Κατά Κασσία, Κατά Λεόντιον

Έτος έκδοσης: 2025
ISBN: 978-960-04-5497-0
ΣΕΛ.: 288

Γράφει η Λίλια Τσούβα

Το διπλό ιστορικό μυθιστόρημα «Δρόμοι: Κασσιανή και Λεόντιον» του Γρηγόρη Τεχλεμετζή (Κέδρος, 2025) επιχειρεί μια πρωτότυπη λογοτεχνική σύζευξη δύο γυναικείων μορφών που χωρίζονται από αιώνες, αλλά ενώνονται από την πνευματική τους ανησυχία και την αναζήτηση της προσωπικής ελευθερίας. Από τη μία βρίσκεται η Κασσία, γνωστή στο ευρύ κοινό ως Κασσιανή από το ομώνυμο τροπάριο της Μεγάλης Εβδομάδας, ποιήτρια και σημαντική μορφή του βυζαντινού μοναχισμού. Από την άλλη η Λεόντιον, λιγότερο γνωστή προσωπικότητα της ελληνιστικής αρχαιότητας, εταίρα και οπαδός της επικούρειας φιλοσοφίας, που διεκδίκησε τη θέση της στον χώρο της σκέψης και των γραμμάτων. Μέσα από τις δύο αυτές αφηγήσεις ανασυντίθενται δύο διαφορετικοί κόσμοι: η εικονομαχική Κωνσταντινούπολη, με τις οξείες θεολογικές συγκρούσεις και τις πολιτικές ανακατατάξεις, και η Αθήνα των ελληνιστικών χρόνων, όπου η φιλοσοφία εξακολουθεί να αποτελεί πεδίο ζωντανού διαλόγου.

Η σύλληψη του έργου παραπέμπει ευθέως στους «Βίους Παράλληλους» του Πλουτάρχου, χωρίς βέβαια να επιχειρεί την άμεση μίμησή τους. Ο Τεχλεμετζής αξιοποιεί τις διαθέσιμες ιστορικές πηγές, επισημαίνοντας παράλληλα τα σημεία όπου ακολουθεί ή αποκλίνει από αυτές, και συνθέτει μια αφήγηση που ισορροπεί ανάμεσα στην ιστορική τεκμηρίωση και τη δημιουργική μυθοπλασία. Το ιστορικό πλαίσιο δεν λειτουργεί απλώς ως σκηνικό της δράσης, αλλά αποκτά οργανικό ρόλο στη διαμόρφωση των χαρακτήρων και των επιλογών τους. Παράλληλα, φωτίζονται η θέση της γυναίκας, οι δυνατότητες πρόσβασής της στη γνώση και τα όρια που της επιβάλλει κάθε εποχή. Έτσι, η ιστορία δεν αποτελεί απλώς το φόντο της αφήγησης, αλλά μετατρέπεται σε ενεργό παράγοντα που καθορίζει τις ιδέες, τις συγκρούσεις και τις προσωπικές διαδρομές των ηρωίδων.

Η αφήγηση οργανώνεται σε εναλλασσόμενα κεφάλαια «Κατά Κασσία» και «Κατά Λεόντιον», μια επιλογή που διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, καθώς τον μεταφέρει διαρκώς από τον έναν ιστορικό κόσμο στον άλλο. Στα κεφάλαια της Κασσίας κυριαρχεί η ατμόσφαιρα της βυζαντινής πρωτεύουσας, η καθημερινότητα του παλατιού και των μοναστηριών, αλλά κυρίως το φορτισμένο κλίμα της Εικονομαχίας, που συγκλονίζει την αυτοκρατορία. Ιδιαίτερη θέση κατέχουν οι διώξεις των εικονολατρών και η παρουσία του Θεόδωρου Στουδίτη, χωρίς όμως η αφήγηση να μετατρέπεται σε ιστορική πραγματεία. Αντίθετα, η ιστορική γνώση ενσωματώνεται οργανικά στην εξέλιξη της πλοκής, ενώ οι περιγραφές των θρησκευτικών εθίμων και της καθημερινής ζωής προσδίδουν αυθεντικότητα και αμεσότητα.

Κατά Κασσία

Το ψωμί αυτό ήταν ιερό, έφερε την Αγία Σφραγίδα με τα σύμβολα «Ιησούς Χριστός Νικά» που με επιμέλεια και προσοχή είχε πατήσει η μητέρα πάνω του πριν ψηθεί στο αφρατεμένο, ελαστικό ζυμάρι και προοριζόταν για την εκκλησία του μοναστηριού του Στουδίου, που θα λειτουργούσε, αφού γιόρταζε την επόμενη ημέρα. Κι εγώ ήμουν εκείνη που θα το πήγαινε με το καλαθάκι, διασχίζοντας τη Μέση Οδό, κι η μαμά ήταν σίγουρη ότι θα έφθανε άθικτο, ακόμη κι αν πεινούσα, γιατί είχε εμπιστοσύνη στην πίστη μου. (σελ. 28)

Το σύντομο αυτό απόσπασμα είναι χαρακτηριστικό της αφηγηματικής τεχνικής του συγγραφέα. Μέσα από μια καθημερινή σκηνή κατορθώνει να αποδώσει το θρησκευτικό βίωμα μιας ολόκληρης εποχής, χωρίς περιττές επεξηγήσεις ή διδακτισμό. Η μεγάλη ιστορία εισέρχεται διακριτικά στον ιδιωτικό χώρο και αποτυπώνεται στις πιο απλές πράξεις της καθημερινότητας.

Αντίθετα, στα κεφάλαια «Κατά Λεόντιον» ο αναγνώστης μεταφέρεται από τον Κολοφώνα της Ιωνίας στην Κω και τελικά στην Αθήνα, παρακολουθώντας τη σταδιακή πορεία μιας νεαρής γυναίκας από τη φτώχεια προς την πνευματική χειραφέτηση. Η μεταμόρφωσή της σε εταίρα δεν παρουσιάζεται ως απλή κοινωνική ανέλιξη, αλλά ως η απαρχή μιας πορείας προς τη γνώση και την αυτογνωσία. Παράλληλα, ζωντανεύει ο πνευματικός κόσμος της ελληνιστικής εποχής: οι φιλοσοφικές σχολές, ο κύκλος του Επίκουρου και οι προβληματισμοί γύρω από την ευτυχία, την ηδονή, το μέτρο και την ελευθερία του ανθρώπου.

Η ουσιαστική σύγκλιση των δύο ηρωίδων, παρά τη διαφορά των αιώνων και των κοσμοθεωριών τους, βρίσκεται στον αγώνα τους για αυτοδιάθεση. Ο Τεχλεμετζής δεν τις αντιπαραθέτει απλώς ως εκπροσώπους δύο διαφορετικών φιλοσοφικών και θρησκευτικών συστημάτων, αλλά τις τοποθετεί απέναντι στο ίδιο θεμελιώδες ερώτημα: πώς μπορεί ο άνθρωπος, και ιδιαίτερα η γυναίκα, να διαμορφώσει ο ίδιος τη ζωή του μέσα σε έναν κόσμο που έχει ήδη αποφασίσει για λογαριασμό του.

Ως γυναίκα, η Κασσία επιδεικνύει σπάνια πνευματική αυτονομία. Υποστηρίζει τις εικονολατρικές της πεποιθήσεις, παρά τον κίνδυνο των διώξεων, και αντιστέκεται στις κοινωνικές και πολιτικές επιταγές της εποχής της. Η περίφημη συνάντησή της με τον αυτοκράτορα Θεόφιλο αποκτά, μέσα στο μυθιστόρημα, χαρακτήρα συμβολικό: η γυναίκα που θα μπορούσε να περιοριστεί στον ρόλο που της επιφυλάσσει η κοινωνία διεκδικεί το δικαίωμα να ορίσει η ίδια την πορεία της. Η απώλεια του αυτοκρατορικού θρόνου δεν παρουσιάζεται επομένως ως ήττα, αλλά ως επιλογή ελευθερίας.

Κατά Κασσία

Μα εκείνη ήθελε να γίνει νύφη του Κυρίου. Ήταν προορισμένη να ζήσει μέσα στην πραότητα το μοναστηριού, να ξυπνάει με τη φέξη και να ψάλλει το όνομά Του με μελωδικές λέξεις και μαλακούς ήχους, να φροντίζει τα λουλούδια ενός όμορφου περιβολιού και να φτιάχνει κομποσκοίνια με αργές και ήρεμες κινήσεις, που θα επιμήκυναν τον χρόνο, και έτσι οι στιγμές θα αποκτούσαν αξία. Η ομορφιά της αποχώρησης από τα γδαρσίματα αυτού του ατελούς κόσμου την ενθουσίαζε. (σελ. 179)

Η επιλογή της Κασσίας να αποσυρθεί από τον κόσμο δεν σημαίνει, επομένως, παραίτηση από τη ζωή. Αντίθετα, αποτελεί έναν διαφορετικό τρόπο αυτοπροσδιορισμού. Η πνευματική της πορεία είναι συνειδητή και ενεργητική: η απομάκρυνση από τον κόσμο γίνεται επιλογή ενός άλλου τρόπου ύπαρξης, μέσα στον οποίο η ποίηση, η πίστη και η εσωτερική αναζήτηση αποκτούν πρωταρχική σημασία.

Η Λεόντιον ακολουθεί έναν διαφορετικό δρόμο. Δεν αναζητά τη σωτηρία στη θρησκευτική αφοσίωση. Αναζητά την ευτυχία μέσα από τη γνώση, τη φιλία, την αυτάρκεια και την απαλλαγή από τον φόβο. Η πορεία της προς τα γράμματα είναι ταυτόχρονα πορεία προς την πνευματική ανεξαρτησία. Ακόμη και η ιδιότητά της ως εταίρας δεν εξαντλείται στο κοινωνικό της status· ο συγγραφέας ενδιαφέρεται κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο η ηρωίδα κατορθώνει να μετατρέψει τις περιορισμένες δυνατότητες που της προσφέρει η κοινωνία σε χώρο προσωπικής ελευθερίας.

Χαρακτηριστική είναι η σκηνή μπροστά στον καθρέφτη, όπου η Λεόντιον, έχοντας ολοκληρώσει την προετοιμασία της, στρέφεται προς τη μαϊμού της και τη ρωτά:

Κατά Λεόντιον

Κοιτάζοντας το είδωλό της στον καθρέφτη χαμογέλασε με ωριμότητα και σιγουριά. Μετά, ανοίγοντας ένα ψηλόλιγνο φιαλίδιο με στενό λαιμό, έριξε πάνω της ένα δυνατό άρωμα. Έδεσε σταυρωτά, σχεδόν τελετουργικά, τα κορδόνια των σανδαλιών της και περιέφερε, για μια ακόμη φορά, το καθρεφτάκι γύρω από το σώμα και το πρόσωπό της για έναν τελευταίο έλεγχο.

Η μαϊμού της την κοιτούσε κοκαλωμένη, καθισμένη σε έναν δίφρο απέναντι.

«Θα με ερωτευόσουν;» τη ρώτησε» (σελ. 164)

Η φαινομενικά ανάλαφρη σκηνή αποκαλύπτει μια βαθύτερη πλευρά του χαρακτήρα της. Πίσω από την αυτοπεποίθηση και τη φροντίδα της εξωτερικής εμφάνισης υπάρχει η ανάγκη για αποδοχή και συντροφικότητα. Η Λεόντιον δεν είναι απλώς η γυναίκα που διεκδικεί την ηδονή· είναι ένας σύνθετος χαρακτήρας που αναζητά την ευτυχία χωρίς να αποδέχεται τις συμβάσεις που της υπαγορεύουν πώς πρέπει να ζήσει.

Οι δύο γυναίκες, επομένως, αναζητούν την ευτυχία μέσα από διαφορετικούς δρόμους. Η Κασσία μέσα από την υπέρβαση του εφήμερου και την ένωση με το θείο, η Λεόντιον μέσα από την απουσία του φόβου, τη φιλία, την αυτάρκεια και την ήρεμη απόλαυση των απλών πραγμάτων. Η αντιπαράθεση αυτή είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του μυθιστορήματος, επειδή δεν οδηγεί σε μια εύκολη επιλογή ανάμεσα στη μία και την άλλη στάση ζωής. Ο συγγραφέας αφήνει τις δύο φωνές να συνυπάρξουν και τον αναγνώστη να αναμετρηθεί μαζί τους.

Κατά Λεόντιον

Η Λεόντιον γέμισε δυο κούπες με δροσερό νερό από την υδρία.

«Δεν κάναμε τα μεγάλα πλούτη, ούτε διδάξαμε σε λαμπρές σχολές. Αλλά ούτε ζήσαμε στη στέρηση και στον ηθελημένο ασκητισμό», είπε.

«Εμείς επιθυμούμε να πούμε μόνο τούτο: ότι άριστος είναι εκείνος ο βίος που αποφέρει την περισσότερη ευημερία και ειρήνη και περιέχει την ελάχιστη φροντίδα που παρενοχλεί». (σελ. 233)

Η διαφορά των δύο κοσμοθεωριών γίνεται ακόμη πιο εμφανής στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν το εφήμερο της ανθρώπινης ύπαρξης. Η Κασσία στρέφεται προς το αιώνιο, ενώ η Λεόντιον προσπαθεί να συμφιλιωθεί με τη θνητότητα χωρίς να την αφήσει να δηλητηριάσει την επίγεια ζωή. Η μία αναζητά τη σωτηρία, η άλλη την ευδαιμονία. Και όμως, πίσω από αυτή τη φαινομενική αντίθεση υπάρχει ένας κοινός πυρήνας: η ανάγκη να ζήσει κανείς σύμφωνα με μια αλήθεια που ο ίδιος έχει επιλέξει.

Ο συγγραφέας προσαρμόζει ανάλογα και τον τόνο της αφήγησης. Στα κεφάλαια της Κασσίας ο λόγος αποκτά μεγαλύτερη εσωτερικότητα και πνευματικότητα, ενώ στα κεφάλαια της Λεόντιον είναι συχνά πιο γήινος, άμεσος και ήρεμος. Η διαφοροποίηση αυτή υπηρετεί αποτελεσματικά την αντίθεση των δύο κόσμων, χωρίς να διασπά την ενότητα του έργου.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σχέση της Κασσίας με το σώμα και την έννοια της ηδονής, όπως και ο αναλογισμός των δικών της παλαιότερων «μισώ»:

Κατά Κασσία

Σκέφτηκε τα αποφθέγματά της που ξεκινούσαν από τη λέξη «μισώ». Πόσο άδικη ήταν. Ακόμη και οι κακοί περπατούσαν ζωηρά κάτω από τον ακτινοβόλο ήλιο, έπιναν το ζεστό τους γάλα και με τη χούφτα τους άγγιζαν την κούπα για να τους μεταδώσει τη θαλπωρή της. Θα χαιρετούσαν τη γυναίκα τους πριν φύγουν από το σπίτι, το μεσημέρι θα γυρνούσαν και με λαιμαργία θα σκέφτονταν τι είχε μαγειρέψει. Ή μήπως θα ήταν τόσο μαγκωμένοι από το μίσος, που δεν θα μπορούσαν να απολαύσουν όλα αυτά τα μικρά πράγματα; Μήπως οι ακόλαστες ηδονές θα κατέστρεφαν κάθε απόλαυση και θα οδηγούσαν στην απευαισθητοποίηση και στην ακόρεστη ασωτία; (σελ. 185)

Η σκέψη αυτή εισάγει μια λεπτή αμφιβολία μέσα στην αυστηρότητα της θρησκευτικής της στάσης. Η Κασσία αναγνωρίζει ότι η ζωή, ακόμη και στις πιο απλές και καθημερινές εκφάνσεις της, εμπεριέχει αγαθά που δεν μπορούν εύκολα να απορριφθούν. Έτσι, ο συγγραφέας αποφεύγει να παρουσιάσει την ηρωίδα ως μονοδιάστατη εκπρόσωπο της χριστιανικής ασκητικότητας. Την αφήνει να αμφιβάλλει, να αναστοχάζεται και να επανεξετάζει ακόμη και τις βεβαιότητές της.

Εδώ ακριβώς ο τίτλος «Δρόμοι» αποκτά το βαθύτερο νόημά του. Δεν πρόκειται μόνο για δύο διαφορετικές χωροχρονικές διαδρομές, αλλά για δύο διαφορετικούς τρόπους να απαντήσει κανείς στα ίδια υπαρξιακά ερωτήματα. Η ελευθερία της Λεόντιον περνά μέσα από τη γνώση και την αποδέσμευση από τα κοινωνικά στερεότυπα, ενώ εκείνη της Κασσίας μέσα από την αφοσίωση στον Θεό. Η μία στρέφεται προς τη σωτηρία, η άλλη προς την ευτυχία. Και οι δύο, ωστόσο, αρνούνται να υποταχθούν παθητικά σε έναν προκαθορισμένο ρόλο.

Η παράλληλη αφήγηση επιτρέπει στον αναγνώστη να μετακινείται διαρκώς από τη μία εποχή στην άλλη και, ταυτόχρονα, από τη μία κοσμοθεωρία στην άλλη. Η αξία της επιλογής αυτής βρίσκεται ακριβώς στο ότι το μυθιστόρημα δεν επιχειρεί να επιβάλει μία και μοναδική απάντηση. Η Κασσία και η Λεόντιον προτείνουν διαφορετικές εκδοχές της αλήθειας και αφήνουν ανοιχτό το ερώτημα αν η ανθρώπινη ευτυχία μπορεί να έχει μία μόνο μορφή. Το βιβλίο θέτει έτσι ζητήματα που υπερβαίνουν το ιστορικό του πλαίσιο: είναι η απόλαυση αντίθετη προς την πνευματικότητα; Μπορεί η πίστη να συνυπάρξει με την ελευθερία; Και, κυρίως, μπορεί μια γυναίκα να χαράξει τον δικό της δρόμο σε κοινωνίες όπου ο ρόλος της έχει προαποφασιστεί;

Το μυθιστόρημα διαβάζεται ευχάριστα χάρη στην αφηγηματική του ικανότητα, στις παραστατικές περιγραφές και στον λιτό, ουσιαστικό λόγο του. Η ιστορική πληροφορία ενσωματώνεται στην αφήγηση χωρίς να την επιβαρύνει, ενώ η εναλλαγή των δύο εποχών δημιουργεί έναν ενδιαφέροντα διάλογο ανάμεσα στην αρχαιότητα και το Βυζάντιο. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι οι δύο ηρωίδες δεν παραμένουν εγκλωβισμένες στην εποχή τους. Η Κασσία και η Λεόντιον συνομιλούν με το παρόν, επειδή τα ερωτήματα που θέτουν εξακολουθούν να μας αφορούν: πόσο ελεύθεροι είμαστε να επιλέξουμε τη ζωή μας, τι σημαίνει ευτυχία και πώς συμφιλιωνόμαστε με τη φθορά, τη μοναξιά και τον θάνατο.

Οι δύο «Δρόμοι» του Τεχλεμετζή δεν συναντώνται επειδή οδηγούν στον ίδιο προορισμό. Συναντώνται επειδή ξεκινούν από την ίδια ανθρώπινη ανάγκη: την επιθυμία να αποκτήσει η ζωή νόημα. Και ίσως αυτή να είναι η ουσιαστικότερη συμβολή του μυθιστορήματος: ότι, χωρίς να εξισώνει δύο τόσο διαφορετικούς κόσμους, μας θυμίζει πως η αναζήτηση της αλήθειας μπορεί να ακολουθεί περισσότερους από έναν δρόμους.