
Πρόσωπα
Άγγελος Σικελιανός
15 Μαρτίου 1884 – Ἀθήνα, 19 Ἰουνίου 1951
[…στα ηχεία, “είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες”. Τότε και τώρα και πάντα και η μουσική μας για αυτό μοιάζει αγαπημένη και ίσως παράταιρη…]
Καμιά φορά, σαν περνώ έξω από τα διυλιστήρια, στο ύψος της λίμνης Κουμουνδούρου, πάντα θυμάμαι την Ελευσίνα. Και τον Άγγελο Σικελιανό, τον ποιητή, ποιμένα του ακατόρθωτου. Θαρρείς πως με κοιτάζει από απέναντι, καθισμένος στοχαστικά στο μικρό εξώστη του σπιτιού στην Φανερωμένη. Την ίδια αίσθηση είχα και άμα επισκέφτηκα κάποτε τους Δελφούς και ένιωσα την παρουσία του , καθολική και άγια και συντριπτική επάνω στην ελληνική τέχνη.
Το σημάδι του υπήρξε βαθύ και δεν θα μπορούσε παρά να αφήσει ένα έντονο συναίσθημα, ακριβώς όπως το ‘γραψε με άλλες αφορμές η Βιρτζίνια Γουλφ. Ωστόσο, η ζωή που μας κατοικεί έβαλε άλλες προτεραιότητες και ο ποιητής κρύφτηκε κάτω από σορούς μνήμης.
Μα άγνωστες οι βουλές της τύχης και απρόσμενος ο τρόπος που ξαναβρίσκεις τον εαυτό σου, κατάμεστο από ότι αγάπησες και βαθιά θαύμασες. Ήταν κάποιο κυριακάτικο απόγευμα, σε κάποια αθηναϊκή συνοικία που με είχε οδηγήσει μια κοινωνική υποχρέωση. Θαρρώ βρισκόμουν κάπου στο κέντρο της πόλης, εκεί που γεννήθηκε και μεγάλωσα και έκανα όλα τα λάθη που μπορούσα για να με μάθω. Και ας λένε κάποιοι που με ξέρουν καλά πως όλα πήγαν στράφι, καθένας ξέρει που να βρει την ποίηση του εαυτού του.
Άκουσα μια ξαφνική μουσική και έναν ήχο από φλουριά που σαλεύουν όλα μαζί. Ένας παράξενος θίασος πλησίαζε από μια απόσταση. Ήταν ένας γύφτος, ντυμένος όλες τις χρωματικές αντιθέσεις. Και δίπλα του δυο αρκούδες, δεμένες με βαριές αλυσίδες. Η μια έδειχνε γηραιότερη και ο χαλκάς στη μύτη της έφερε γλαφυρά τα σημάδια της σκουριάς. Η άλλη, υπήρξε πιο ζωηρή, κάθε τόσο κάτι γύρευε από τον γύφτο και όταν το έπαιρνε, χόρευε ακόμη πιο εκφραστικά σε αντίθεση με τη γριά αρκούδα που έσερνε τα βήματά της. Νόμιζα πως τέτοια δρώμενα είχαν εκλείψει και ίσως έτσι να ‘ταν και ο γύφτος να ερχόταν από την άλλη πλευρά του κόσμου, απ’εκεί που αφήσαμε ότι ζήσαμε, μια φορά και έναν καιρό.
Με προσπέρασαν οι τρεις τους και ξεμάκρυναν στο φόντο του αθηναϊκού δρόμου. Μα εγώ είχα σαστίσει, επειδή πέρα από το χρόνο που λειαίνει τα πράγματα και τις ζωές, εκεί εμπρός μου μια ψυχή τυραννισμένη πονούσε και διψούσε για λίγη καλοσύνη. Ο Άγγελος Σικελιανός από το μπαλκονάκι της Σαλαμίνας, με τη στεντόρεια φωνή του, όχι δίχως λυγμό, απήγγειλε μερικούς στίχους από το ποίημα της Ιεράς Οδού. Τους άκουσα εντός μου, να γκρεμίζουν τα ψεύτικα υποστυλώματα, να αναποδογυρίζουν τα σύμπαντα για να αποκαλύψουν άλλα, τρανότερα, σπαρμένα με τα σύμβολα της ζωής μας, προικισμένα με τον αρχαίο μας πόνο.
Μὰ μπροστά μου, ὀρθωμένη ἀπὸ τὴ βία
τοῦ χαλκὰ καὶ τῆς ἄμοιρης στοργῆς της,
δὲν ἔβλεπα ἄλλο ἀπ᾿ τὴν τρανὴν ἀρκούδα
μὲ τὶς γαλάζιες χάντρες στὸ κεφάλι,
μαρτυρικὸ τεράστιο σύμβολο ὅλου
τοῦ κόσμου, τωρινοῦ καὶ περασμένου,
μαρτυρικὸ τεράστιο σύμβολο ὅλου
τοῦ πόνου τοῦ πανάρχαιου, ὁπ᾿ ἀκόμα
δὲν τοῦ πληρώθη ἀπ᾿ τοὺς θνητοὺς αἰῶνες
ὁ φόρος τῆς ψυχῆς.
Τί ἐτούτη ἀκόμα
ἦταν κ᾿ εἶναι στὸν ᾌδη.
Καὶ σκυμμένο
τὸ κεφάλι μου κράτησα ὁλοένα,
καθὼς στὸ ντέφι μέσα ἔριχνα, σκλάβος
κ᾿ ἐγὼ τοῦ κόσμου, μιὰ δραχμή.
Ήταν ο ονειρευτής που έσκιζε τους ιστούς του ύπνου και από τη μακρινή του χώρα, έλεγε από την αρχή το τραγούδι εκείνο που με το συναισθηματικό του φορτίο μεταμορφώνεται στη μεγάλη κραυγή που μας συνταράζει, τότε και τώρα. Ο ποιητής ήταν που καθρεφτιζόταν απάνω στο νερό της λίμνης, που έκαιγε φλόγα στερεοποιημένη πάνω στα ιστία του υπερωκεάνειου που ονομάσαμε εποχή μας.
Πλάι στα φουγάρα που πιστοποιούν τα παράγωγα του πετρελαίου, ο Άγγελος Σικελιανός εργάζεται τότε και τώρα, απάνω στη μουσική που κραταιά πάντα, θ’ ακούγεται κάποτε στα βάθη μας.
Το τραύμα
αφήγημα
Είχαν περάσει μέρες. Πέρα από έναν μικρό πόνο απάνω στο σημείο του τραύματος, δεν είχε να παρατηρήσει το παραμικρό. Τα ράμματα είχαν δέσει μεταξύ τους, καμία ένδειξης μολύνσεως, κάτι που να τους καθοδηγεί στη λήψη πρόσθετων μέτρων. Ιατρός και ασθενής αισθάνθηκαν πως θα έπρεπε να αποχαιρετιστούν διά μακρύτατον διάστημα. Αφού τακτοποίησαν τα πρακτικά ζητήματα, σφίξανε τα χέρια και υποσχέθηκαν πως θα ανταμώσουν και πάλι και θα ‘ναι τότε σαν να βρίσκονται δυο πολύ καλοί φίλοι. Μετά από μήνες ή και χρόνια, στο μπαρ του κυρίου Χάνσεν η πόρτα θα ανοίξει και ένας από τους δυο θα αλλάξουν τη μοίρα των πραγμάτων που κρατά σε απόσταση τους ανθρώπους.
Προτού ξεγλιστρήσει στην ξύλινη σκάλα ο ιατρός πρόλαβε να του πει δυο λέξεις μόνο. “Ίσως κάποια πράγματα να μην τα θυμηθείτε ξανά, μόνον αυτό”, μα ο ασθενής είχε κιόλας ξεμυτίσει στο δρόμο με τα αναμμένα λαδοφάναρα και τις άμαξες που πηγαίνουν βιαστικά κάποιον κύριο στο ραντεβού του.
Κατά τις δέκα, σκέφτηκε να επισκεφτεί την παμπ του γέρο Χάνσεν. Ήταν σαββατόβραδο και η παρέα θα έκανε σαματά. Γέλια και αστεία και κανένα κέρασμα που ομορφαίνει την περίσταση, ίσως λίγη μουσική που κάνει καλό στην ψυχή όπως ο ήλιος στο χλομό δέρμα. Σκέφτηκε τι να αγαπούσε στο μπαρ του γέρου, γέρικο και αυτό, σαν να ‘χαν περάσει σορός τα φεγγάρια πάνω από την επιγραφή του. Έλεγε, κάτι έλεγε που δεν το θυμάται. Πώς είναι δυνατόν; Τι μπορεί να φταίει; Πώς έγινε να ξέχασε τέτοια πράγματα, πώς γίνεται να μην του λένε το παραμικρό, σαν να πρόκειται για τη ζωή κάποιου άλλου; Αυτός, αυτός είχε χτίσει με κάτι παλιόφιλους ακόμη, όχι πάνω από τα δάχτυλα του ενός χεριού, το γέρικο καπηλειό. Και τώρα, αυτός, ο ίδιος άνθρωπος δεν θυμάται τι έλεγε η επιγραφή. Αστείος που είναι ο κόσμος και το πιθανολόγιο του ανεξάντλητο.
Ταράχτηκε, έχασε τη γη κάτω από τα πόδια του, του ‘ρθε λιγοθυμιά και ρίχτηκε απάνω στο στασίδι σε βαθιά περισυλλογή. Ψηλάφισε το τραύμα του, μια ουσία υδάτινη είχε προβάλλει τριγύρω από την πληγή. Δεν πονούσε μα ήταν παράδοξο το φαινόμενο και του προκάλεσε μεγάλη ανησυχία. Να που πήγε κάτι στραβά, λοιπόν, μονολόγησε. Τον κυρίευσε ο πανικός, η αγωνία για τη ζωή του κορυφώθηκε. “Στον ιατρό, θα πάω να βρω τον ιατρό”, είπε αποφασιστικά και κοίταξε έξω από το παράθυρο την πολιτεία που παγώνει. Δεν είχε ιδέα πού βρισκόταν ο ιατρός, μήτε ποια ήταν αυτή η πολιτεία και αν ακόμη ετούτο το ετοιμόρροπο σπίτι είναι δικό του. Ίσως να τρέφει μια κάποια ανάμνηση για τον σκαλιστό μπουφέ με τον βαρύ καθρέφτη, μα υπάρχουν πράγματα εδώ μέσα που του προξενούν εντύπωση και αμφισβητεί με κάθε τρόπο πως ο ίδιος είναι ο ιδιοκτήτης τους.
Κοίταξε στο σακάκι του, στη μέσα τσέπη μια κάρτα, “ιατρός Βαντάουμ, οδός τάδε”. Ώστε η τύχη υπάρχει και μόλις του χαμογέλασε. Ο αμαξάς θα ξέρει δίχως αμφιβολία. Έτρεξε έξω, κοίταξε πίσω του, το μεγάλο σπίτι των προγόνων του που δεν σήμαινε πια τίποτε. Είδε τον εαυτό του στα λασπόνερα μα του φάνηκε πολύ πιο χαριτωμένο το κουτσό φανάρι που έφεξε στο φόντο της ζωγραφιάς.
Τ’αμάξι στρίβει βιαστικά, λίγο πιο πέρα, να, “εδώ είναι ο προορισμός σας, κύριε” και ο αμαξάς έβγαλε το καπέλο του. Έδειχνε κωμικός, λίγο παλιομοδίτικος και την ίδια στιγμή απόκοσμος, σαν κάποιο είδους περατάρη που αναλαμβάνει να μεταφέρει ανθρώπους στις δυο πλευρές αυτού του κόσμου. Χτύπησε δυνατά την πόρτα, ησύχασε μονάχα σαν άκουσε βήματα στην ξύλινη σκάλα. “Τώρα, ησυχάστε, τώρα!”, άκουσε και έπειτα, “ποιος είναι;”. Όταν είπε το όνομά του ο ιατρός άνοιξε βιαστικά την πόρτα, έριξε μια βαριά κάπα στους ώμους του και χαμογέλασε στον απρόσμενο επισκέπτη.
Ο τελευταίος του εξήγησε όσα συνέβησαν το βράδυ και του έδειξε την υδάτινη πληγή του, τη δίχως άλλη ένδειξη χειροτέρευσης. Ο ιατρός, τον έπιασε από τους ώμους και με όλη τη στοργή του κόσμου, του επανέλαβε τα λόγια που είχε παρακούσει όταν έφευγε βιαστικά. “ Ίσως κάποια πράγματα να μην τα θυμηθείτε ξανά, μόνον αυτό”, σας είπα. Έπειτα άγγιξε απαλά το τραύμα – τώρα βρίσκονταν μες στο ιατρείο του κυρίου Βαντάουμ.
“Αυτή η ουσία είναι η μνήμη σας, κύριε. Γλιτώσατε την αιμορραγία, το οίδημα που στο κεφάλι συνιστά έναν εξαιρετικά επικίνδυνο εχθρό. Μα τραυματίστηκε ένας μικρός, τόσος δα αγωγός που έρχεται από βάθη ανεξερεύνητα. Από εκεί χύνονται οι μνήμες μες στις ψυχές των ανθρώπων. Μα στην περίπτωσή σας η βλάβη αυτή, η διαρροή μπορούμε να πούμε, δεν δύναται να αποκατασταθεί. Διότι το χτύπημα σας επέφερε κάποια ρωγμή στον αγωγό, μα σε σημεία που δεν θα φτάσουμε ποτέ. Και εσείς δεν θα μπορείτε παρά να ξεχνάτε τις καλύτερες στιγμές, τα ομορφότερα δειλινά, κάποιον μεγάλο έρωτα. Ίσως ένα σπίτι που κατοικήσατε και που σε κάθε γωνιά γράψατε το όνομά σας, ίσως να σας φανεί σπίτι ξένο. Μην τρομάξετε, είστε ένας άνθρωπος που θα χάνει κάθε τόσο κάτι από τη μνήμη του. Οι συνάδελφοι από την Φρανκφούρτη που συμβουλευτήκαμε -στείλαμε επιστολές εκθέτοντας την περίπτωση, μάλιστα θα συμπεριληφθεί στην ετήσια περιπτωσιολογία – ισχυρίζονται με ανεξήγητη αισιοδοξία πως η διαρροή θα πάψει. Εμείς ωστόσο, λογαριάζουμε πως θα συνεχιστεί και ίσως η ρωγμή πλατύνει. Αυτή η ουσία, που σας έκανε τόση εντύπωση είναι η μνήμη. Έχει την ίδια σύσταση με τα δάκρυα και είναι η ζωή σας, η ζωή σας κύριε. Ακριβώς όπως το ‘πε ο σαιξπηρικός Άμλετ, κύριε. Παρακολουθείτε θέατρο;”
Τώρα θυμόταν κάτι απροσδιόριστα φώτα ράμπας, σκόρπια λόγια, κάποια σύντροφό του. Ξάφνου όλα φωτίζονται από νοσταλγία. Το κουτσό φανάρι ανάβει όλες του τις λάμπες σε πλήρη δόξα και εκείνος προφέρει μερικά ονόματα, διευθύνσεις, φαγητά, πράγματα σε στυλ καταλόγου. Μια τελευταία φορά προτού τα ξεχάσει για πάντα. Έτσι παραθέτει τη ζωή του και της αποδίδει την τιμή που της όφειλε. Όλα αυτά τα πράγματα τα ονομάζει μια τελευταία φορά, προτού χαθούν μες στις μεγάλες, μαύρες τρύπες τους.
“Πώς; Παρακολουθώ, ανελλιπώς! Ευχαριστώ κύριε” και μες στη νύχτα κάποιος τον καθοδηγεί στο μπαρ του γέρο Χάνσεν. Και η παγωνιά είναι τόση, ίσως μες στην ψυχή του, πιο βαριά. Και αυτός ο πόνος, κάτι τον διδάσκει που πρέπει να το βρει και αν δεν τα καταφέρει, πρέπει να ‘χει την τόλμη να το γυρέψει μες στους δρόμους της παράφορης ζωής μας. Προχώρησε με τη φρίκη μες στο βλέμμα, ώσπου γίνηκε σημάδι στον ορίζοντα ο ίδιος. Και ο πόνος του πλατύς και σάλευε το θρόισμα της νύχτας.
Κάπως έτσι η ιστορία τελειώνει, η ιστορία που κρατά για πάντα, τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο.
Πρόσωπα
Δημήτρης Μυταράς
18/6/1934 – 16/2/2017
[…στα ηχεία, Donny Hathaway – A Song For You…]
Χαμογελούσε αινιγματικά από την αναπαυτική σεζλόνγκ. Διέθετε μοντέρνα αισθητική, ίσως για αυτό διατηρούσε ολοζώντανη την παρουσία του με λίγη ασάφεια και λίγη τεχνητή αφέλεια εδώ και εκεί στην όψη του. Είχε την όψη ενός δραστήριου ανθρώπου, κάποιου που καταπιάνεται με τον κόσμο, που τρελαίνεται μαζί του. Ποζάρει δίχως αθωότητα, αυτοτελής και αριστοκρατικός, κατάμεστος από ιδέες, στην πιο υλική τους αναπαράσταση, την ώρα που στο φόντο, μετέωρο απομένει το άλμα του πουλαριού. Ίσκιος μια στάλα απάνω στο ιχνογραφημένο μάρμαρο. Πώς συνυπάρχουν αυτά τα πράγματα, πώς ερμηνεύει κανείς το όνειρο; Ο κόσμος των αντιθέσεων σε κερδίζει στα σημεία.
Την απάντηση την έδωσε ο ίδιος ο Δημήτρης Μυταράς στο “Τι είναι τέχνη” των σχολικών πια εγχειριδίων. Μερικοί λένε πως στα μουσεία και τα σχολικά βιβλία ακουμπάμε κάθε τι παλιό, μα αρκεί να αφιερώσει κανείς ένα λεπτό για να διαβάσει τον ίδιο τον ζωγράφο. Όπως και ο Φασιανός, έτσι και ο Μυταράς κατορθώνει να απενοχοποιήσει κάθε αφορμή και κάθε σχολή, κάθε κατάταξη που τον αφήνει αδιάφορο. Δεν υπάρχουν κλειδιά μες στην τέχνη, το μόνο που υπάρχει είναι το φως, το προνόμιο που επισημαίνει ο Μυταράς στο κείμενό του, χρόνια πίσω, όταν ακόμη η οικονομία των λέξεων παράμενε μια ουσία απαραβίαστη. Και οι διακοσμήσεις αυτό το περιττό, το ξένο στη βαθύτερη, κοινή μας ώρα.
Κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει το παραμικρό. Κανείς δεν γνωρίζει πώς γεννιέται η μεγάλη στιγμή, η μεγάλη τέχνη. Συμβαίνει μονάχη της, ακριβώς όπως πέφτει ένα αστέρι ή έτσι όπως φθάνει το καλοκαίρι μέσα από τα κτίρια, από τις σχάρες των υπονόμων και τη δειλή προπέτεια του βραδινού ανέμου. Είναι το πολύτιμο πετράδι που ανακαλύπτουμε κάποιο καλοκαίρι, όταν πια έχει έρθει η ώρα. Κάτι μας ψιθυρίζει τις αρχαίες σημασίες των πραγμάτων και ο μέσα μας ήλιος ζεσταίνει κάθε σιωπή. Έτσι ξέρουμε.
Ο Δημήτρης Μυταράς διάλεξε τη ζωγραφική. Και σήμερα δικαιώνεται μες στη συνείδησή μας, με την ιδιότητα του εκπροσώπου της ελληνικής τέχνης και μιας προσωπικότητας με διεθνή εμβέλεια και αποτύπωμα που δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Έχει δίκιο ο Ρίλκε όταν λέει πως οι εποχές κορυφώνονται σε συγκεκριμένους ανθρώπους.
Α.Θ
