Λογοτεχνικό παράδοξο

© Carl De Keyzer

Για την πυρετώδη καταδίωξη και τη γνώση,
για τον εξαίσιο φόβο.
Στα ηχεία “ούτε που ρώτησα”
να λέει την αλήθεια
για κάθε χαμένη πιθανότητα.
Κατά τα άλλα, εδώ νυχτώνει.
Σου γράφω στοπ, έτσι τηλεγραφικά
με ένα μονοσύλλαβο που ανήκει
στις τάξεις του
έρωτα.

 

Oι ήρωες έφταναν από όλους τους δρόμους. Παντού μπορούσες να τους αναγνωρίσεις, είχαν το σφάλμα για σημαία τους. Τους φέρνω καμιά φορά στο νου μου, στο λιμάνι μιας φανταστικής πολιτείας που ποζάρουν στις πολαρόιντ και δίπλα παίζουν οι συμφωνικές. Δες τους που φθάνουν περήφανοι και ωραίοι, λέει μέσα από τα μεγάλα έργα, όσα υπερασπίστηκαν τη φαντασία και την ανθρωπιά μας, όσα γεννηθήκανε μες στις φωτιές του αιώνα και άντεξαν το φορτίο του χρόνου. Σεβάσμια τώρα περνούν πλάι μας, εμείς αδιαφορούμε μα οι ήρωες των μυθιστορημάτων που αγαπήσαμε ζουν εντός μας, από τη δική μας ζωή δανείζονται. Αυτό το πάθος που τόσο τους εστοίχισε μες στις ιστορίες τους, αυτό ακριβώς κάθε φορά από την αρχή το γεύονται. Για αυτούς ετούτη είναι η γεύση της ζωής και άλλο δεν υπάρχει. Αιώνια περνούν φλεγόμενοι μέσα από τις σελίδες των βιβλίων, πεθαίνουν και σκοτώνουν από αγάπη, οι πράξεις τους έχουν μια προέκταση ως μες στις ζωές μας, τις πιο προσωπικές.

Πόζαρα και εγώ με την ωραία μου στολή, θέλοντας παράφορα κάτι μεγαλειώδες να ζήσω, έτσι για το ονόρε. Πιο παλιός από όλα τα φεγγάρια, ένας αρχαίος ήρωας στην κορυφή του έρωτά του. Τίποτε λιγότερο.

Και πλάι μου η Αλίκη και ωραίο, καπιτονέ το παραβάν του δειλινού. Εδώ πέφτουν το ψεύτης ντουνιάς και άλλα αναθέματα λαϊκά, σαν προσευχές ειπωμένα.

Επρόκειτο παράφορα να αγαπηθούμε με το σπιτάκι μας και τον ανθισμένο του κήπο και τη γαλήνη του. Έτσι τα φαντάστηκα όλα, σαν το χάδι της μάνας μου, για να καταλάβετε την αίσθηση σας το λέω. Με τις συγκινήσεις το τακτοποίησα το ζήτημα, μπορώ άφοβα και εγώ να μιλώ πια. Ήμουν έτοιμος να αρπάξω το δικό μου μερίδιο, που λέτε στο θαύμα.

Μα η Αλίκη είχε άλλα σχέδια. Καμωμένη για τα ανήκουστα, δεν ήξερε πού να βάλει τα δυο της τα χεράκια. Πανέρι δεν είχε , στον κόσμο τίποτε. Αλίκη, πού πας;, ρώτησα με αφέλεια αιωνίων εραστών, ρομαντικών ως το αποκορύφωμα της μελαγχολίας. Επανέλαβα, πιο αποφασιστικά αυτή τη φορά, Αλίκη, σου μιλώ, πού πας; Μα δεν πήρα απάντηση, μόνο τα μαλλάκια της τα ξανθά ξεχώρισα, στάχυ ζωντανό κάτω στην πλαγιά, πλάι στον αυτοκινητόδρομο. Θα μπορούσε να ήταν ένα ποίημα, μα στα αλήθεια υπήρξε εκεί εμπρός στα μάτια μου, σαν μια τέχνη που συμβαίνει.

Εκεί ακριβώς, εμπρός στα μάτια μου αντάμωσε τον στρατιώτη. Είχε στο πέτο του ένα κόκκινο σήμα και τη λαχτάρα μες στα μάτια του. Τρέξε, της είπε και χάθηκαν μαζί με τις ύστατες δυνάμεις της εβδόμης μεραρχίας. Όλα θα περνούσαν στην ιστορία και μόνον οι δυο τους θα επιβίωναν του φοβερού κινδύνου.

Ο νέος, μες στην οδύνη του πανικού του σταμάτησε μες στη θύελλα. Βαθιά την κοίταξε, τίποτε να μην ξεχάσει. Ο στρατιώτης λέει ερχόταν από ένα μεγάλο μυθιστόρημα, ξοπίσω του θάνατος και τρυφερός ανθός. Κανείς δεν του’πε πως θα πέφτανε βροχή οι βόμβες, πως μες στην αστραπή θα μπαίνανε τα καλύτερα παιδιά του αιώνα. Κανείς δεν του ‘πε και έτσι ο νέος που τώρα κρατούσε πίσω του σαν λάβαρο την Αλίκη των θαυμάτων, όνειρο και αυτή από άλλο κόσμο παραμυθένιο, ρίχτηκε μες στο πεδίο της βολής. Εμπρός κρατούσε την ξιφολόγχη ή και τίποτε, με τα γυμνά του χέρια ξεφύλλιζε τα χρόνια, μια υγρασία στις σελίδες είναι ο ιδρώτας στο μέτωπό του, ο ιδρώτας της επιβίωσης όταν παντού κερδίζει ο θάνατος, παράφορος και εξουσιαστικός, με αυτήν την επικίνδυνη την αμεριμνησία του.

Αφού περάσανε τα χρόνια εγώ, με τη μεγάλη μου στολή, των λέξεων ο άστεγος, επισκέφτηκα τον τόπο που πέθανε η Αλίκη μου. Είχε έρθει ο Απρίλης και όλο το σύμπαν μάτωνε. Εκεί, ανάμεσα στα άλικα που ζουν μονάχα για λίγο, ξεχώρισα το μνήμα της. Ένα σκισμένο κομμάτι ουρανός, κάτι από τη φόδρα του φουστανιού της π’ανέμισε για λίγο και εχάθη. Λέξεις. Ετούτα ήσαν τα σημάδια που έβαλε ο καιρός για να την βρίσκω.

Έσκυψα να φιλήσω το χώμα που την κοιμίζει. Τότε φύσηξε άνεμος ξαφνικός, μια δροσιά κρυμμένη μες στους θάμνους σάρωσε το ξέφωτο. Ο καιρός σκοτείνιασε και τότε μες στο σκηνικό της καταιγίδας φάνηκε ο παλιός εκείνος στρατιώτης. Περνούσε λέει σαν κομήτης, είκοσι εννέα περιφορές γύρω από το ξεχαρβαλωμένο σύμπαν και έπειτα η αιωνιότητα, μια ακεραιότητα που δεν επιδέχεται καμιάς βεβαιότητας.

Αρκεί αυτό που αποκαλύπτει η τέχνη όταν ακολουθεί έναν αντίθετο δρόμο, από τον κόσμο προς την καρδιά του ανθρώπου. Του δίνει εκείνη την αφορμή που τον κρατάει όρθιο εμπρός στο τρομερό, του δίνει λίγο θάρρος μες στο παγούρι του, ένα κόκκινο σήμα καρφώνει στη στολή του. Για την τόλμη του, για την πυρετώδη καταδίωξη και τη γνώση, για τον εξαίσιο φόβο, για το χρόνο που διαστέλλεται ενώπιον του, οπλισμένος με την ηχώ χαμένων παρακείμενων του δίνει κάτι για να ‘χει να ξεδιψάει στις μεγάλες του τις ερημιές.

Σκέφτηκα πως η Αλίκη βρίσκεται σε καλά χέρια πια. Μια άλλη καινούρια, κάπου ονειρεύεται, κάπου πενθεί και κάπου αγαπάει. Κάπου φοράει τα μπλου τζην της και ορμάει έξω στην πόλη για να μάθει καλύτερα να αγαπάει. Δεν ξέρει ακόμη για τι θαύματα είναι ικανή. Όμως αυτή είναι μια άλλη ιστορία, τόσο αμφίβολη όσο και η πόλη όταν πεθαίνουν τα απογεύματά της, το ένα μετά το άλλο.

Τα μονοσέλιδα
Μέρη που χάσανε τη μαγεία τους
Σωτήρης Κακίσης
1985

[…στα ηχεία, Yann Tiersen – La Dispute…]

Είναι κάτι φορές που πέφτεις πάνω στην αλήθεια. Την τρακάρεις σε μετωπική σύγκρουση που λένε. Και τότε, ακόμη και αν φοράς ζώνη ασφαλείας, εκτοξεύεσαι έτη φωτός στο εσωτερικό του εαυτού σου.

Η αλήθεια σπανίζει σήμερα. Συνιστά είδος υπό εξαφάνιση. Σαν την τίγρη των Ιμαλαίων και την πολική αρκούδα και ένα σωρό κυνηγημένα πλάσματα που παλεύουν για την επιβίωση τους. Είναι το ασυμβίβαστο της εποχής μας με την αλήθεια που αναγκάζει τους νομοθέτες να μην την λαβαίνουν υπόψη. Και έτσι η δικαιοσύνη που έμελε κάποτε – τι ψέμα!- να περάσει στα χέρια των ανθρώπων, καθίσταται υπόθεση της τέχνης.

Στην περίπτωση της λογοτεχνίας δε, το πράγμα δυσκολεύει πολύ αφού πρέπει με λέξεις, κάτι ανυπόφορες συμβάσεις δηλαδή, να σκιτσάρεις την εποχή ή την καρδιά σου. Οι περισσότεροι τα χάνουν, ξεχνιούνται μες στη φαντασία τους, σε λίγο παροπλίζονται, μιλούν μια άλλη γλώσσα, οι άλλοι τους βλέπουν να κινούν τα χείλη μα δεν υπάρχει φωνή. Όπως ακριβώς επιβάλλεις το νόμο της σιωπής στο βραδινό εκφωνητή που κάνει την εμφάνισή του περί την ογδόη βραδινή.

Άντε τώρα να βρεις τη μουσική και τη μορφή, συνδυασμένα με το ελάχιστο εκείνο συγκολλητικό υλικό. Αυτό που δεν συνιστά παράγωγο του πετρελαίου ευτυχώς, μα ουσία θαυματουργή της φύσεως. Κόντρα στην άδολη επίθεσή της που γράφει και ο Κακίσης από “Τα μέρη που χάσανε τη μαγεία τους”. 1985 και το κορίτσι ασπρόμαυρο κρύβοντας την ψυχή της πίσω από ένα πλατύγυρο ψάθινο των καλοκαιρινών μας μεταμφιέσεων, ίσως να είναι η Μαρία. Η Μαρία η Μήτσορα, απομεινάρι μιας γνήσιας ποιότητας που ‘χει να κάνει με τις αλήθειες μας.

Όσοι κατορθώνουν να επιβιώσουν μες στις φριχτές συνθήκες, όσοι στους κινδύνους απαντούν με τη χτενισιά της θύελλας, δεν κάνουν τίποτε περισσότερο από το να φωτίζουν τον κόσμο. Τον βάζουν κάτω από την ανοιξιάτικη λάμπα τους, τον μελετούν παίζουν με τις σκιές ώσπου να φανερωθούν τα άλογα του Βελάσκεθ που είναι πιο αληθινά – το είπε ο Παπαγιώργης και έχει την αξία του. Πιο αληθινά και από εκείνα του ιπποδρόμου που παίρνουν τη στροφή και πέφτουν βροχή τα πονταρίσματα, τα κλειδιά αλλάζουν χέρια και η δυστυχία μαζί με τη σκόνη σου τρώει τα ρουθούνια.

Την αλήθεια, λέει την πετυχαίνεις αν τύχει και ακούσεις τη μουσική σε ότι και αν ονειρευτείς. Τότε έχεις κάνει ένα βήμα προς την πλευρά της, θα μπορούσε να πει κανείς πως αργά ή γρήγορα θα τη βρεις. Εννοείται πως λέγοντας αλήθεια δεν εννοούμε ένα στεγνό ορθολογισμό που μας αρπάζει από τα μούτρα σε κάθε μας βήμα. Αλήθεια είναι να ζούμε σε έναν κόσμο γεμάτο ανθρώπους που τα καταφέρνουν άσχημα. Και προσπαθούν ξανά και ξανά ώσπου να αποτύχουν καλύτερα. Έτσι ακούστηκε στους διαδρόμους του γηροκομείου και έσβησε τ’άστρο. Την αλήθεια άμα μιλάμε για λογοτεχνίες και τα τοιαύτα τη βρίσκει κανείς αν η τέχνη πάψει να είναι αυτοαναφορική, σαν λέξη σύνθετη που προδίδει ένα είδος παθολογίας.

Αλήθεια να ξέρεις είναι όταν μες στα κλισέ του δίσκου που κόλλησε σε ένα μέλλον αθεράπευτα παρατεταμένο, κάτι σαν αιωνιότητα, τα αυλάκια χάνονται. Και η βελόνα διαβάζει τα σημάδια του καιρού που είναι λέξεις γραμμένες στο κύμα. Αλήθεια είναι να επανορθώνεις, να επεμβαίνεις στην ζωή, πρώτα στη λήθη σου, κρατώντας όμως αδιαλείπτως το νήμα του ονείρου.

Θα μου πεις, όλα αυτά μοιάζουν ανώδυνα και πληκτικά. Θα συμφωνήσω μαζί σου και θα σε παραπέμψω στο κορίτσι που ποζάρει, ποιος ξέρει σε ποια δεκαετία. Τριγύρω πετούν οι λέξεις όπως μες σε δωμάτιο ποιητικό, κάτι αδιόρατο που ισοδυναμεί με σθένος και μυστήριο και δόξα μυστική της ζωής. Ένα αίνιγμα του αίματος, κάτι τόσο κλασικό, επειδή σαν ατμόσφαιρα με αφορά.

Θα σε παραπέμψω στις Παλιές Ιστορίες του Σωτήρη Κακίση. Εκδόσεις Αιγαίον και Κουκίδα επιμελούνται όσα έχει να μας πει το εκφραστικό και ατημέλητο κορίτσι του Γιώργου Σταθόπουλου. Τίποτε το προμελετημένο δεν σχετίζεται με την κούκλα του εξωφύλλου, τίποτε που δεν φωτίζει κάθε λέξη, κάθε στιγμή.

Αλήθεια είναι πως όταν μένει κανείς μονάχος μες στο δωμάτιο με τα ποιήματα πανικοβάλλεται. Και εξίσου αλήθεια είναι πως όταν κανείς πονέσει, τότε και μόνο τότε μπορεί να γράψει.

Αυτό εννοώ.

Α.Θ