Σελίδες: 62
ISBN: 978-618-231-338-1
Έτος έκδοσης: 2026
Γράφει η Βίκυ Κατσαρού
Η σάρκα αφηγείται την ιστορία της. Η ποιήτρια το ξέρει και για αυτό επιστρέφει στο παρελθόν, επιστρέφει στα ίχνη του, στα δωμάτια, στα σώματα, στους τόπους, στα αντικείμενα που εξακολουθούν να φέρουν επάνω τους τη θερμοκρασία όσων συνέβησαν. Κι έτσι, από ποίημα σε ποίημα, σχηματίζεται μια ιδιότυπη τοπογραφία της μνήμης.
Στον κόσμο αυτής της συλλογής, τίποτε δεν είναι πραγματικά άψυχο. Ένα σπίτι, ένα κρεβάτι, μια κουρτίνα, ένα ποτήρι, ένα φόρεμα, ένα παράθυρο, ένας σταθμός, ένα παλιό αυτοκίνητο μπορούν να γίνουν φορείς μνήμης. Τα αντικείμενα έχουν ουσιαστικό ρόλο. Καταγράφουν. Σχεδόν γνωρίζουν περισσότερα από τους ανθρώπους. Κρατούν εκείνο που οι άνθρωποι προσπαθούν να ξεχάσουν.
Γι’ αυτό και ο χώρος αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η ποίηση της Πένυς Δέλτα κινείται διαρκώς ανάμεσα στο σπίτι και στον έξω κόσμο, στο δωμάτιο και στον δρόμο, στο κρεβάτι και στο ταξίδι, στην αυλή και στη θάλασσα. Και όμως, κανένας τόπος δεν προσφέρει οριστικά καταφύγιο. Ακόμη και το σπίτι, που κανονικά θα έπρεπε να σημαίνει ασφάλεια, εμφανίζεται συχνά ως τόπος εγκλωβισμού, απουσίας ή επιστροφής του τραύματος. Ακόμη και η παιδική ηλικία δεν ανακαλείται ως αθώος χαμένος παράδεισος. Επανέρχεται ραγισμένη, με μια γνώση που αποκτήθηκε αργότερα και τώρα μολύνει αναδρομικά την ανάμνηση.
Και αυτό είναι ένα από τα ισχυρότερα χαρακτηριστικά της συλλογής. Η αθωότητα υπάρχει, αλλά πάντοτε εκ των υστέρων. Ο ενήλικος ποιητικός εαυτός επιστρέφει στο παιδί που υπήρξε γνωρίζοντας ήδη όσα εκείνο αγνοούσε. Η μνήμη δεν μπορεί να είναι νοσταλγική με τον εύκολο τρόπο. Κάθε ανάκληση περιέχει συγχρόνως τρυφερότητα και γνώση της απώλειας.
Η ίδια διπλή κίνηση χαρακτηρίζει και τον έρωτα. Ο έρωτας είναι επιθυμία, φυγή, σωματικότητα, καταφύγιο, αλλά και απειλή, εγκατάλειψη, μνήμη, φθορά. Είναι αυτό που μας βγάζει από τον εαυτό μας και συγχρόνως αυτό που μας επιστρέφει βίαια σε αυτόν. Γι’ αυτό τα ερωτικά ποιήματα της συλλογής μιλούν για ό,τι μένει όταν ο άλλος έχει ήδη φύγει.
Και το σώμα θυμάται.
Η μνήμη κατοικεί στον λαιμό, στα χέρια, στο στόμα, στην κοιλιά, στο στήθος, στα μαλλιά, στα πόδια. Το σώμα ερωτεύεται, φοβάται, πεινά, αιμορραγεί, γερνά, επιθυμεί, αποχωρίζεται. Κάποτε μάλιστα μοιάζει να γνωρίζει πριν ακόμη γνωρίσει η συνείδηση.
Και δεν είναι τυχαίο ότι επανέρχονται τόσο συχνά οι εικόνες της φύσης. Λουλούδια, δέντρα, ρίζες, χώμα, βροχή, θάλασσα, άνεμος. Η φύση γίνεται ένας δεύτερος οργανισμός που συνομιλεί με το ανθρώπινο σώμα. Τα λουλούδια ανθίζουν και μαραίνονται, οι ρίζες κρατούν και ξεριζώνονται, η γη δέχεται και επιστρέφει. Η άνθηση βρίσκεται διαρκώς δίπλα στη φθορά.
Αυτή ακριβώς η γειτνίαση ζωής και θανάτου δίνει στη συλλογή την ιδιαίτερη έντασή της. Ακόμη και τα Χριστούγεννα, κατεξοχήν εποχή οικογενειακής θαλπωρής και παιδικότητας, μπορούν να μεταμορφωθούν σε τόπο απώλειας. Στο «Χριστουγέννων Πάσχα» οι άδειοι χώροι στάθμευσης, η υγρασία, το χώμα, το νυχτολούλουδο, το οικογενειακό τραπέζι και τελικά η φράση «λίγο Πάσχα στα Χριστούγεννά σου» ανατρέπουν σχεδόν βίαια τη γιορτινή σημειολογία. Η γιορτή κάνει το πένθος περισσότερο ορατό.
Αλλά η συλλογή δεν εγκλωβίζεται στη θλίψη. Και αυτό έχει σημασία. Διαθέτει ειρωνεία, αυτοϋπονόμευση, στιγμές σχεδόν κινηματογραφικές, πολιτισμικές αναφορές, ονόματα, τόπους, τραγούδια, ζωγράφους, ποιητές. Από τον Καβάφη και την Κίρκη μέχρι τη Marilyn, τον Rothko, τον Μοντιλιάνι, Big Mouth, τον Καρυωτάκη, δημιουργείται ένα πυκνό διακειμενικό πεδίο. Η τέχνη εδώ λειτουργεί περισσότερο σαν ένας τρόπος να αντέχεται η πραγματικότητα. Όταν το βίωμα δεν χωράει μέσα στη ζωή, μεταφέρεται μέσα σε έναν πίνακα, ένα ποίημα, ένα τραγούδι, μια μυθολογική μορφή.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η παρουσία της γυναίκας μέσα στη συλλογή. Δεν συναντούμε μία ενιαία γυναικεία ταυτότητα αλλά πολλές εκδοχές της. Παιδί, ερωμένη, κόρη, γυναίκα που εγκαταλείπεται, γυναίκα που επιθυμεί, γυναίκα που θυμάται, μάνα, γριά, μυθική γυναίκα. Από την Κίρκη έως την «Παλιά γυναίκα», από τη μητέρα έως την κόρη, η θηλυκή εμπειρία εμφανίζεται σαν μια αλυσίδα σωμάτων που κληρονομούν ζωή και μνήμη.
Κληρονομούμε πράγματα που δεν επιλέξαμε. Οικογενειακές μνήμες, φόβους, απώλειες, τρόπους αγάπης, ακόμη και σιωπές.
Γι’ αυτό και το «Μάρτης ανθρώπων μάρτυς» είναι χαρακτηριστικό. Οι λέξεις παρουσιάζονται σχεδόν σωματικά, «ραμμένες» επάνω στη γυναίκα, ενώ η μνήμη, η γιαγιά, ο καθρέφτης, η αυλή και η φύση συνδέονται σε μια σκηνή όπου το παρελθόν δεν έχει τελειώσει. Έχει απλώς αλλάξει σώμα. Και ο εξαιρετικά εύστοχος τελευταίος στίχος, όπου η ψυχή «δικαιολογεί των ανθέων την πτώση», συνοψίζει κάτι βαθύτερο από τη μελαγχολία, την ανάγκη του ανθρώπου να επινοεί νόημα ακόμη και για όσα χάνονται.
Υπάρχει όμως και μια άλλη, πολύ ενδιαφέρουσα κίνηση. Σε ποιήματα όπως το «Με βράγχια» εμφανίζεται ένα παράλογο, σχεδόν σουρεαλιστικό χιούμορ. Η πραγματικότητα λοξοδρομεί, τα ξύλινα άλογα συνομιλούν, η θάλασσα εισβάλλει στη λογική. Αυτές οι στιγμές είναι πολύτιμες, γιατί λειτουργούν σαν ρωγμές αέρα μέσα στη συναισθηματική πυκνότητα του βιβλίου. Η ποιήτρια ξέρει ότι η θλίψη, όταν παραμένει μονόχορδη, κινδυνεύει να γίνει ρητορική. Γι’ αυτό την υπονομεύει πότε με ειρωνεία, πότε με παράδοξο, πότε με μια απροσδόκητη εικόνα.
Και όσο προχωρούμε προς ποιήματα όπως τα «Υπόλογα απογεύματα», «Εντάφιο» και «Χριστουγέννων Πάσχα», η απώλεια γίνεται ολοένα λιγότερο μεταφορική. Το πένθος αποκτά σώμα. Το τραύμα παύει να είναι αισθητική κατηγορία και γίνεται εμπειρία. Εκεί αλλάζει και η θερμοκρασία της γραφής. Ο τόνος γίνεται σχεδόν ψυχρός, και ακριβώς γι’ αυτό περισσότερο επώδυνος.
Θα στεκόμουν ιδιαίτερα σε έναν στίχο του «Ενταφίου»: «Θα είμαστε / αυτό που πάντα θέλαμε. / Αθώοι.» Είναι μια από τις στιγμές όπου η συλλογή απογυμνώνεται σχεδόν εντελώς από το περίτεχνο εικονοποιητικό της οπλοστάσιο. Και τότε αποκαλύπτεται η βαθύτερη επιθυμία που διατρέχει πολλά από αυτά τα ποιήματα. Να μπορούσε να ανακτηθεί μια κατάσταση πριν από τη γνώση. Πριν από την ενοχή, πριν από τη διάψευση, πριν από όσα ξέρουμε πια.
Αυτό, όμως, δεν γίνεται.
Αλλά έτσι λειτουργεί η ποίηση.
Κοιτάμε εκείνο που χάθηκε χωρίς να το εξωραΐσουμε. Δίνουμε μορφή σε ό,τι διαφορετικά θα παρέμενε άμορφη απώλεια. Μετατρέπουμε το ιδιωτικό βίωμα σε κάτι που μπορεί να αναγνωρίσει ένας άλλος άνθρωπος.
Η γλώσσα της συλλογής υπηρετεί ακριβώς αυτή τη λειτουργία. Είναι κυρίως καθαρή και αφηγηματική, αλλά ξαφνικά ανοίγει σε εικόνες μεγάλης ποιητικής έντασης. Το καθημερινό συνυπάρχει με το υπερρεαλιστικό, το συγκεκριμένο με το συμβολικό, το οικείο με το ανοίκειο. Και πολλές φορές η μεγαλύτερη δύναμη βρίσκεται ακριβώς στις στιγμές όπου η ποιήτρια δεν εξηγεί. Αφήνει δύο εικόνες να συγκρουστούν και εμπιστεύεται τον αναγνώστη να κατοικήσει το κενό ανάμεσά τους.
Το Εκ της Σαρκός είναι μια συλλογή για ό,τι εξακολουθεί να ζει μετά την απώλεια.
Για τα σπίτια που κρατούν τους απόντες. Για τα σώματα που θυμούνται αγγίγματα. Για τις κόρες που κουβαλούν τις μητέρες και τις γιαγιάδες τους. Για τους έρωτες που μετακομίζουν από την πραγματικότητα στη μνήμη. Για τα παιδιά που εξακολουθούν να υπάρχουν μέσα στους ενηλίκους. Για τις εποχές που τελειώνουν χωρίς πραγματικά να τελειώνουν.
Και, πάνω απ’ όλα, για την ποίηση ως τελευταία μορφή κατοίκησης.
Γιατί όταν ο άνθρωπος δεν μπορεί πια να επιστρέψει σ’ έναν τόπο, σ’ έναν χρόνο, σ’ ένα σώμα ή σ’ έναν άνθρωπο, του απομένει κάποτε ένας τελευταίος τρόπος επιστροφής, να τον γράψει.
Και τότε η μνήμη, έστω για όσο διαρκεί ένα ποίημα, παύει να είναι μόνο αυτό που χάθηκε.
Γίνεται τόπος.

