Όταν η μέρα μικραίνει, η νοσταλγία μεγαλώνει

Γράφει η Κατερίνα Γιαννακοπούλου

«Η μέρα που μικραίνει» μυρίζει αλμύρα· της θάλασσας, της καλοκαιρινής ψυχής και της κουβέρτας που βγαίνει από το μπαούλο. Και τότε, κυματίζει μόνο κρύο. Άλλωστε, για την Κασσάνδρα Φουντουλάκη, η θάλασσα πριν τη βροχή είναι μια «ασιδέρωτη υγρή κουβέρτα που έρχεται προς το μέρος σου να σε σκεπάσει» (σελ. 9). Αυτή η κουβέρτα σκεπάζει και τις σελίδες του βιβλίου της, εξαπλώνοντας κύματα και βουτιές σε καλοκαιρινές εικόνες, οι οποίες ξεδιπλώνονται πάνω σε καράβια αναμνήσεων. Μια θαλασσινή φύση που υποφέρει, όπως κι εμείς στη θέα της· ηλιόλουστοι συλλογισμοί που μας γεμίζουν σύννεφα. Ελληνικές διακοπές σε πλοία, ακτές και σπίτια. Στιγμές ανθρώπινες, καταστάσεις απάνθρωπες, συνειδητοποιήσεις θεϊκές. Βαθιές βουτιές σε άπατα νερά και προδοσίες, που μετριούνται πλέον σε ξύλινες μπίλιες φθινοπωρινών κομπολογιών.

Η συλλογή δημιουργεί τις εικόνες ενός έντονου καλοκαιριού που έφυγε, σαν μια μελωδία ματζόρε που ξεκινά το ντεκρεσέντο της. Με απλή, λιτή γλώσσα και σύντομες ποιητικές συνθέσεις, η ποιήτρια μετατρέπει γνώριμες εικόνες του ελληνικού καλοκαιριού σε αφορμές για στοχασμό γύρω από τη μνήμη, τις ανθρώπινες σχέσεις και τη νοσταλγία. Η θάλασσα διατρέχει το έργο ως σταθερό σημείο αναφοράς και γίνεται ο καθρέφτης όσων κουβαλά ο άνθρωπος μέσα του.

Οι ρεαλιστικές αναφορές οδηγούν σε βαθιά συμπεράσματα, όσο τα κύματα τρώνε τις ημέρες της πιο ανεξίτηλης εποχής του χρόνου. Διαβάζοντας τη συλλογή, αναγνωρίζει κανείς τις μικρές αλήθειες του ελληνικού καλοκαιριού. Όχι μόνο τις φωτεινές στιγμές, αλλά και εκείνες που αφήνουν μια ανεπαίσθητη πίκρα όταν η περίοδος των διακοπών τελειώνει. Η ποιήτρια δεν εξιδανικεύει το καλοκαίρι· το παρουσιάζει μαζί με τις απώλειες και τις απογοητεύσεις του. Πόσοι, άλλωστε, δεν αναλογίζονται καταστάσεις που κόλλησαν πάνω τους σαν βρεγμένο μαγιό; Ανθρώπους που άφησαν πληγές σαν άβολες σαγιονάρες; Ή άλλους που ρούφηξαν αίμα σαν κουνούπια, όπου όμως κατέληξε «το αίμα στους τοίχους / σε χρώμα επανάστασης» (σελ. 28); Σε πόσους το άρωμα του αντηλιακού δεν έφερε θλίψη μόλις σχόλασε ο Αύγουστος;

Τα ποιήματα καθρεφτίζουν στιγμές ζωής που ανατέλλουν και δύουν, ακόμη κι όταν ο ήλιος είναι ο καυτός πρωταγωνιστής. Η ζωή δεν αναγνωρίζει ανέμελους χρόνους, αλλά εισβάλλει ανεξέλεγκτα με καβγάδες, νοσοκομεία, κολύμπι μοναξιάς και ναυάγια ψυχής. Με την τελευταία θάλασσα αγκαλιά, οι άνθρωποι βρίσκουν τη δύναμη να αλατίσουν το τέλος του καλοκαιριού με τη φυγή τους. Και τότε, ανεβαίνει στη σκηνή ο σολίστ του φθινοπώρου για να φθίνει, σε τόνο μινόρε, τα φρούτα, τη μνήμη και τη διάθεση για δράση.

Όποιος έχασε το καλοκαίρι του μέσα στην πίεση της καθημερινότητας και της βαριάς απασχόλησης, μπορεί να το ξαναβρεί μέσα στις σελίδες αυτού του βιβλίου. Και να νιώσει την καλοκαιρινή νοσταλγία να μεγαλώνει, ακριβώς τη στιγμή που η μέρα αρχίζει να μικραίνει.