Μαρία Γεννάτου | Αβαρείς | Ιωλκός, 2026

Άρχισα να γράφω μετά τα 45, με έναν τρόπο που δεν είχα φανταστεί. Ο γιος μου μεγάλωνε με καθυστέρηση λόγου και προσπαθούσα να βρω λέξεις για να ευχαριστήσω τη λογοθεραπεύτριά του. Εκεί κατάλαβα ότι κι εγώ είχα χάσει τη φωνή μου κάπου στη διαδρομή — χωρίς να το ξέρω.
Τα ποιήματα ήρθαν αυτόνομα από τότε. Ωμά, βιωμένα, μη ειπωμένα. Δεν ήθελα να τα ωραιοποιήσω — ήθελα να πω αυτό που ήξερα ότι αληθεύει αλλά δεν είχε βρει ακόμα λέξεις. Για το τίμημα της συνείδησης. Για το τι κοστίζει να βλέπεις καθαρά.
Απόσπασμα από το κεντρικό ποίημα της συλλογής («Αβαρής»):
Συγκέντρωσα όλα μου τα παλιά.
Ρούχα, βιβλία και έπιπλα.
Κάποια τα χάρισα,
άλλα σε κάδους ανακύκλωσης τα πήγα.

Τα φτερά μου έχουν πια ατροφήσει,
δεν περιμένω να πετάξω.
Αλλά την αίσθηση,
περιμένω να τη νοιώσω,
πως είναι να ζεις αβαρής.

Και κάπου στη μέση της συλλογής, υπάρχει αυτό — που για μένα λέει τα πάντα:
Στη στιγμή πριν το αναπόφευκτο,
τέλεια ισορροπώ.
Γίνομαι μπαλαρίνα,
στο ένα μου πόδι πατώ
και περιστρέφομαι,
με τα χέρια ανοιχτά.
Είναι ο θάνατός μου θριαμβευτικός,
νιώθω τώρα σεβασμό.

Αυτή είναι η ποίηση που ήθελα να γράψω. Όχι για να παρηγορήσω — για να αναγνωρίσω. Αν ο αναγνώστης βρει μέσα κάτι που ήξερε ήδη αλλά δεν είχε βρει ποτέ σε λέξεις, τότε το βιβλίο έκανε αυτό που έπρεπε.