
συναρμολογημένα κομμάτια
Μίμης, Φανίτσα, σημειώσατε έρως
“Προσέξτε! Θέλω ακρίβεια στη σκηνή, όχι τίποτε φλυαρίες. Όλα κεντρικά και στοχευμένα”. Η Φανίτσα με το σενάριο στα χέρια χαμογέλασε του Μίμη. Κάτι παραπάνω βεβαίως σήμαινε, μα δεν είναι της παρούσης. Συνοπτικά, αρραβώνας, πρώτο ταξίδι, γάμος, αντιπαροχή και προσευχές στο κενό. Αυτό είναι όλο το έπος του ‘ 60.
“Μείνετε ήσυχος”, είπε ο Μίμης. Και αυτόν μονάχα η Φανίτσα τον έκοφτε, το ωραίο της φουστάνι που την κάνει να ξεχωρίζει μες στο πλήθος των κομπάρσων. Α, ναι, είναι και αυτοί. Ο κύριος σκηνοθέτης τους θυμήθηκε, σκαρφάλωσε το μικρό λόφο, κάτι τους είπε, ο ήλιος τα έκαιγε όλα μαζί με εκείνους. Σε λίγο θα απομείνουν τα αρνητικά ενός αιώνα ή κάτι παρεμφερές και πολύ ουδέτερο, σε μόνιμη εκεχειρία, δίχως αντίκρισμα.
“Θα βγείτε με στυλ. Να, έτσι” και του ‘δειχνε του Μίμη πώς μπαινοβγαίνει κανείς μες σε ένα φέρετρο. Να δείτε με τι χάρη που έκανε την επιδέξια αυτή χορογραφία. Να δείτε και εκείνους που έκαναν τον σταυρό τους και φιλούσαν τα κομποσχοίνια τους, τρέμοντας την ιδέα. Και μόνο. Ο Μίμης έδινε όλη του την προσοχή.
“Έπειτα θα περπατήσετε, απαλά, δίχως θόρυβο παρακαλώ. Ξέρω είναι δύσκολο μα προσπαθήστε, για τον Θεό, προσπαθήστε λίγο πέρα από τον εαυτό σας. Θα διαβείτε ολόκληρο το σπίτι και έπειτα το μικρό μπαλκόνι, πάντα εκτεθειμένο στο τοπίο. Όταν λοιπόν εισέρχεστε στην κουζίνα, η κυρά Ρηνιώ σας βλέπει που περπατάτε από το παράθυρο του σπιτιού. Και λιγοθυμά , πρώτη εκείνη, ανεξήγητα για όλους τους κοντινούς της. Θα συνέλθει και θα επαναλάβει πολλές φορές το νούμερο της κατάρρευσης. Διότι, όπως και να το κάνετε αγαπητέ Μίμη, δεν είναι και πράγμα συνηθισμένο να περνάει κανείς μέσα από τις Αχερουσίες. Δεν είναι καθόλου λίγο να επιστρέφεις από τον άλλο κόσμο, επειδή ο κόσμος ίσως να αγαπάει μέσα του και να θαυμάζει πράγματα μεταφυσικά σχεδόν. Όπως τα σεντόνια των κοριτσιών ή μια στήλη νεφέλης. Ο κόσμος προτιμά να μιλά για αποσμητικά και θερμοσίφωνες και φτέρνες και πουκάμισα. Πάμε λοιπόν μια φορά ακόμη;”
Ο Μίμης μπήκε στη θέση του, τα φώτα ανάψανε, χτύπησε η πλακέτα. Ο Μίμης βγαίνει, τινάζει κάτι φανταστικό από το πέτο του. Μαύρο κοστούμι, δεμένα τα χέρια του με κόκκινη κορδέλα. Σαν να πρόκειται για τον μελλοθάνατο που οδηγείται στον τόπο της εκτέλεσής του, με τα χέρια του ακόμη και εκείνη την στιγμή, στην κόψη της απάνω, φυλακισμένα. Το δίχως θόρυβο πέρασμα το κατόρθωσε ιδανικά. Πέσανε μάλιστα και ορισμένα χειροκροτήματα. Δεν παρεσύρθη, μόνο συνέχισε, στάθηκε μια στιγμή στο παράθυρο, είδε την κυρά Ρηνιώ που λιποθυμούσε, έπειτα μπήκε στο χολ και από εκεί στάθηκε στο μέσον του σαλονιού. Και η κυρά Ρηνιώ λιγωνόταν και έπειτα πάλι συνερχόταν και έμοιαζε όλο της το φέρσιμο με μια λάμπα δρόμου ερημικού που καταστρέφεται αργά, όλο αρρυθμίες.
Ο κύριος σκηνοθέτης φώναξε στοπ. Ο Μίμης επέστρεψε στην αγκαλιά της Φανίτσας που έτρεξε στο πλάι του. Και όλοι, δίχως καμιά εξαίρεση, σαν να πρόκειται για κάποια γνωστή ατάκα ρόλου χιλιοπαιγμένου, παραδέχτηκαν πως “Με τον έρωτα περνάει κανείς το σύνορο του ουρανού”. Ύστερα δοκίμασαν να συνεφέρουν την δόλια την Ρηνιώ που ‘χε εξαντληθεί με τις λιγοθυμιές και τα πεσίματα χάμω στο μωσαϊκό.
Το γαλάζιο τ’ανθάκι
Είχε μια ανισορροπία στη μορφή της που την έκανε μοναδική. Το ‘να της το μάτι, γαλάζια χάντρα ή στιγμή βυθού, κανείς δεν ξέρει, κανείς, έστεκε παράταιρα σε σχέση με το άλλο. Σαν να λέμε πως η μια πλευρά της μορφής της έφερε σημάδια κατάπτωσης. Ολόκληρο το πρόσωπό της φανέρωνε μια θλίψη ανείπωτη. Όσο το άλλο, γεμάτο νιότη, κρουστό πόσο ωραία την έκανε να μοιάζει. Με την κυριακάτικη τη φορεσιά της, με το δειλό χαμόγελο καρφιτσωμένη εμπρός στην ώχρα του τοίχου. Μακάρι να μπορούσε μες σε εκείνη τη λήψη να χωρέσει λέει τ’απόμακρο χτύπημα της καμπάνας που έρχεται πάντα μια τέτοια ώρα. Έρχεται από μακριά, σαν απαλός θόρυβος, μυστικά γεννημένος και ίσως απρόσμενος.
Κρατούσε ένα γαλάζιο λουλουδάκι. Μα δεν είμαι σίγουρος αν ήταν γαλάζιο ή κάθε φορά που έπαιρνα το βλέμμα μου από εκείνη, στάλαζε μέσα από το χαλασμένο της μάτι λίγο κυανό. Αν στάλαζε απάνω στο ανθάκι και εκείνο βαφόταν μπλε ως μια οραματική περιοχή που καθιστά σπάνια και μοναδικά τα χρώματα. Στύλωσα το πρόσωπό μου πάνω της, μην τύχει και μπορέσω να ιδώ το μικρό εκείνο θαύμα, τον φανταστικό σταλακτίτη του ματιού της, κλωστή αόρατη, έτοιμη να σπάσει γεννώντας χίλιες μουσικές.
Τίποτε δεν κατόρθωσα. Μια φορά και έναν καιρό το κορίτσι φύσηξε το ανθάκι, τα πέταλά του σκόρπισαν, δίχως φασαρία ρίχτηκαν να πεθάνουν μες στον κόσμο. Και απέμεινε το πρόσωπό της, ένα μουσικό ολόκληρο ή ο βασικός ο φθόγγος του φεγγαριού, κανείς δεν ξέρει, κανείς. Τέχνη ήταν η ομορφιά της και ήσαν μαζί απρόσμενες και αναρίθμητες οι διασταυρώσεις των έργων της, σωστός λαβύρινθος η αγάπη. Ή πάλι κάτι τόσο φυσικό, όπως το γέλιο, το δάκρυ, το μισοσβησμένο κάρβουνο του Σέλεϊ που κάποτε βρίσκει τον άνεμο που χρειάζεται για να θεριέψει. Μια τέτοια ατμόσφαιρα με κέρασε εκείνο το κορίτσι, βάφοντας μονάχο του, μυστικά και με αίνιγμα, γαλάζιο τον κόσμο. Μέσα από τα βάθη της κορνίζας του.
Η προσευχή
Μέχρι τότε, δεν ήταν παρά μια ασπρόμαυρη φιγούρα μες σε ένα έγχρωμο κόσμο. Είχε συνθηκολογήσει με τη μοίρα του. Και είχε αποφασίσει πως θα ζήσει μες στην τρομερή επανάληψη. Σκέτος θάνατος καμιά φορά η ζωή. Μα δεν είχε άλλο δρόμο για εκείνον. Είχε πια αυτομολήσει από τους ανθρώπους, από τον παλιό του εαυτό απέμενε κάτι σαν πυρετός. Λίγα πράγματα θυμάται πια. Όλος του ο βίος φάνταζε πια εκτός κυκλοφορίας, ένας παλιός κόσμος.
Μα όλα θα αλλάζανε εκείνη τη νύχτα. Και οι ωραίες ιστορίες για αποκαρδιωμένους ανθρώπους δεν θα τέλειωναν λυπητερά για εκείνον. Όλα θα αλλάζανε, πρώτα με μια ευωδιά, στην αρχή διακριτική μα έπειτα σαν κάπως απόκοσμη. Σαν να μιλά κανείς για μυρωδιά αγγέλου μες στην κάμαρη που προσεύχεται η δωδεκαετής.
Η εγκυκλοπαίδεια του Μουντέ
Υπάρχει η ποίηση η αγοραία, αυτή που πουλιέται εκεί έξω με το κομμάτι. Την κρατούν ζωντανή με συντηρητικά. Μα γρήγορα ξεθωριάζει, μες στα νερά διαλύεται και πάει και χάνεται. Τότε είναι που εννοούμε πως μας γελάσανε οι άνθρωποι. Παραιτούμαστε από όλα τα σχετικά και ζούμε δίχως αυτήν για χρόνια. Τι να την κάνουμε, έτσι δεύτερης ποιότητας που κατάντησε.
Μα η ποίηση είναι παιδί αθώο. Και επιμένει ώσπου μια μέρα να συναντήσει την έκφρασή της την πιο αντιπροσωπευτική. Πόσες φορές δεν συνέβη έτσι μες στην τέχνη της γραφής. Και τελικώς τα καταφέρνει διότι βρίσκει τη διέξοδό της. Κάποτε στην απλή λαλιά, στην ανασεμιά της σιωπής μας ή στον στίχο του ποιητή Ματθαίου Μουντέ. Τα “συναρμολογημένα κομμάτια από θεολογία και ποίηση” βρίσκουν τον τρόπο και μια νύχτα, να δεις, που έρχεται μες στην ερημιά που ζεις και σου ζητάει ελεημοσύνη το ίδιο το ποίημα. Άιντε, δεν είναι σωστό να μην του χαρίσεις τη φαντασία σου την πιο θυελλώδη. Θέλω να πω, ποιητές σαν τον Μουντέ, κρυμμένοι σε κάτι ωραία, νεοελληνικά περιβόλια, όλο λέξεις, ταπεινότητα και θάμπος, πιο πέρα από το ρεύμα του καιρού μετέωροι σαν κάθε γραφή, τραγουδούν για τον πόνο της ζωής και την παρηγοριά της ομορφιάς. Και έχουν ενσωματώσει πάνω στο δέρμα τους τη μορφή του άλλου. Αυτοί οι ποιητές γεννήθηκαν τον “13ο μήνα του μέσα χρόνου”.
Ο Δενδρινός, ο ζωγράφος
Αυτό που αφαιρείται από την αρχαία εξίσωση, είναι ακριβώς αυτό που επισημαίνει ο Ιωάννης Δενδρινός στον Φίλιππο Κουτσαφτή, τον μοναδικό αυτόν ερευνητή και καλλιτέχνη που αποδίδει στην “Αγέλαστο Πέτρα” του μοναδικά την Ελευσίνα που πεθαίνει.
Την πρόλαβα να ξέρετε, την πολιτεία του και την έζησα. Έχει βεβαίως πια χαθεί, θαμμένη κάτω από το μπετό του εθνικού αυτοκινητόδρομου. Μα εγώ έζησα εντός της, την πρόλαβα, όπως και τον γέρο με το κάρο στο ντοκιμανταίρ του που εμπορεύεται το γάλα. Βρίσκονται όλα εντοιχισμένα στην Ελευσίνα της μάνας μου.
“Όλοι μια κουβέντα πάλεψαν να πουν”, λέει ο αναχωρητής που “γίνεται ζωγράφος κατά λάθος”. Το ομολογεί ο ίδιος με εκείνο τον μοναδικό τρόπο που έχει η ζωή να επιβάλλει τα σχέδιά της. Καθένας βρίσκει τον εαυτό του από σπόντα, μια γωνιά του πελώρια φωτίζεται και αρκεί αυτό. Αν, λέει μια στιγμή σου φανερωθεί το θαύμα, ετούτο αρκεί. Τότε είναι που ανακαλύπτει κανείς τη λεγόμενη και μηχανική του ονείρου.
Ο Δενδρινός συνάντησε τον θεό του μες σε εκείνο το πλιθόχτιστο σπιτάκι. Ποιος είπε “κόσμος μικρός αλλά πολύτιμος” και δεν τον πίστεψαν. Πόσο αριστοκρατική στέκει η αναπαράσταση της ύλης τόσο απλά στερεωμένη, με μέτρο και με οικονομία πρωτόφαντη.
Τα έργα του κρυμμένα μες σε παλιές κασέλες, εδώ και εκεί μες στο ατελιέ του δημιουργού αποτυπώνουν τις μορφές σε πρώτο πλάνο. Θυμίζουν πορτραίτα του Χουλιαρά, μα δεν έχουν διαβεί ακόμη το όνειρο και μας κοιτάζουν με ευγνωμοσύνη, δίχως να σημαίνουν την αβεβαιότητα του βίου, καθώς στρέφει τα νώτα του προς τον ίδιο του τον εαυτό, αγροικώντας τ’αντίκρισμα, ένα στοίχημα μεγάλο.
Όλοι μια κουβέντα θέλησαν να συλλαβίσουν, ζωγράφοι και ποιητές και αγάλματα που κρατούν τον λιγοστό άνεμο του Ελύτη μες στις χούφτες τους. Ίσως αυτό να ισχύει και για τα χελιδόνια που ζουν μες στην αμεριμνησία. Λίγοι το κατάφεραν, επειδή κάτι τέτοιο εκπληρώνει ένα φανταστικό ισοδύναμο ενός μεγάλου σκοπού. Ενός, ας υποθέσουμε ολοκαίνουριου νησιού, με σπηλιές και με κάβους π’ανέρχεται στην επιφάνεια των νερών με ένα σου νεύμα. Μια Ατλαντίδα, σαν αυτήν την χαμένη, τη φανταστική που παρέμεινε το χρυσόμαλλο δέρας της αρχαιολογίας.
Πολλά παραδείγματα και αναλογίες μπορεί να βρει κανείς. Τουλάχιστον οφείλω να ομολογήσω πως μου δόθηκε η ευκαιρία να σας πως τι ακριβώς εννοώ, με την έκφραση “φανέρωμα Θεού”. Και τι βαρύτητα έχει στα αλήθεια η κουβέντα που μια ζωή προσπαθεί κανείς να ξεδιαλύνει, με μια τίμια και φυσική, προφορικότητα. Με την αναγκαία, βεβαίως υποκειμενικότητα που κάποτε όμως οδηγεί στα μεγάλα αποτελέσματα.
Χορεύτρια ετών δεκατεσσάρων
Η Άννα τον έσερνε μες στις αίθουσες της εκθέσεως. “Να κοίτα και αυτό!”, “να, και τούτο εδώ!”, “μα τι ωραίες που ‘ναι οι ζωγραφιές και τι μεγάλες!”. Δεν ήσαν μονάχα δικά της λόγια. Όλες οι παρέες περιφέρονταν ατάκτως, κάποιος σταματούσε εμπρός σε ένα έργο και όλη η διμοιρία ακολουθούσε. Μπουλούκια οι άνθρωποι εμπρός στα έργα που έχουν χίλιους τρόπους για να μας μιλούν. Μόνον τα μεσημεριάτικα τα τελωνεία του Τσαρούχη δεν τ’άντεξε. Και ίσως να μην της άρεσε ετούτη η σιωπή, ο ίσκιος που τεμάχιζε τα πάντα. Εκείνη θα προτιμούσε για πάντα τον φανταστικό και ονειροπόλο ποδηλάτη του καθώς διαβαίνει μέσα από τα χρόνια.
Τίποτε από όλα αυτά δεν είπε, στην διπλανή αίθουσα χάθηκε για μια στιγμή και πίσω της πέρασε το πλήθος. Θα ξανανταμώσουν ίσως μέσα από άλλους δρόμους οι δυο τους. Και έμεινε μονάχος του εκείνος εμπρός στη μικρή χορεύτρια του Ντεγκά.
Έφερε μια βόλτα τριγύρω το γλυπτό και θαύμασε την αυθεντική κορδέλα των μαλλιών της, τα βουτηγμένα στο κερί μέλη, τα εκφραστικά μάτια, τα συναισθήματα ενός παιδιού. Του φάνηκε τόσο ζωντανή πίσω από το τζάμι της προθήκης. Του φάνηκε ακόμη πως τον κοιτούσε με την αφέλεια ενός κοριτσιού που βρίσκεται κιόλας τόσο μακριά από τον αιώνα της.
“Μια νύχτα που θα ‘χουν κλείσει όλοι οι δρόμοι, στο υπόσχομαι πως θα’ρθώ. Δεν θα με περιμένεις, επειδή την αγάπη ποτέ και κανείς δεν την υπολόγισε. Θα σε πάρω από το χέρι, εσύ θα φέρνεις τις στροφές που σ’αρέσει, η φούστα σου, σκέτη λεπτότατη δαντέλα, σαν κάπως θα σαλέψει, η κορδέλα σου θα ζωντανέψει, ίσως μια στάλα από τα μαλλιά σου να γλιστρήσει μέσα από την αυστηρότητα των πραγμάτων και του χρόνου. Μες στους διαδρόμους θα χορέψουμε μαζί εκείνο το βαλσάκι. Και το πρόσωπό σου ρόδινο θα φανεί σαν πρώτα. Και δεν θα ‘χεις πια την ανάγκη του θαυμασμού που δείχνουν οι άνθρωποι στα έργα της τέχνης. Εσύ θα ‘σαι μια κούκλα ζωντανή, ένα κορίτσι δεκατεσσάρων ετών που αποβλέπει στην ζωή και το φως, όπως ένας αληθινός καλλιτέχνης. Στο υπόσχομαι πως θα έρθω και δεν θα υπάρχουν τότε πράγματα ακατάληπτα, μόνον μια αντιστοιχία ηθική”.
Η Άννα φάνηκε εμπρός του. Ήθελε να του δείξει τον ομιχλώδη καθεδρικό στην επόμενη θεματική αίθουσα. Ο πίνακας δέσποζε, μα στο νου του είχε ριζώσει μια μικρή στιγμή ευτυχίας, σαν αυτές που γυρεύει κοινό και δημιουργός μελετώντας το αστείρευτο πιθανολόγιο της φαντασίας μας.
Έπειτα από λίγο η Άννα προφασίστηκε μια αδιαθεσία. Καθώς βγαίνανε κοίταξε τη μικρή χορεύτρια. Συλλογίστηκε τον όρκο που δεν τήρησε, τα ψεύτικα τα λόγια, τη μοναξιά της. Δεν θα μπορούσε τίποτε να κάνει και μένοντας λίγο παραπίσω από την παρέα, έκλαψε δειλά, μετά από σχεδόν δυο δεκαετίες. Τότε ήταν που απέκτησε μια δεύτερη όραση για να ‘χει να κοιτάζει. Δεν είπε τίποτε επειδή όσα συλλογιζόταν του φάνηκαν απέραντα.
Απόστολος Θηβαίος
