό καθρέφτη του μύθου.
Η ίδια η αρχιτεκτονική του βιβλίου (Πρόλογος, Πάροδος, Επεισόδια, Στάσιμα) παραπέμπει ευθέως στην αρχαία τραγωδία, όχι όμως ως φιλολογικό εύρημα ή ως επίδειξη λογιοσύνης. Ο Χωματηνός στήνει εξαρχής μια σκηνή και αφήνει επάνω της να εμφανιστούν πρόσωπα που τείνουν προς τα προσωπεία: η Μάντισσα, ο Εξαδάχτυλος, οι Σιαμαίοι, ο Θεραπευτής, η Σαλώμη. Οι ιδιότητές τους προηγούνται της ατομικότητάς τους. Σαν μορφές ενός παλιού περιοδεύοντος θιάσου, κουβαλούν μαζί τους κάτι αρχετυπικό, και ταυτόχρονα είναι απολύτως χωμάτινοι. Πεινούν, ποθούν, βρίζουν, φοβούνται, καπνίζουν, ζηλεύουν, γελούν, πεθαίνουν.
Αυτό το μπουλούκι είναι μία από τις ωραιότερες επινοήσεις του μυθιστορήματος. Περιφέρεται από τόπο σε τόπο μεταφέροντας μαζί του ανθρώπους που βρίσκονται στο περιθώριο του κανονικού. Σώματα παράξενα, σώματα σημαδεμένα, σώματα που εκτίθενται στο βλέμμα των άλλων. Οι χωρικοί έρχονται να κοιτάξουν το αλλόκοτο, αλλά πολύ γρήγορα η φορά του βλέμματος αντιστρέφεται. Ποιος ακριβώς είναι εδώ το τέρας; Ποιος εκτίθεται και ποιος παρατηρεί; Ο άνθρωπος που πληρώνει για να κοιτάξει τον «παράξενο» ή εκείνος που αναγκάζεται να εκθέσει την παραξενιά του για να ζήσει;
Γι’ αυτό και το γκροτέσκο στους Βρίκελους, το τερατώδες, είναι ένας τρόπος να μιλήσει το βιβλίο για το ανθρώπινο.
Η γλώσσα είναι ίσως το πιο παράτολμο και ταυτόχρονα το πιο επιτυχημένο στοίχημά του. Ιδιωματική, πυκνή, τραχιά, σαρκική, κάποτε σχεδόν παραληρηματική, ανακατεύει το λαϊκό με το λόγιο, τη βωμολοχία με την ποιητικότητα, τη θρησκευτική εικόνα με τη λάσπη, το αίμα, τον ιδρώτα, τα κόκαλα και τη σήψη. Στην αρχή χρειάστηκα λίγες σελίδες για να βρω τον βηματισμό της. Έπειτα όμως ένιωθα ότι την τραγουδούσα μέσα μου.
Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Η πρόζα του Χωματηνού έχει έντονη προφορικότητα. Οι επαναλήψεις, οι συσσωρεύσεις, οι απότομες μετατοπίσεις, οι φωνές που εισχωρούν η μία μέσα στην άλλη δημιουργούν έναν ρυθμό που θυμίζει άλλοτε παραμύθι ειπωμένο γύρω από φωτιά, άλλοτε μοιρολόι, άλλοτε χορικό και άλλοτε παραλήρημα. Η στίξη είναι τέτοια που οργανώνει την αναπνοή και σε αρκετά σημεία η πρόζα αποκτά την πυκνότητα της ποίησης χωρίς ποτέ να παύει να αφηγείται.
Η παράλληλη απόδοση του προλόγου στη σύγχρονη ελληνική ενισχύει την αίσθηση ότι το βιβλίο κινείται εξαρχής ανάμεσα σε δύο χρόνους, δύο γλώσσες, σχεδόν δύο πραγματικότητες. Αυτή η διττότητα θα γίνει ένας από τους βαθύτερους άξονές του. Ζωντανοί και νεκροί, παρελθόν και παρόν, ιερό και βέβηλο, πραγματικό και φανταστικό, σώμα και πνεύμα, αυτό που γεννιόμαστε και αυτό που στην πορεία γινόμαστε.
Στην καρδιά αυτού του κόσμου βρίσκεται η δωδεκάχρονη Σμαρώ, η Μάντισσα. Ορφανή από μητέρα από τη βρεφική ηλικία, ψάχνει πηγάδια για να ακούσει μέσα τους τη φωνή της νεκρής. Και εδώ ο Χωματηνός αγγίζει μία από τις πιο όμορφες αντιστροφές του βιβλίου. Η μαντεία, που κανονικά στρέφεται προς το μέλλον, γεννιέται εδώ από μια αβάσταχτη προσήλωση στο παρελθόν.
Η Σμαρώ δεν θέλει κατά βάθος να μάθει τι πρόκειται να συμβεί. Θέλει να συνομιλήσει με αυτό που έχει ήδη συμβεί και δεν μπορεί να αναιρεθεί. Θέλει τη μητέρα της.
Έτσι το πηγάδι γίνεται μια μικρή Νέκυια, ένα άνοιγμα ανάμεσα στους κόσμους και μια εξαιρετικά ακριβής εικόνα της μνήμης. Κοιτάζουμε μέσα στο σκοτάδι περιμένοντας να μας επιστραφεί μια φωνή. Η γαλάζια πεταλούδα που συνδέεται με τη μητέρα της Σμαρώς αποκτά αντίστοιχα μια λεπτή συμβολική λειτουργία. Είναι η παρουσία που δεν μπορεί να κρατηθεί. Εμφανίζεται, σημαδεύει για μια στιγμή τον κόσμο και χάνεται. Όπως ακριβώς οι νεκροί μέσα στη μνήμη των ζωντανών.
Γιατί οι νεκροί στους Βρίκελους αρνούνται πεισματικά να μείνουν νεκροί.
Ο θάνατος είναι παντού, αλλά σπάνια παρουσιάζεται ως τελεία. Είναι σώμα, βάρος, κάσα, μυρωδιά, χώμα, αποσύνθεση, φάντασμα, ανάμνηση. Η εξαιρετική εικόνα της μαρμάρινης κάσας που βουλιάζει τον αραμπά συμπυκνώνει ολόκληρη την ποιητική του μυθιστορήματος: «δεν σηκώνεται τούτος ο θάνατος». Ο θάνατος αποκτά κυριολεκτικό βάρος. Βουλιάζει τις ρόδες στη λάσπη. Χρειάζεται ανθρώπους και ζώα για να μεταφερθεί. Και ξαφνικά εμφανίζεται ένας μυστηριώδης ξένος, ζεύεται στη θέση των βοδιών και τον σηκώνει.
Είναι μια εικόνα ταυτόχρονα βιβλική, παγανιστική και βαθιά ανθρώπινη.
Αργότερα, όταν ο Δονάτος παλεύει να κρατήσει τον Χριστόφορο μέσα στον κόσμο των ζωντανών, η μεταφορά αντιστρέφεται. Δεν μεταφέρουμε πια τον νεκρό, αλλά ο ζωντανός προσπαθεί να εμποδίσει τον νεκρό να φύγει. Κι εκεί βρίσκεται, για μένα, ένας από τους συναισθηματικούς πυρήνες του βιβλίου: Οι ζωντανοί δεν μπορούν να εγκαταλείψουν τους νεκρούς κι όχι οι νεκροί τους ζωντανούς.
Από αυτή την άποψη, οι «βρίκελοι» του τίτλου αποκτούν μια πολύ ευρύτερη σημασία. Βρικόλακας μπορεί να γίνει η μνήμη, η ενοχή, ο πόθος, η απώλεια, η ιστορία, ακόμη και μια παλιά εκδοχή του εαυτού μας που εξακολουθεί να τρέφεται από τον σημερινό.
Κάτω όμως από όλη αυτή τη μεταφυσική υπάρχει μια πεισματικά υλική πραγματικότητα. Δραχμές, τσιγάρα, καφενεία, χωροφύλακες, πείνα, μεροκάματο, εκμετάλλευση, κοινωνική ανισότητα εισβάλλουν διαρκώς στο παραμύθι και το λερώνουν όσο ακριβώς χρειάζεται για να μη μετατραπεί ποτέ σε νοσταλγική φολκλορική καρτ ποστάλ. Η φράση «οι πλούσιοι πεθαίνουν μία φορά, οι φτωχοί πεθαίνουν κάθε μέρα, οι χωροφύλακες δεν πεθαίνουν ποτέ» θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πολιτικό υπόστρωμα ολόκληρου του κόσμου του βιβλίου. Ακόμη και ο θάνατος εδώ είναι ταξικός.
Και η Ιστορία, όσο κι αν το βιβλίο προσποιείται κάποτε ότι βρίσκεται έξω από αυτήν, εισβάλλει βίαια. Κατοχή, προσφυγιά, Μικρασιατική μνήμη, χωροφυλακή, κοινωνική καταπίεση, εμφύλιες πληγές. Η μεγάλη Ιστορία περνά μέσα από μικρά σώματα. Δεν μας δίνεται ως μάθημα ούτε ως χρονολόγιο. Εγγράφεται πάνω στους ανθρώπους. Και έτσι ο φανταστικός κόσμος του βιβλίου γίνεται παραδόξως ιστορικότερος. Η Ιστορία δεν είναι ημερομηνίες. Η ιστορία εδώ είναι ό,τι έχει συμβεί στα σώματα και εξακολουθεί να κατοικεί μέσα τους.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η παρουσία του αφηγητή, ο οποίος αρνείται κατά διαστήματα να παραμείνει αόρατος. Το βιβλίο ανοίγει ρωγμές στην ίδια του την ψευδαίσθηση. Ξαφνικά βρισκόμαστε στην Πατησίων, στο δωμάτιο, στον ξεραμένο βασιλικό, στα τσιγάρα, σ’ ένα μήνυμα στις έξι και δώδεκα το πρωί. Η μετάβαση είναι βίαιη και γι’ αυτό λειτουργεί τόσο καλά.
Διότι τότε καταλαβαίνουμε ότι ο παλιός κόσμος που διαβάζαμε δεν ήταν ποτέ πραγματικά αποκομμένος από τον σύγχρονο.
Ο συγγραφέας δεν παρατηρεί τους ήρωές του από ασφαλή απόσταση. Είναι κι αυτός στοιχειωμένος. Και η μεταμυθοπλασία χρησιμοποιείται για να ακυρώσει την ασφαλή απόσταση ανάμεσα στον δημιουργό και στο δημιούργημά του. Το «όλος ο κόσμος μια εικόνα είναι» γίνεται σχεδόν δήλωση ποιητικής. Αν ο κόσμος είναι κατασκευή, τότε η λογοτεχνία δεν είναι λιγότερο αληθινή επειδή είναι επινοημένη. Μπορεί, αντιθέτως, να είναι ο τρόπος με τον οποίο πλησιάζουμε κάτι που διαφορετικά δεν θα μπορούσαμε να κοιτάξουμε.
Και κάπου εκεί αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα και το κόκκινο νήμα που ενώνει «τον εαυτό με τον οποίο γεννιόμαστε» με «τον εαυτό που στην πορεία γινόμαστε». Ανάμεσά τους υπάρχει πάντοτε ένας τρίτος εαυτός που κατασκευάζεται από όσα χάσαμε, όσα αγαπήσαμε, όσα μας συνέβησαν και όσα επινοήσαμε για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε.
Και για αυτό το θέατρο βρίσκεται παντού στο βιβλίο. Το μπουλούκι παίζει μπροστά στους χωρικούς, οι άνθρωποι υποδύονται ρόλους, τα σώματα εκτίθενται, τα πρόσωπα γίνονται προσωπεία αλλά ταυτόχρονα και η ίδια η ζωή παρουσιάζεται σαν παράσταση της οποίας κανείς δεν γνωρίζει ακριβώς το κείμενο. Ο Χωματηνός μάς θυμίζει διαρκώς ότι βλέπουμε θέατρο και, παράδοξα, ακριβώς γι’ αυτό μας κάνει να πιστεύουμε περισσότερο σε όσα βλέπουμε.
Και υπάρχει ακόμη κάτι που αγάπησα πολύ. Το βιβλίο δεν εξευγενίζει τους ανθρώπους του για να τους αγαπήσει. Τους αφήνει χυδαίους, αστείους, λάγνους, φοβισμένους, σκληρούς, τρυφερούς, γελοίους, βίαιους. Η Μανταλένα μπορεί μέσα σε ελάχιστες γραμμές να γίνει μητρική και άσεμνη, κωμική και απελπισμένη. Ο Χριστόφορος μπορεί να είναι τραχύς και λίγο αργότερα σπαρακτικός. Δεν υπάρχουν αποστειρωμένοι λογοτεχνικοί χαρακτήρες. Υπάρχουν άνθρωποι που κουβαλούν λάσπη στα παπούτσια τους.
Γι’ αυτό και οι Βρίκελοι, παρόλο που είναι γεμάτοι φαντάσματα, μου φάνηκαν τελικά ένα βιβλίο τρομερά ερωτευμένο με τη ζωή.
Όχι με μια ωραιοποιημένη ζωή. Με τη ζωή που βρωμάει τσιγαρίλα, ιδρώτα, χώμα και αίμα. Με τη ζωή που γερνάει, ποθεί, σαπίζει, θυμάται, χάνει. Με εκείνη που γνωρίζει ότι θα πεθάνει και παρ’ όλα αυτά χορεύει.
Κι εδώ επιστρέφω στη Σαλώμη. Γιατί μέσα στο πέμπτο επεισόδιο ο χορός αποκτά οντολογική σημασία. Απέναντι στον θάνατο αντιπαρατίθεται ένα σώμα που κινείται. Όσο χορεύει, υπάρχει. Και αυτή η αντιπαράθεση σώματος και θανάτου, κίνησης και ακινησίας, είναι από τις ωραιότερες του βιβλίου.
Επίσης η φράση «η αγάπη είναι δράση» που εμφανίζεται μέσα στην απότομη επιστροφή στο παρόν είναι πολύ περισσότερα από μια απλή ερωτική φράση. Θα μπορούσε να αποτελεί έναν κρυφό άξονα ολόκληρου του μυθιστορήματος. Απέναντι στη νοσταλγία, στη μνήμη που παραλύει, στον θάνατο που βαραίνει τον Οι Βρίκελοι σε παίρνουν μαζί τους σαν μπουλούκι που περνά από χωριό σε χωριό. Και όταν τελειώσει η παράσταση, μένεις για λίγο εκεί, μπροστά στην άδεια σκηνή, με την αίσθηση ότι αυτοί οι παράξενοι άνθρωποι ήταν κάπως γνωστοί σου.
Ένα βιβλίο για τους νεκρούς που επιμένουν να ζουν μέσα μας και για τους ζωντανούς που πρέπει, παρ’ όλα αυτά, να συνεχίσουν να χορεύουν.
Και ναι. Ένα μικρό κομψοτέχνημα.

 



Η Βίκυ Κατσαρού είναι ποιήτρια, συγγραφέας, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων. Έχει εκδώσει πέντε ποιητικά βιβλία.