Παραμυθάκια

© Aaron Siskind

Παραμυθάκια

πίσω από λέξεις και μουσικές, ο θόρυβος του κόσμου

Πρόσωπα

Κάρολος Φρειδερίκος Ιερώνυμος φον Μινχάουζεν

11/5/1720 – 22/2/1797

Με μια ιστορία ψεύδους φυσικά και στα ηχεία ήχους πλήθους που εκστασιάζεται, που παραπατά

Μπήκε διστακτικά μες στην αίθουσα. Στο βάθος οι άνθρωποι της επιτροπής έστεκαν αγέρωχοι σαν κρεμασμένα κάδρα καλύτερα ή κάτι τέτοιο. Του κάνανε νόημα να πλησιάσει. Τον βάλανε να καθίσει απέναντί τους. Η καρέκλα ξύλινη και άβολη, το δωμάτιο παγωμένο, οι καρδιές όλων. 

Ένας από τους ανθρώπους της επιτροπής του μίλησε. Υπήρξε εκφραστικός, ώρες ώρες θα ‘λεγες πως ήταν ανθρώπινος.

“Εξετάσαμε όλους τους παράγοντες που σχετίζονται με την υπόθεσή σας. Δεν βρήκαμε την παραμικρή ένδειξη ευστάθειας στις κατηγόριες σας. Μέχρι και σε ειδικούς πήγαμε για τις φωτογραφίες, φιάσκο μας είπε. Ήσαν ψεύτικες κύριες όπως και όλα τα στοιχεία που μας καταθέσατε. Εμείς μονάχοι μας θα πρέπει να βρούμε την αλήθεια. Μην επιμείνετε κύριε, η επιτροπή ολοκλήρωσε τις εργασίες της και δεν βρήκε ίχνος ευθύνης για όσα καταλογίζετε. Κανείς δεν φταίει και πρωτίστως εμείς που ουδέποτε ψευδολογήσαμε κύριε. Αλλιώς πώς θα γινόμαστε ταγοί της κοινωνίας και του έθνους, πείτε μας κύριε, πώς;”

Μα έτσι ακριβώς, συλλογίστηκε μα δεν τόλμησε να ξεστομίσει τέτοιο πράγμα. Ο άλλος συνέχισε.

“Και τώρα να μας συγχωρείτε. Διότι σήμερα κανονικώς είναι μέρα αργίας διά εμάς τους πολιτικούς. Ξέρετε, κύριε σήμερον τιμούμε τη μέρα της κοιμήσεως του ενδόξου και υπεραγαπημένου βαρόνου Κάρολου Φρειδερίκου Ιερώνυμου φον Μινχάουζεν που ετίμησε όσο κανείς το ψεύδος και υπερασπίστηκε τις πιο κραυγαλέες ονειροφαντασίες και τα ανδραγαθήματα που ουδέποτε έκανε. Υπήρξε μετρ του ψέματος κύριε και εμείς σκύβουμε το κεφάλι, εις μνήμην. Οπότε πηγαίνετε διότι πρέπει να τον τιμήσουμε δεόντως. Και να θυμάστε, ουδέποτε ψευδολογήσαμε εμείς, ουδέποτε υφάναμε πλοκές διά να σας κατευθύνουμε λανθασμένα, εμείς”.

Στο φόντο πίσω από την επιτροπή ο Κάρολος Φρειδερίκος Ιερώνυμος φον Μινχάουζεν. Που εκοιμήθηκε στις 22 του Φλεβάρη του 1797 έχοντας πει ψέματα με το τσουβάλι, καθώς λένε. Τότε εξηγήθηκαν όλα σε εκείνον τον άνθρωπο και ήξερε πως μονάχος του θα πρέπει να αγωνιστεί για να βρει την αλήθεια. Η πολιτεία τιμούσε καθημερινώς τον ψευδολόγο, μα σήμερα είχε την τιμητική του.

Πρόσωπα

Τζόνι Κας

26 Φεβρουαρίου 1932 – 12 Σεπτεμβρίου 2003

[…στα ηχεία, Folsom Prison Blues…]

Στο νου μου τον έχω φυλαγμένο με την ιδιότητα ενός “προϊστορικού” μουσικού. Και αυτό διότι ανήκει σε μια άλλη εποχή, σε μια άλλη Αμερική που χάθηκε ολοκληρωτικά. Αυτός λοιπόν ο ανεπανάληπτος τύπος, που διάλεξε να φορά σε όλη του τη ζωή μαύρα ρούχα προς τιμήν του ατέλειωτου περιθωρίου, των ατέλειωτων παριών που δεν δικαιούνται τίποτε από τη ζωή. Και δεν τα έβγαλε ποτέ, μήτε που μεταμορφώθηκε, παρ’όλο τη δόξα που κέρδισε, σε κάτι άλλο. Μια ζωή να παλεύει με τις έξεις του, μια ζωή με τα νύχια του αλκοολισμού να γδέρνουν την καρδιά του. Σαν από κάποια μυστική αποκάλυψη, γνώριζε πως ετούτη η ζωή αντέχεται μονάχα αν την βάλεις μες στο τραγούδι σου. Και έτσι το’κανε, τραγουδώντας μια ζωή για τους κομματιασμένους αγγέλους της ζωής. Ήταν και εκείνος ένας από αυτούς. Το όνομά του, Τζόνι Κας. Υπήρξε ποιητής  και διάλεξε το δρόμο της ανθρωπιάς για να τραγουδήσει. Από επιλογή, όπως όλοι όσοι έχουν υποφέρει πολύ.

Πρόσωπα

Λάκης Σάντας

22 Φεβρουαρίου 1922 – 30 Απριλίου 2011

[…στα ηχεία, Η Μπαλάντα Του Νεκρού Στρατιώτη. Μπέρτολντ Μπρεχτ…]

Ώρα σου καλή Λάκη Σάντα. Που έκανες τότε, τα μαύρα χρόνια, πράξη το αδύνατο.

 Δεν θέλω να σου λέω ψέματα, σήμερα λίγο σε θυμόμαστε. Μιλούμε για την πατρίδα μα δεν λέμε τίποτε για σένα. Τώρα όλα έγιναν καινούρια, δεθήκαμε από το άρμα του καιρού και πάμε και εμείς στο πουθενά της διεθνούς πραγματικότητας. Υποκλίσεις και συμβατικότητες, να τα εφόδια του καιρού μας.

Μα κάθε βράδυ, κάπου κάπου στα σπίτια μας, μιλάμε για σένα στα παιδιά μας. Τους λέμε για εκείνη τη νύχτα του Μαγιού που κομμάτιασες μαζί με τον Μανώλη Γλέζο ολόκληρη την γερμανική προπαγάνδα. Και εκείνα μας κοιτάζουν δίχως να καταλαβαίνουν. Μα εγώ είμαι βέβαιος πως νιώθουν ότι κάτι μεγάλο τους αφηγούμαστε. Και αυτό επειδή κάπου κάπου στα σπίτια μας, τα παιδιά μας ρωτούν κατά πού πέφτει ο βράχος της Ακρόπολης. Στα όνειρά τους μεταμορφώνονται και εκείνα σε ήρωες γκρεμίζοντας, αλλάζοντας, αμφιβάλλοντας για κάθε εξουσία, για κάθε δύναμη που φαντάζει πανίσχυρη. Ίσως να καταλαβαίνουν πως η χειρονομία ενός και μόνου ανθρώπου καμιά φορά αρκεί για να σημαδέψει την ιστορία και ίσως να δείξει το δρόμο.

Όλα αυτά όμως σπανίως Λάκη Σάντα. Και να μας συγχωρείς που δεν τα καταφέραμε αλλιώτικα. Είναι που ίσως σε τίποτε δεν πιστεύουμε πια.

Ώρα σου καλή Λάκη Σάντα, ήρωα. Μια μέρα, είμαστε βέβαιοι πως θα ξαναγεννηθείς μέσα από τα παιδιά μας. Όταν το φέρει η ανάγκη, τότε.

Πρόσωπα

Μαρίκα Νίνου

Ευαγγελία “Βανούι” Ανταμιάν, 1922 – 23 Φεβρουαρίου 1957

[…στα ηχεία “Γκιουλμπαχάρ”…]

Θα ‘φευγε την αυριανή για την πατρίδα. Πάνε σαράντα χρόνια τώρα που ζει μακριά, στα ξένα. Και τι δεν χάρηκε, και τι δεν είδε, κορίτσια και αγάπες και γλέντια, σορό. Και άμα ταξίδευε, όσο καιρό και αν έκανε στις πιο μακρινές θάλασσες, πάντα την πατρίδα είχε στο νου του. 

Δεν ήταν το σπίτι το χαμηλό, με τους ανθισμένους τους τενεκέδες στην αυλή. Μήτε οι φίλοι που ‘χε πεθυμήσει. Οι περισσότεροι είχαν χαθεί πια έτσι που ατέλειωτος είναι ο κόσμος και αβέβαιες των ανθρώπων οι μοίρες. Δεν ήταν τα στέκια της νιότης του, εκείνα που έχασε, οι άνθρωποι οι δικοί του. Όλη του η πατρίδα ήταν εκείνο το κορίτσι. Δυο μήνες τράβηξε η αγάπη τους μα δεν ήταν γραφτό. Τι ήσυχα που πέθανε το κορίτσι του εκείνο τον Απρίλη, κόντρα στην άνοιξη. Έσβησε σαν το κεράκι. Κράτησε μέσα του βαθιά εκείνη τη φωτογραφία τους από το κεντράκι, τότε που αγαπιόντουσαν παράφορα. Ήταν καλοκαιράκι, τα φώτα χαμήλωναν και οι καρδιές ανατρίχιαζαν έτσι που τραγουδούσε η Μαρίκα. “Γκιουλμπαχάρ”, που σημαίνει το ρόδο. Πάει, κόπηκε και αυτό και η ζωή του τσακίστηκε. 

Γύρισε στην κάμαρη. Έξω η Αμβέρσα με τους λιμανίσιους τους γερανούς τους πάγωνε. Άνοιξε το ραδιοφωνάκι του. Γύρεψε να ακούσει κανένα τραγουδάκι, να αλαφρώσει η ψυχή του. Πέρα η νύχτα όλα τα διαφέντευε. 

Άμα πέσανε οι πρώτοι στίχοι, σκίστηκε η ψυχή του. “Την Γκιουλμπαχάρ δεν ξεχνώ”, έλεγε η φωνή της Μαρίκας, βαλμένη πια μες στα δισκάκια του παρελθόντος καιρού. Έσκισε το εισιτήριο και έπεσε να πεθάνει.

Πρόσωπα

Γιώργος Σαραντάρης

20 Απριλίου 1908 – Αθήνα, 25 Φεβρουαρίου 1941

[…στα ηχεία κονσέρτο για βιολί σε λα μινόρε. Βιβάλντι..]

Δὲν εἴμαστε ποιητές

Δὲν εἴμαστε ποιητὲς
Σημαίνει ἐγκαταλείπουμε τὸν ἀγῶνα
Παρατᾶμε τὴ χαρὰ στοὺς ἀνίδεους
Τὶς γυναῖκες στὰ φιλιὰ τοῦ ἀνέμου
Καὶ στὴ σκόνη τοῦ καιροῦ
Σημαίνει πὼς φοβόμαστε
Καὶ ἡ ζωή μας ἔγινε ξένη
Ὁ θάνατος βραχνάς.

Σημαίνει αντιθέτως να μπορούμε να ριχτούμε με δέος και με συντριβή σε ένα χρονικό κατάμεστο από λέξεις, γεμάτο  κατάπτωση και κορυφές. Σημαίνει να αγαπούμε μια γυναίκα με το φιλί και με το χάδι πρώτα, σημαίνει να παλεύουμε με τους ανέμους, να αντέχουμε όλη τη μοναξιά του κόσμου. Σημαίνει ένα λουλούδι αφημένο στων εραστών τους τάφους, ένα μοναχά λουλούδι ποιητικό γεμάτο από τη σοφία του παλμού της πεταλούδας που μεταφέρει πολύχρωμη την είδηση της βροχής από το Πεκίνο και την Καλιφόρνια. Σημαίνει το ασύλληπτο που υπάρχει πιο πέρα από τους μαργαριταρένιους καταρράχτες. Η ομορφιά δεν κρύβει την αλήθεια από τα μάτια μας, αντιθέτως τη φωτίζει κινώντας τους ανεπανάληπτους μοχλούς μιας ξένης ακόμη διάστασης. Σημαίνει να βγαίνουμε έξω στους δρόμους, να συλλαμβάνουμε κάτι από τη φαντασμαγορία τους, την μπαλάντα του απείρου να συνθέτουμε, όπως το ‘πε ο Νίκος Καρούζος από μια ντάπια του Αναπλιού και χάθηκε.

Σημαίνει πως κάποιος εκεί έξω λησμονά όλα τα ρόδα που ζωγραφίστηκαν για να φτιάξει το δικό του, το πανέμορφο ρόδο καθώς μυστικά και όνειρα φουσκώνουν τα σεντόνια των κοριτσιών, γεννούν τη στήλη της νεφέλης, περνούν και χάνονται. Ο Γιώργος Σαραντάρης μας έδειξε λίγο από ετούτο το θαυμασμό, κατιτίς από το όνειρο και έτσι μαγεμένος, πιο πάνω από την πραγματικότητα εχάθη. Από το ‘ 40 και έπειτα δεν μοιράζεται τούτη τη γη μαζί μας. 

Τόσα χρόνια και μήτε μια φορά δεν συλλογίστηκα πως ήταν μονάχα τα μαραμένα αστέρια και ο άδειος κόσμος που γοήτευσαν τον ποιητή. Ο Σαραντάρης συναισθάνθηκε το υψηλό και έγραψε τα ποιήματά του κινούμενος πίσω από τις γραμμές της τρυφερότητος. Έπεσε υπέρ πατρίδος, τόσο νωρίς στερώντας από την ελληνική ποίηση την αταίριαστη φωνή, την αδοκίμαστη ακόμη γεύση του κόσμου που με όλες του τις δυνάμεις ο πρόωρα χαμένος ποιητής παραδέχεται και ανεπιφύλακτα αγαπά. Αν δεν υπήρχε έρωτας με τον κόσμο τίποτε δεν θα κατορθωνόταν. Ετούτος είναι που επιμερίζεται μες στην ποίηση του Γιώργου Σαραντάρη. Μαζί με χρώματα και υγρασίες, οι δυνάμεις που ασκούνται στην επιφάνεια της αισθήσεως αναδεικνύουν σήμερα τον ποιητή σε μια θέση ξεχωριστή μες στην ιστορία της νεοελληνικής ποίησης.

Α.Θ