
ISBN: 978-960-589-245-6
Σελίδες: 206
Σχήμα: 12 × 20.5 cm
Ετος έκδοσης: 2025
Γράφει η Βίκυ Κατσαρού
«Και ευτυχώς, όλα έδειχναν πως για χάρη του έγινα Αριάδνη και Μινώταυρος μαζί».
Τσεκ εδώ.
Θα μπορούσα ίσως να σταματήσω ήδη σ’ αυτή τη φράση, γιατί μέσα της υπάρχει σε μικρογραφία σχεδόν ολόκληρος ο κόσμος του βιβλίου: η επιθυμία να πλησιάσουμε έναν άλλον άνθρωπο τόσο πολύ, ώστε τα όρια ανάμεσα στο ποιος σώζει και ποιος σώζεται, ποιος οδηγεί και ποιος χάνεται, ποιος κρατά το νήμα και ποιος κατοικεί στον λαβύρινθο, να αρχίσουν να συγχέονται.
Η γυναίκα εδώ δεν είναι απλώς η Αριάδνη που κρατά το νήμα, περιμένει, καθοδηγεί και σώζει κάποιον άλλον από τον λαβύρινθο. Είναι ταυτόχρονα και ο Μινώταυρος: το πλάσμα μέσα στον λαβύρινθο, το άγριο, το σκοτεινό, το σωματικό, εκείνο που οι άλλοι φοβούνται και θέλουν να περιορίσουν. Είναι εκείνη που σώζει και εκείνη που χρειάζεται σωτηρία, εκείνη που γνωρίζει την έξοδο και εκείνη που κατοικεί στο έρεβος, το νήμα και το τέρας μαζί.
Και το «για χάρη του έγινα» έχει κάτι πολύ ερωτικό. Σαν η σχέση με τον άλλον να της επιτρέπει να αναγνωρίσει ως δικά της δύο κομμάτια που συνήθως ζητούν από μια γυναίκα να κρατά χωρισμένα, την τρυφερότητα και την αγριότητα, τη φροντίδα και την επιθυμία, αυτό που προστατεύει και αυτό που μπορεί να κατασπαράξει. Αυτή η Αριάδνη δεν χρειάζεται να εξημερωθεί για να αγαπηθεί. Χωρά ολόκληρη μέσα στην αγάπη.
Κάπου εκεί το βιβλίο περνά από τον έρωτα στη μητρότητα – ή, μάλλον, δείχνει πως στη δική του μυθολογία τίποτα δεν βρίσκεται πραγματικά μακριά από τίποτε:
«Η μητέρα μου πίστευε ότι τα μωρά, όταν γεννιούνται, ξέρουν όλα όσα πρόκειται να τους συμβούν μέχρι το τέλος της ζωής τους. […] Γι’ αυτό πίνουν γάλα τόσο αχόρταγα, βιάζονται να μεγαλώσουν για να μιλήσουν και να πουν στους γονείς τους όλα όσα πρόκειται να συμβούν. […] Στις σαράντα μέρες, τα βρέφη χάνουν αυτή τη γνώση και συνεχίζουν να ζουν σαν να μην την είχαν ποτέ».
Την ώρα που το διαβάζω έχω τις κόρες μου, βρέφη, στην αγκαλιά μου. Και η εικόνα του βιβλίου είναι πανέμορφη, αλλά σπαρακτική. Σπαρακτική ακριβώς επειδή η γλώσσα έρχεται πολύ αργά, όταν αυτή η υποτιθέμενη γνώση έχει πια χαθεί. Ο γονιός μένει έτσι να κρατά στην αγκαλιά του ένα πλάσμα που, σύμφωνα με τον μικρό μύθο του βιβλίου, γνωρίζει ήδη ολόκληρη τη ζωή που εκείνος εύχεται μόλις να αρχίζει.
Κι εγώ τις κοιτάζω και σκέφτομαι… να μπορούσα να μπω για λίγο μέσα στη σιωπή σας και να σας ρωτήσω τι ξέρετε, μικρά μου, που εγώ έχω ξεχάσει; Τι πρέπει να κάνω;
Ίσως γι’ αυτό έχει τόση σημασία η γλώσσα μέσα στο βιβλίο. Επειδή οι άνθρωποί του θέλουν διαρκώς να κάνουν το αδύνατο, να μεταφέρουν ακέραιο κάτι που υπάρχει μέσα τους στο εσωτερικό ενός άλλου ανθρώπου.
«Ήταν από αυτές τις ιστορίες που δεν μπορείς να πεις, μόνο να γράψεις. Γιατί, αν οι λέξεις έβγαιναν από το στόμα μου […] πώς θα ήμουν σίγουρη ότι δεν θα στέκονταν στον λαιμό του προκαλώντας του πνιγμό μέχρι θανάτου;»
Εδώ έχω μια μικρή ένσταση.
Κάποιες φορές θέλεις με τα γραπτά σου να προκαλέσεις ακριβώς τον πνιγμό του αγαπημένου. Να τον κατακλύσεις. Να μην μπορεί να διαβάσει όσα του έγραψες και ύστερα να συνεχίσει ατάραχος τη μέρα του. Αφού εγώ πλημμύρισα από εσένα, ας πλημμυρίσεις για λίγο κι εσύ από εμένα.
Και η πλημμύρα έρχεται κυριολεκτικά λίγες σελίδες αργότερα:
«Είμαι ολόκληρη ένα σώμα τρυφερότητας. Μέσα μου, σε υγρή μορφή, ρέουν χάδια, αγγίγματα ανεπαίσθητα, φιλιά […] Το θέμα είναι, ξέρεις, ότι όλο και πιο συχνά πλημμυρίζω […] Σε κάθε υπερχείλιση, με καταλαμβάνει ένα αίσθημα ματαιότητας, αφού ούτε το πάτωμα ούτε τα πλακάκια ανθίζουν».
Και παρακάτω:
«Κάθε φορά που η στάθμη ανεβαίνει, σωτήρια θα ήταν η παρουσία σου, γιατί τότε θα ενωνόμασταν σαν συγκοινωνούντα δοχεία και τα υγρά του ενός θα διοχετεύονταν μέσα στον άλλο -και αντιστρόφως- ανακουφίζοντάς μας».
Αυτό το κομμάτι με βρήκε ακριβώς εκεί όπου είμαι περισσότερο ευάλωτη. Γιατί εδώ η ευαλωτότητα δεν είναι έλλειψη δύναμης αλλά περίσσευμα. Η αφηγήτρια κινδυνεύει να σπάσει επειδή έχει μέσα της πάρα πολλά. Πάρα πολλή τρυφερότητα, πάρα πολλή επιθυμία, πάρα πολύ εαυτό που ζητά να δοθεί κάπου.
Τι ανάγκη ε; Να έχεις τόσο πολύ εαυτό που ζητά να δοθεί κάπου.
Και ο άλλος δεν καλείται ακριβώς να τη «σώσει». Καλείται να γίνει συγκοινωνούν δοχείο. Να υπάρχει ένας τόπος όπου μπορεί να διοχετευτεί ό,τι υπερχειλίζει χωρίς να πηγαίνει χαμένο.
Μόνο που τα συγκοινωνούντα δοχεία είναι ίσως το πιο όμορφο και συγχρόνως το πιο επικίνδυνο όνειρο του βιβλίου. Γιατί, αν δύο άνθρωποι επικοινωνήσουν απολύτως, τι απομένει από τα όριά τους;
Το ερώτημα επιστρέφει αλλιώς στις «Βόλτες», εκεί όπου η Καρίνα και ο Παύλος μοιάζουν να παλεύουν όχι τόσο ο ένας με τον άλλον όσο με τις ίδιες τις λέξεις. Μιλούν για την επικοινωνία ενώ επικοινωνούν, ερμηνεύουν τις ερμηνείες τους, παρεξηγούν, διορθώνουν, ζητούν διευκρινίσεις. Κάποια στιγμή φτάνουν ακόμη και στην επιθυμία να καταργήσουν τις λέξεις.
Κι εδώ βρίσκεται μια από τις ωραιότερες αντιφάσεις του βιβλίου. Οι λέξεις είναι αυτό που διαθέτουμε για να φτάσουμε στον άλλον και συγχρόνως αυτό που μας υπενθυμίζει ότι δεν μπορούμε ποτέ να φτάσουμε εντελώς μέσα του. Αν μπορούσαμε να μεταγγίσουμε απευθείας ο ένας στον άλλον τη σκέψη, την επιθυμία, τον φόβο, δεν θα χρειαζόμασταν γλώσσα. Η γλώσσα υπάρχει ακριβώς επειδή ανάμεσά μας υπάρχει απόσταση.
Και ίσως γι’ αυτό η γραφή αποκτά εδώ τέτοια σημασία. Το επίμονο «Γιατί δεν γράφεις;» δεν ακούγεται μόνο σαν ερώτηση για τη συγγραφική δημιουργία. Ακούγεται σχεδόν σαν υπαρξιακή εντολή. Τι θα κάνεις με όλα αυτά που δεν χωρούν αλλιώς; Πού θα βάλεις όσα δεν μπορούν να ειπωθούν; Πώς θα αντέξεις τον εαυτό σου αν δεν του δώσεις μια μορφή έξω από εσένα;
Κι ύστερα:
«Ύστερα κάνω ένα μπάνιο να ξεπλυθώ από εμένα […] Κι έτσι αποκοιμιέμαι με ένα σωσίβιο στην αγκαλιά. […] “Η τρυφερότητά σου είναι η μεγαλύτερή σου δύναμη”. Και ήταν το βλέμμα σου η πιο ζεστή πετσέτα που με τύλιξε ποτέ».
Το «να ξεπλυθώ από εμένα» είναι ίσως από τις φράσεις που θα κρατήσω περισσότερο.
Γιατί κάποτε γίνεται κουραστικό ακόμη και να είσαι εσύ. Να κατοικείς αδιάκοπα στο ίδιο κεφάλι, να ακούς την ίδια εσωτερική φωνή, να κουβαλάς τις ίδιες μνήμες, τους ίδιους φόβους, τις ίδιες επιθυμίες. Και επειδή κάποτε μας έμαθαν πως για να προστατευτούμε πρέπει να σκληρύνουμε, μου αρέσει ένα βιβλίο που προτείνει σχεδόν το αντίθετο. Δύναμη δεν είναι να πάψεις να πληγώνεσαι. Είναι να παραμένεις τρυφερός παρόλο που μπορείς να πληγωθείς.
Αυτή η προσωπική μυθολογία συνεχίζει να απλώνεται παντού. Στο χώμα, στα δάκρυα, στη θάλασσα, στο σώμα:
«Το χώμα δεν είναι στη χούφτα μου, είναι στα μάτια μου, τρέχουν λάσπη τα δάκρυα, φυτρώνουν ζουμπούλια στα μάγουλά μου […] ήμουν πηλός στα χέρια σου και πήρα το σχήμα της σιωπής».
Και λίγο μετά το χώμα γίνεται άμμος, η άμμος θάλασσα και η θάλασσα μήτρα:
«[…] θέλω το κεφάλι μου να είναι μια αμμουδιά, αλμυρή, φιλόξενη και υγρή, μια μήτρα θαλασσένια που μπορεί να σε φέρει στη ζωή […]»
Οι εικόνες του βιβλίου θυμούνται η μία την άλλη. Αυτό είναι ίσως που μου αρέσει περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο χτίζει τον κόσμο του. Τίποτα δεν μένει ακριβώς αυτό που ήταν. Το χώμα γίνεται σώμα, το σώμα θάλασσα, η θάλασσα μήτρα, η τρυφερότητα υγρό, η αγάπη πλημμύρα, η σκέψη γίνεται σώμα και το σώμα επιστρέφει στη σκέψη. Σαν να μην υπάρχουν στεγανά ανάμεσα στο υλικό και το ψυχικό.
Και όλα επιστρέφουν διαρκώς στο ίδιο όριο. Πού τελειώνω εγώ και πού αρχίζεις εσύ;
Γι’ αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία ότι ακόμη και η μητέρα παύει κάποτε να είναι απλώς «η μητέρα»:
«Όταν είσαι παιδί, δεν μπορείς να φανταστείς ότι η μάνα σου δεν είναι μόνο η μάνα σου, ότι έχει άλλες σκέψεις και ανάγκες πέρα από εσένα, ότι κάποτε ήταν αυτή το παιδί μιας μάνας, ότι ζούσε πριν από εσένα».
Μια από τις πιο ήσυχες και πιο σκληρές ενηλικιώσεις, να αντιληφθείς ότι η μητέρα σου είχε μια ολόκληρη ύπαρξη πριν γίνει η μητέρα σου. Ότι ο άνθρωπος που κάποτε θεωρούσες περίπου προέκταση του εαυτού σου ήταν πάντοτε ένας άλλος άνθρωπος.
Και, διαβάζοντάς το τώρα ως μητέρα, το νιώθω να λειτουργεί και από την άλλη πλευρά. Ένα παιδί έρχεται και σε ονομάζει εκ νέου. Σε κάνει «μαμά». Αλλά κάτω από αυτή τη νέα λέξη εξακολουθεί να υπάρχει ολόκληρος ο προηγούμενος άνθρωπος, εκείνος που ερωτεύτηκε, φοβήθηκε, έγραψε, ζήλεψε, επιθύμησε, έκανε λάθη, ήθελε να φύγει και ήθελε να μείνει. Η μητρότητα δεν τον εξαφανίζει. Του προσθέτει έναν ακόμη κόσμο.
Κρατάω και δύο μικρές φράσεις:
«Η θλίψη που προκαλείς σε ένα αγαπημένο πρόσωπο είναι ένα σάπιο φρούτο που τρως για να τιμωρήσεις τον εαυτό σου».
Και:
«Η παρηγοριά είναι ο μόνος κοινός τόπος για όλα τα ζωντανά πλάσματα».
Ίσως τελικά η παρηγοριά να είναι ακριβώς αυτό: ένας κοινός τόπος χωρίς την ψευδαίσθηση ότι γινόμαστε ένας άνθρωπος. Να μπορώ να έρθω όσο γίνεται πιο κοντά σου χωρίς να χρειάζεται να γίνω εσύ. Να μπορώ να σε αγγίξω χωρίς να σε καταλάβω ολοκληρωτικά. Να σε αγαπήσω χωρίς να σε καταπιώ και χωρίς να εξαφανιστώ μέσα σου.
Γιατί μέσα από όλη αυτή την προσωπική μυθολογία -Αριάδνες και Μινώταυρους, μωρά που γνωρίζουν το μέλλον και ύστερα το ξεχνούν, σώματα που πλημμυρίζουν, χώμα που γίνεται πηλός, θάλασσες που γίνονται μήτρες, λέξεις που πνίγουν και λέξεις που σώζουν, ανθρώπους που θέλουν να μπουν ο ένας μέσα στον άλλον- ένα ερώτημα μου φαίνεται πως διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο, βαθιά ερωτικό και βαθιά υπαρξιακό:
Πόσο κοντά μπορείς να φτάσεις σε έναν άνθρωπο χωρίς να πάψεις να είσαι εσύ;
Και ίσως ακόμη:
Πώς αγαπάς κάποιον χωρίς να του ζητήσεις να γίνει εσύ;
Όλα αυτά ακούγονται πολύ ωραία μέχρι να ερωτευτείς ολοκληρωτικά και παράφορα. Γιατί τότε τα σύνορα γίνονται κάπως γελοία πράγματα. Δεν ξέρεις ακριβώς πού τελειώνεις εσύ και πού αρχίζει ο άλλος, ποια σκέψη ήταν πρώτα δική σου, ποια λέξη την έφερε εκείνος μέσα σου, ποιο κομμάτι του σώματός σου εξακολουθεί να σου ανήκει αποκλειστικά. Θέλεις να γίνεις πλημμύρα, μήτρα, Αριάδνη και Μινώταυρος μαζί. Θέλεις, έστω για λίγο, να καταργηθεί αυτή η καταραμένη απόσταση που κάνει δύο ανθρώπους δύο.
Το παράλογο του έρωτα είναι να ξέρεις πολύ καλά ότι δεν μπορείς να γίνεις ο άλλος και παρ’ όλα αυτά το επιχειρείς.
Μέχρι που, αν ερωτευτείς αρκετά ολοκληρωτικά και αρκετά παράφορα, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να καταλήξεις κι εσύ με λάθος κεφάλι.
Τι να πω.
Μάλλον κι εγώ θα επέλεγα να γίνω Ρατ.
Ή μπορεί και όχι.
Η ζωή θα δείξει.
Η Βίκυ Κατσαρού είναι ποιήτρια, συγγραφέας, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων. Έχει εκδώσει πέντε ποιητικά βιβλία.
