
Η Πράγα δεν είναι καθόλου άσχημη
Τώρα πια δεν αγαπάει τον άντρα της. Το έχει παραδεχτεί στον εαυτό της και σε μια καλή της φίλη. Ωστόσο, φοβάται ότι το μυστικό θα διαρρεύσει και ο φόβος την έχει γεράσει. Ή πάλι στέκει ως καταλύτης των πραγμάτων, πάει να πει μια δύναμη που μπορεί να επιταχύνει τη ζωή.
Κάθε πρωί μαγειρεύει, ξεσκονίζει, τηλεφωνεί στο χωριό, ξεσκονίζει από την αρχή διότι η σκόνη τρυπώνει από ρωγμές και εσοχές που θεωρούσες ερμητικές. Ύστερα, πλυντήρια, τα συνθετικά στους τριάντα, τα ασπρόρουχα μονάχα τους, κάθε πλυντήριο και η απλώστρα του. Μαζεύει τα στεγνά και βάζει τα καινούρια, σέρνοντας μια αβάσταχτη λεκάνη με ρούχα. Αποφεύγει να συλλογίζεται πως το μυστικό της κινδυνεύει, μα αυτή είναι η αλήθεια.
Έπειτα ξεσκονίζει λίγο ακόμη, ρίχνει μια ματιά στο φαγητό, κάτι έχει ξεχάσει. Τα κάνει όλα βιαστικά για να ‘χει χρόνο να συλλογιστεί το λάθος της. Που το είπε σε εκείνη τη φίλη της και τώρα τρέμει πως όλος ο κόσμος θα μάθει τόσο μα τόσο γρήγορα πως δεν αγαπάει τον άντρα της.
Μοναδική της παρηγοριά τα ντοκιμαντέρ που παίζει σε επανάληψη ανάμεσα σε μεσημεριανές εκπομπές με ραντεβού στα τυφλά και απόδοση δικαιοσύνης. “Ταξίδι στην Πράγα”, επειδή λέει η τσέχικη πρωτεύουσα δεν είναι καμιά της σειράς και εξακολουθεί να συγκεντρώνει πλήθος τουριστών από κάθε γωνιά του κόσμου. Όλοι τους διαβαίνουν τις πύλες του μουσείου Φραντς Κάφκα, νιώθουν από πρώτο χέρι τι σόι πράγμα είναι αυτή η παράλογη δικαιοσύνη, ασφυκτιούν και παραδέχονται πως η Πράγα δεν είναι και τόσο όμορφη.
Ως αργά το βράδυ, ξεσκονίζει με ρυθμό, σερβίρει και πλένει τα πιάτα, ντύνεται προκλητικά, κάνει έρωτα στα γρήγορα, μαγειρεύει με φόντο τις ιαχές των φιλάθλων όταν αρχίζει το ματς. Υπάρχει όμως μια ώρα, μια τόση δα ώρα μες στη μέρα που δεν την χτυπούν και δεν της κουρελιάζουν την προσωπικότητα, υπάρχουν ώρες που παύει να είναι η γυναίκα που είναι και μεταμορφώνεται σε αυτό που ονειρεύτηκε. Μια τόση δα μελανιά κάτω από το βλέφαρό της αφηγείται όλα όσα δεν τολμάει να ομολογήσει. Πρέπει να την πονάει αλλιώς θα ξεχάσει και έτσι όλο επιστρέφει στο γνώριμο τραύμα.
Παρακολουθεί σε λούπα για μια τελευταία φορά το ντοκιμαντέρ. Η Πράγα τελικά μοιάζει τόσο μα τόσο όμορφη το βράδυ και εκείνη θα μπορούσε να βρίσκεται τώρα δα εκεί, με ένα κατακόκκινο κραγιόν, μακριά από συγγενείς και φτερά ξεσκονίσματος και ποταπές συμπεριφορές που την πληγώνουν.
Το πρωί εκείνος την ψάχνει. Φωνάζει για τον καφέ του. Δεν υπάρχει κανείς. Στο σημείωμα, με ένα κατακόκκινο φιλί από ένα καθόλου καθώς πρέπει κραγιόν γράφει όσα πρέπει να ξέρει κανείς. Ο βραστήρας σφυρίζει μελαγχολικά και αυτές οι λίγες λέξεις δίνουν τον τόνο. Τίποτε δεν θα’ναι ίδιο στον κόσμο πια.
“Η Πράγα τελικά είναι όμορφη κάθε εποχή του χρόνου”. Έτσι απλά αυτή η γυναίκα αυτή πέταξε το βιβλίο με τις παλιές συνταγές και έριξε στάχτη στα πρόσωπα των προγόνων, αφού έχει και άλλη ζωή από αυτήν. Στην Πράγα και ίσως αλλού. Πόλεις και νύχτες με κατακόκκινα κραγιόν, έτσι για την πόζα. Και τριγύρω γυναίκες φυγάδες που δεν παραδέχτηκαν ποτέ πως η Πράγμα συνιστά έναν πολυφορεμένο, τουριστικό προορισμό. Αναγνωρίζονται με ένα τόσο δα σημάδι κάτω από το βλέφαρό τους.
Οι ειδωλοφάγοι
θέματα κοινωνικής
βιολογίας
Μπορεί να χρειαστεί κανείς να προσμένει ώρες ολόκληρες για να κάνει την εμφάνισή του. Ο λόγος για το σπανιότερο είδος από όλα όσα εντάσσονται στην προσφιλή κατηγορία των υπό εξαφάνιση ειδών.
Και αυτό διότι οι ειδωλοφάγοι – η πρώτη που τους ανακάλυψη υπήρξε η Μαλβίνα – δεν κινδυνεύουν από εξαφάνιση. Όχι, όχι, για αυτό το είδος η εξαφάνιση δεν συνιστά κανέναν κίνδυνο. Το τρομερό με αυτό είναι ότι κάνει την εμφάνισή του απολύτως διακριτικά. Και μόνον εφόσον προκύψει η ανάγκη, θέλω να πω αν δηλαδή κάποιο από τα είδωλα του καιρού μας πέσει να πεθάνει ή προβεί σε καμιά έκνομη πράξη. Ε, τότε ο ειδωλοφάγος κάνει την εμφάνισή του. Πρώτα κυκλώνει το θύμα, το χειροκροτεί, πενθεί μαζί του την αγάπη ή τον κλονισμό και δίχως κανείς να το πάρει είδηση, αρχίζει να τρώει σιγά σιγά το αντικείμενο του πόθου του. Πρώτα αρχίζει από τη λάμψη του, δαγκώνει περιμετρικά ίσα για να σβήσει αυτήν την πατίνα δόξας. Έπειτα, όταν το θύμα του μοιάζει με έναν κοινό θνητό, δίχως ίχνος αξιοπρέπειας πια, τότε είναι που αρχίζει το κυρίως παιχνίδι. Ο ειδωλοφάγος ορμάει με νύχια και με δόντια και κατασπαράζει το άμοιρο θύμα του. Οι άλλοι χειροκροτούν τριγύρω επειδή δεν βλέπουν την απειλή, έτσι όπως κινείται κυκλωτικά γύρω από το αντικείμενο της βουλιμίας του.
Όταν πια έχει τελειώσει τη δουλειά του, χάνεται μες στο πλήθος. Κανείς δεν φαντάζεται πως αυτός ο καθ’όλα συμπαθής άνθρωπος στον από πάνω όροφο, στη διπλανή θέση του λεωφορείου, στο γραφείο, είναι ένας ειδωλοφάγος, πρώτης μάλιστα τάξεως. Ίσως μια έκφραση ικανοποίησης σε στιγμές πρωτοφανούς δυστυχίας, ίσως μια αποστροφή σε όλα όσα αγαπούνε οι πολλοί, ίσως κάτι από αυτά να τον αποκαλύψει. Μα μέχρι τότε, τα είδωλα του καιρού μας, δεν πρέπει να τρέμουν τον τύπο και την αδιακρισία του. Αλλά τους περίφημους ειδωλοφάγους που αν βρεθούν στο δρόμο κανενός ειδώλου, τότε αυτό πάει χαμένο. Προσέξτε τίποτε δεν υπάρχει να τους προδίδει, έξω από μια αλλόκοτη, ιερογλυφική έκφραση ικανοποίησης σαν τελειώσουν τη δουλειά τους. Και ίσως οι ιδέες τους που έτσι παραφουσκωμένες με ήλιο, γρήγορα συντρίβονται για να αποκαλυφθεί – όταν πια θα είναι αργά – η αληθινή τους ταυτότητα.
Περνούν πολλοί ειδωλοφάγοι από το γαλάζιο μου στενό. Στα σπίτια τους αν βρεθείτε, θα δείτε με τα μάτια σας, βαλσαμωμένα τα είδωλα που σπάραξαν κάποτε. Τι περήφανα που ποζάρουν εμπρός οι ειδωλοφάγοι, η πίκρα που ‘χουν χωρίς λόγο στα χείλη, συντηρεί τους ειδωλοφάγους, μέχρι κάτι καλό να φανεί και να αναλάβουν επιτέλους, δράση.
Απόστολος Θηβαίος
