Απόστολος Θηβαίος | Sopra il braccio

© Edward Weston

Αφήγημα

Η Ελένη δεν διαφέρει καθόλου από τα κορίτσια της ηλικίας της. Εξωτερικά βεβαίως, καθώς μέσα της είναι σμπαράλια, όλο συντρίμμια και πληγές. Μα δεν αφήνει να δει κανείς τι κρύβει και έτσι περνά τις μέρες της με τον ίδιο γνώριμο ρυθμό. Πηγαίνει στη δουλειά, κάθε μέρα μεταξύ οκτώ και εννέα το πρωί, ταξιδεύει μες στους δρόμους της πόλης. Κανείς δεν την προσέχει και έτσι η Ελένη, απερίσπαστη ξεγλιστράει στις διαβάσεις, σκαρφαλώνει τις νησίδες, κατεβαίνει τις σκάλες των σταθμών, αλλάζει συρμούς με επιδεξιότητα. Σε όλη αυτήν την πορεία κανείς δεν την προσέχει, η Ελένη ανήκει στη μεγάλη τάξη των αόρατων ανθρώπων. Τους ονομάζουν έτσι, αφού και που υπάρχουν, κανείς δεν τους γνωρίζει. Υπάρχουν για λόγους μοναχά στατιστικούς και όταν χαθούν δεν λυπάται κανείς. Οι αόρατοι άνθρωποι δεν γνώρισαν ποτέ το μύθο τους. Τον γύρεψαν παντού, στον ουρανό ή τη γη, μα δεν βρήκαν το παραμικρό έξω από τις ελάχιστες λεπτομέρειες της ζωής. Μια αιώνια σειρά από ελπίδες και όνειρα που γκρεμίστηκαν. 

Αυτό νομίζει η Ελένη που διασχίζει τώρα την έρημη πλατεία. Είναι Αύγουστος, οι φίλοι της έχουν πάρει το πλοίο της γραμμής. Μα η Ελένη, είπαμε είναι αόρατη και έτσι κανείς δεν σκέφτηκε να της ζητήσει να ακολουθήσει την παρέα. Είναι σχεδόν βέβαιο πως μήτε και τώρα θα την έχουν θυμηθεί. Μα η Ελένη γνωρίζει καλά τη μοναξιά της και τη μεγαλώνει με αγάπη. Αφού δεν μπορεί να την αποφύγει, συμφιλιώθηκε μαζί της και τώρα, εκείνη και ο εαυτός της κάνουν καλή παρέα. Σας ακούγεται θλιβερό, μα ρωτήστε την ίδια την Ελένη αν είναι ευτυχισμένη και θα εκπλαγείτε. 

Το μόνο που τη λυπεί είναι τα κλειστά μαγαζιά. Της αρέσουν πολύ οι φωτισμένες βιτρίνες και κάθε τέτοια εποχή, κάτι σφίγγει την καρδιά της. Τα κλειστά εμπορικά συνιστούν την πιο τραγική εκδοχή μιας εγκαταλειμμένης πόλης. Η Ελένη συμφωνεί, γνέφει εντός της με κάθε τρόπο, τριγυρίζει δίχως σκοπό στους δρόμους, καμιά φορά μιλάει στη μοναξιά της. Και εκείνη που διαθέτει ένα βάθος ανθρώπινο της απαντάει. Οι δυο τους γυρεύουν, λένε το θαύμα ή τη μουσική, κανείς δεν γνωρίζει αν στα αλήθεια διαφέρουν αυτά τα δυο.

Απόψε έχει μια ιδέα πρώτης τάξεως. Κομμάτι επικίνδυνη, μα η Ελένη όταν βάζει κάτι στο νου της, το καταφέρνει. Θα βάλει ένα τέλος σε αυτήν την σιωπή, θα σπάσει με μια πέτρα τη σκοτεινή βιτρίνα. Αργότερα, όταν θα την ρωτήσουν το “γιατί”, εκείνη θα τους αραδιάσει την ιστορία με τη μοναξιά της. Ο κύριος μαγαζάτορας θα την λυπηθεί, θα αποσύρει τη μήνυση, ο αξιωματικός υπηρεσίας θα περιοριστεί σε ορισμένας επιπλήξεις και αυτό είναι όλο. Αυτό είναι, μόνο λίγη φόρα χρειάζεται και να σημαδέψει ίσια στο κέντρο του γυαλιού. Τα υπόλοιπα θα τα κάνει η πέτρα. Ψάχνει στο παρτέρι για μια καλή και νόστιμη πέτρα. Και να, ανάμεσα σε χρησιμοποιημένες σύριγγες, σε άδεια κουτιά φαρμάκων και περιτυλίγματα από σοκολάτες – μα ποιος τις τρώει όλες αυτές τις σοκολάτες; – μια σπάνια πέτρα. Ολοστρόγγυλη με μια κατάληξη που θυμίζει μάλλον μετεωρίτη. Αυτή του κάνει με βεβαιότητα, αυτή η πέτρα θα κάνει γυαλιά καρφιά τη βιτρίνα του μαγαζιού. Μονάχα να βρει το κουράγιο, μονάχα να φυσήξει μες στην καρδιά του ζώου ο βραδινός, λυτρωτικός άνεμος. Και τότε όλα θα γίνουν πραγματικά, δίχως την ανάγκη καμιάς πειθούς. 

Η Ελένη παίρνει θέση, ζυγίζει το χέρι της, μια κούκλα – φαίνεται μόνο το πρόσωπό της – την κοιτάζει μέσα από το μαγαζί. Φοράει ένα μοντέρνο φουστάνι και θα έλεγε κανείς πως η έκφρασή της είναι εξόχως σοβαρή. Τώρα είναι η ώρα, κούκλα, ψιθυρίζει χαμογελαστά η Ελένη. Ήταν στην κορυφή της αποφασιστικότητάς της που άκουσε μια ανθρώπινη φωνή. Κοίταξε τη  βιτρίνα, δεν ήταν κανείς. Ζύγισε στη χούφτα της την πέτρα, την ένιωσε που κόχλαζε ενώ καθώς αυτή αναπηδούσε όλα έχαναν το βάρος τους. 

“Δεσποινίς μη, για τον Θεό!”. Η Ελένη προσπαθεί να εξακριβώσει την προέλευση της φωνής. “Λογικευτείτε! Θα σας συλλάβουν, ήδη σας έχουν καταγράψει. Καλύτερα να πηγαίνετε και ας ελπίσουμε ότι δεν θα βρεθεί στο δρόμο σας κανένα απόσπασμα. Γιατί τότε, πάτε χαμένη, κυρία”.

Η φωνή επανέλαβε. “Εδώ σας λέω , στη βιτρίνα!” Η Ελένη πλησίασε. Θέλησε να ρωτήσει, “ποιος” μα δίστασε. Έσφιξε καλά την πέτρα μες στη χούφτα της. “Εδώ, εδώ κοιτάξτε τη βιτρίνα. Είμαι η κούκλα, μπορείτε να με ξεχωρίσετε; Αν ναι, τότε πώς στο καλό σκεφτήκατε να ρίξετε πάνω μου μια θεόρατη πέτρα; Πάει να πει πως δεν με λογαριάσατε, ούτε μια σταλίτσα, τόση δα. Ας είναι, συμβαίνουν αυτά, οι άνθρωποι χωρίστηκαν, ακόμη και οι ερωτευμένοι με τον καιρό ξυπνούν άγνωστοι. Κανείς δεν δίνει σημασία στον άλλον και έτσι φαντάζομαι συμβαίνει και με εσάς. Τι θα μπορούσε να κάνει μια πέτρα στην άψυχη κούκλα; Μα τίποτε, είναι άψυχη, θα ισχυριζόταν κανείς. Μα ξέρετε, υπάρχουν άλλες περιπτώσεις που τη χρειάζονται την πέτρα τους. Είναι κρίμα τέτοιους καιρούς να πηγαίνει στράφι μια ολόκληρη πέτρα. Συλλογιστείτε, παρακαλώ, συλλογιστείτε!

Η κούκλα ήρθε και στάθηκε πίσω από τζάμι. Της έλειπε το αριστερό χέρι από το ύψος του βραχίονα και είχε ένα βαθύ τραύμα στο ύψος της μέσης της. Η κούκλα ήρθε κοντά, τα μάτια της ήταν παγωμένα, φορούσαν το φεγγάρι που καθρεφτιζόταν. Μια φλέβα στο λαιμό της σαν να σάλεψε. 

“Ώστε υπάρχουν κούκλες ζωντανές;”, αναρωτήθηκε η Ελένη. Η κούκλα έγνεψα καταφατικά και ύστερα ψιθυριστά είπε. “Καλύτερα να μην γνωρίζει κανείς αυτά τα πράγματα. Άλλωστε ποιος θα πίστευε ένα κορίτσι που ισχυρίζεται πως σε κάποιο απόμερο σημείο της πόλης συνάντησε μια ολοζώντανη κούκλα;” Η Ελένη συμφώνησε σιωπηρά και έριξε μια ματιά στην πέτρα. Την άφησε να πέσει καταγής και ανακάλεσε στη μνήμη της κάτι απλό και παράξενο, όπως ας πούμε την εκκρεμότητα με το κρεμμύδι που θα ‘πρεπε να ρίξει στο φαγητό. Έπειτα γέλασε με τον εαυτό της που πίστεψε σε τέτοιες φαντασίες και σε ρομάντζα του κατωτάτου είδους. 

Με το κρεμμύδι κατά νου, προχώρησε προς την πλευρά του Δημαρχείου. Έστριψε και χάθηκε στα ξαφνικά. Κανείς δεν έμαθε το μυστικό της με την ολοζώντανη κούκλα, κανείς δεν έμαθε. Το μυστικό της. 

Ιστορίες της πόλης
Τζακ ο Αντεροβγάλτης

Στις 31 του Αυγούστου του 1888 ο περιβόητος “Τζακ ο Αντεροβγάλτης” συστήνεται στο βρετανικό κοινό. Οι επιδέξιες και στοχευμένες  του τομές, η βιαιότητα και η διαστροφή των εγκλημάτων του, η επιλογή του πρώτου του θύματος από το περιθώριο ενός Λονδίνου, βιομηχανικά επαναστατημένου, μα παραδομένου σε μια εκμηδένιση συνώνυμη της νέας πραγματικότητας, συνθέτουν μερικές από τις παραμέτρους της απεχθούς εκείνης πράξης. Η λονδρέζικη κοινωνία θα βρεθεί για πρώτη φορά εμπρός σε έναν κατά συρροή δολοφόνο. Οι μαρτυρίες εκείνου του καιρού ψιθυρίζουν κάτι για την ταυτότητα του φονιά. Κάποιοι λένε πως άνηκε στη βασιλική οικογένεια και έτσι το ζήτημα τακτοποιήθηκε με τις αναγκαίες παρεμβάσεις. Άλλοι πως ήταν κάποιος αριστοκράτης που το ‘βρισκε ενδιαφέρον να σπέρνει τον τρόμο στα κακόφημα καλντερίμια του κεντρικού Λονδίνου.

Μα εγώ θυμάμαι τον Τζακ με έναν δικό μου τρόπο. Τον φέρνω στο νου μου έτσι όπως τον είχα πλάσει στα μικρά μου. Θα διάβασα κάπου για λόγου του και έτσι αδύναμη και φοβισμένη καθώς στέκει η παιδική καρδιά, έχασε  για κάμποσες μέρες τον ύπνο της. Και αν τάχα, αυτός ο ασύλληπτος φονιάς έφτασε ίσαμε εδώ; Όσο το σκεφτόμουν, το ζήτημα πλάταινε και στην εξίσωση έμπαιναν άγνωστες και φανταστικές μεταβλητές. Η μηχανή του χρόνου, η απαίσια όψη ενός ανθρώπου εκατό χρονών και βάλε. Κάποιου που τριγυρίζει στα πέριξ του πολύπαθου, αθηναϊκού κέντρου. Άμα κάνει κέφι μπορεί να πάρει κάποιον ανυποψίαστο περαστικό στο κατόπι. Και μια αδιάφορη στιγμή, το μαχαίρι του θα ‘λαμπε λέει, μες στη νυχτιά και το νήμα της ζωής εκείνου του άτυχου θα κοβόταν τόσο άδοξα και τρομερά. 

Κουλουριαζόμουν στο κρεβάτι μου και ήσαν δύσκολα  τα βράδια μου. Όλα λυθήκαν διά μαγείας λίγο καιρό μετά και ενώ η αϋπνία με είχε καταβάλλει, θυμάμαι. Ήταν καλοκαίρι, Αύγουστος φώτα, στην παραλία, τα πλοία φεύγουν για τα νησιά Λούλα, τώρα και για πάντα. Είχαμε σκαρφαλώσει σε εκείνο το απόκρημνο χωριό, χιλιόμετρα μακριά από την ακρογιαλιά. Το ‘χα αποφασίσει πως θα κρατιόμουν μακριά από τα κύματα για λίγο καιρό, αφού έτσι το ‘θελαν οι περιστάσεις. 

Τα παιδιά λέγανε ιστορίες όταν ξαφνικά ακούστηκαν βήματα. Αμάν, εδώ ήταν γραφτό μου, είπα και ευθύς ανέμενα το τέλος μου. Αντί για αυτό ήρθε κάτω από τη λάμπα, εκεί ανάμεσα στην παρέα των παιδιών, ένας ευτραφής κύριος με εξωφρενικό μουστάκι και καλόκαρδο βλέμμα. Ήταν μάλλον κοντός μα ένα περίεργο πράγμα, του πήγαινε. Ακόμη και το ύψος του, που λένε, του ταίριαζε. Τα παιδιά χαρήκανε και όλα σπεύσανε να χαιρετήσουν τον άγνωστο κύριο. Στο τέλος με συστήσανε και εμένα. Με όσο κουράγιο μ’απέμενε, είπα και εγώ να ρωτήσω με τη σειρά μου πώς είχατε τάχα πάρει αυτό το φοβερό όνομα;

Και ο κύριος έσκυψε με ύφος αρπαχτικού πριν χιμήξει επάνω στα παιδιά που ‘σαν μαζεμένα τριγύρω. Τα γαργαλούσε και έπαιρνε φοβερές εκφράσεις, σαν μάσκες αληθινές. Και όλοι γελούσαν, όλα γελούσαν και μαζί και εγώ. 

Ένα από τα παιδιά αποτραβήχτηκε πλάι μου για να πάρει μια ανάσα. Με κοίταξε και είπε. Κατάλαβες τώρα γιατί τον λένε έτσι; Επειδή από το γέλιο σου σαλεύουν τα άντερα! Και μεμιάς πήδηξε μες στο χαμό. Ακολούθησα και εγώ, με μια δρασκελιά ανάλαφρη και λυτρωμένη, τώρα που ‘χαν μπει τα πράγματα στη θέση τους, τώρα που το θηρίο ήταν νεκρό. Του νου μου το αιμοβόρο πλάσμα ήταν νεκρό, πέρα για πέρα,  απολύτως νεκρό. 

Μόνο καμιά φορά λυπάμαι που δεν πήγανε έτσι πρίμα τα πράγματα για την δύσμοιρη Μαίρη Αν Νίκολς, το πρώτο από τα επιβεβαιωμένα θύματα του Τζακ. Του Αντεροβγάλτη!

Καλλιτεχνικά
Όπερα της πεντάρας
31/8/1928

[…στα ηχεία, Η Όπερα της Πεντάρας – Το Τραγούδι του Σολωμόντα. Κουρτ Βάιλ, Μπέρτολντ Μπρεχτ…]

“Η πρεμιέρα της παράστασης είχε προγραμματιστεί για να εορταστεί η ίδρυση του Θεάτρου του Ανάχωματων των Ναυπηγών”. Τι παράξενο θέατρο που θα ‘ταν αυτό! Άραγε να είχε αναχώματα ή επίτηδες ενσωμάτωσε την λέξη στον τίτλο του απλά και μόνο για να καταδείξει με τι ευκολία, πώς γκρεμίζονται τα πράγματα κάτω από το βάρος του χρόνου. Ο άνθρωπος δεν κατόρθωσε να ορθώσει εμπόδιο ικανό για να κοντράρει τον διψασμένο γερό χρόνο. Σαν τους μέθυσους του σαββατόβραδου περνάει μέσα από τις ζωές μας, σαν τάχα να ‘ταν ο κόσμος “αναγερτός”. 

Ξεπερνώ την ιδιοτροπία του θεάτρου, για τους ναυπηγούς αδιαφορώ. Στο κάτω κάτω ποιος είμαι εγώ για να τους ενοχλήσω; Άιντε παιδιά μου, κρεμάστε τις μποτίλιες σας από τα σχοινιά. Θα χρειαστούν για τις καθελκύσεις, λέει κάποιος και όλοι μεθυσμένοι γελούν, γελούν, γελούν. Στρέφω το βλέμμα μου στις πεντάρες που λάμπουν δεκαετίες τώρα, σαν τάχα να απέμειναν ευχές σε φάση ανασταλτική. Θα ξέρετε τη συνήθεια, φαντάζομαι με τα κέρματα που πετούμε στα συντριβάνια του κόσμου για να μας φανερώσουν τα μελλούμενα. Θα έχετε ακούσει για τον κλήδονα και τους έρωτες των κοριτσιών.

Πώς, ξεύρω, ξεύρω!, ακούστηκε δίπλα μου μια γυναικεία φωνή. Αν ήταν κλαράκι, τώρα δα θα ‘δινε μια θα έσπαγε, μάρτυς μου ο Θεός.

Πώς δεν ξεύρω! Εγώ είμαι η Τζένη των Πειρατών. Δεν φοβούμαι τίποτε και άμα έχω σιμά μου εκείνον που αγαπώ, τότε είμαι ευτυχισμένη. Θα μπορούσα, από την τόση μου χαρά να σκαρώσω ένα λιμπρέτο, μια όπερα εξαιρετικά πρωτότυπα. 

Κοίταξα την Τζένη με έκπληξη και ίσως ολίγη απορία.  Μπορεί η βραδύτης του χρόνου να κάνει κακό στη λογοτεχνία μα με την Τζένη τίποτε δεν είχε καταφέρει. Παρέμενε η ερωμένη του Μακίθ, παρέμενε ένα κορίτσι κυκλωμένο από τη λονδρέζικη βρωμιά του, αυτή που μένει πάνω στην επιφάνεια. Μιλώ για μας τους ίδιους, σε περίπτωση που σας διέφυγε. Μια όπερα του ζητιάνου, σαν αυτή που ενέπνευσε την Τζένη, τον Μακίθ και όλα εκείνα τα θαρραλέα πρόσωπα που ποζάρουν πλάι στα μουσικά κλειδιά της παρτιτούρας. 

Τι λέτε; Πάμε στην ταβέρνα; Σαν να δίψασα!, είπε η Τζένη και η καρδιά της ζητιάνα, μα καθαρή, γεμάτη αθωότητα καρδιά.

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή ένας χαριτωμένος κύριος στάθηκε στο μέσον της σκηνής. Φορούσε λινό κοστούμι και είχε στο ύφος του μια κάποια παραξενιά. Η Τζένη του έγνεψε ζωηρά και εκείνος ανταπέδωσε. Και πήρε να ελίσσεται των τραπεζιών, των σερβιτόρων, του μεγάλου παπαγάλου που δεν δοκίμασε τίποτε σε ολόκληρη τη ζωή του, έξω από την ενδεδειγμένη τροφή. 

Είπα πως δεν θα έρθεις, είπε η Τζένη και ο Μπέρτολντ αφού υπολόγισε με μια κιμωλία την απόσταση από την καρδιά ενός ανθρώπου ως το ιδανικό του, πήρε να χορεύει μαζί της. Εκείνος τα έκανε όλα σωστά, εκείνη το σώμα της παρέδιδε στ’οργιαστικό σύμπαν του Μπρεχτ, το σώμα της παρέδιδε στην αήθη θερμότητα, στον ιδρώτα και τον έρωτα. 

Πώς σε λένε λοιπόν;, ρώτησε η Τζένη.  Και ο Μπέρτολντ Μπρεχτ που ταρακούνησε την αστική τάξη με την Όπερα του, συστήθηκε με κάθε επισημότητα. Η Τζένη χειροκρότησε, η Τζένη είπε πως θα πάει για εξερεύνηση, η Τζένη φεύγει, δίπλα της, πίσω της, παντού το πλήθος που πετάει πεντάρες σε τούτη την Όπερα, τη γεμάτη αρρυθμίες και κορώνες δοξαστικές. Τι θεραπευτική συνήθεια, τι οργιαστική κραυγή, με μια απόσταση καθιερωμένη εμπρός στα πράγματα. Θεωρήματα σκοτεινά ζητούν να φωταγωγηθούν στην υπέροχη Όπερα του Μπρεχτ που ταρακούνησε το θέατρο και επιβεβαίωσε πως η πτώση του ανθρώπου δεν συνιστά παρά μια υπόθεση  καρτερίας.

Και οι πεντάρες να πέφτουν βροχή, και οι γροθιές μες στα μάτια, για να λάμψει η ομορφιά, σαν σπίρτο μοναχό μες στην φριχτότερη  θύελλα.

Απόστολος Θηβαίος