
Οι απόκληροι του
Άρθουρ Μίλερ
17/10/1915-10/2/2005
Ο θάνατος του εμποράκου
[…στα ηχεία οι σπουδές του Γκλεν Γκουλντ με την απλότητα στην εκτέλεση, με το βάθος της έκφρασης που καθιστά τη μουσική περισσότερο πνεύμα παρά απλή συγκίνηση…]
Στα μεγάλα έργα η αλήθεια της ζωής μας λάμπει σαν ακριβό πετράδι. Από όποιο δρόμο και αν φθάνει κοντά της κανείς, το θαύμα περισσεύει. Η ομορφιά συνιστά μια άλλη υπόθεση και πρέπει να ‘ναι κανείς προετοιμασμένος να τη βρει μες στις τρομακτικότερες συνθήκες, να μπορεί πρέπει, να δώσει την κατηγορηματική απάντηση, να δείξει σθένος πρέπει. Για αυτό, θα σας πω ότι η ομορφιά συνιστά ένα άλλο ζητούμενο.
Μια αλήθεια αυτού του είδους, φωτίζει ο Άρθουρ Μίλερ, ο σημαντικός Αμερικάνος λογοτέχνης και θεατρικός συγγραφέας. Ο Θάνατος του Εμποράκου του, ένα από τα δημοφιλέστερα βιβλία της παγκόσμιας λογοτεχνίας που μετράει ακόμη αδιάκοπα πωλήσεις και εκλεκτές μεταφράσεις, συνέλαβε τη ζωή, εύθραυστη και αναπόδραστη, μια πραγματικότητα δίχως διαφυγή. Ο Γουίλι μοιάζει καταδικασμένος, διαβαίνοντας στην άλλη πλευρά της ζωής, όπου δεν υπάρχει η αθωότητα. Αυτή δαπανήθηκε μες στις μεγάλες συνειδήσεις που εκπληρώνονται μέσα από τη βιωμένη εμπειρία. Ένα ραγισμένο, αμερικάνικο όνειρο, πολύ λυπητερό και σκοτεινό. Ο μοντέρνος άνθρωπος που γυρεύει μια ευκαιρία ώσπου να δοθεί μες σε καθεστώς ήμερης απελπισίας στην ήττα του, παλεύει να σταθεί στα πόδια του. Η ελπίδα περνάει μέσα από τα χέρια των ασφαλιστικών εταιριών, αφού ένας νεκρός άνθρωπος κοστίζει περισσότερο από ότι ζωντανός, σε μια φριχτή και απερίγραπτη αναπαράσταση της εποχής, σε μια διαπίστωση. Ειρηνικά που απλώνει τους ιστούς της η δυστυχία στο συμπαθητικό νοικοκυριό του Γουίλι, τι ήσυχα και φυσικά που έρχεται ο θάνατος, σαν μια λύση αναγκαία στην περίσταση. Η ίδια θυσία, χρόνια τώρα, ένας δύσκολος δρόμος που διαβαίνει κανείς δίχως άλλη περίσκεψη. Με τον πρακτικό νου του ο άνθρωπος προσφέρει ότι πολυτιμότερο διαθέτει στα πόδια του Λεβιάθαν. Οι πολιτείες μεταβλήθηκαν σε απέραντους ναούς της μεγαλοσύνης του που μπορεί να καταβροχθίσει σαν αστρική πλημμύρα την περίφημη ατομικότητα. Από αυτήν δεν απέμεινε παρά μονάχα ο ίσκιος της.
Μεθοδικά, ακολουθώντας λεπτές κλίμακες, η νύχτα πέφτει σε εκείνο το σπιτικό, κάπου στο Μπρούκλιν του 1940. Για τον Καμύ, αυτή, η ίδια νύχτα είναι που πέφτει στις επάλξεις, τις λαγκαδιές, τα υποστατικά, ουρλιάζει πάνω από τον βρυχηθμό του κινητήρα στις εξοχές του σύμπαντος. Η μοίρα των απόκληρων – η ίδια τάξη της Οργής και των Άθλιων – σε πρώτο πλάνο από τα χέρια ενός χαρισματικού δημιουργού. Ο Μίλερ διαμορφώνει με κάθε τρόπο, με κάθε σκηνή την ατμόσφαιρα του αδιεξόδου που συντρίβεται από την ανθρώπινη, τη μοιραία επιλογή. Η ζωή του σήμερα φαντάζει μια σκληρή υπόθεση, ίσως περισσότερο και από τα φριχτά περιστατικά που περιγράφουν οι αρχαίοι συγγραφείς. Αυλακωμένοι τότε και πάντα από το βαθύτατο αποτύπωμα της ζωής, οι μορφές εξαντλούνται μες στο μεγάλο και αδιάκοπο αγώνισμα του βίου. Μόνο που έγινε τώρα η τραγωδία πιο φοβερή, αγριότερη, σαν έναν μολυβένιο και σοβαρό ουρανό.
Επειδή, όταν πια ο Γουίλ δεν μπορεί να εκπροσωπήσει τα συμφέροντα της εταιρίας και όταν πια η καρδιά του έχει τσακιστεί από την αγωνία, αυτό σημαίνει θάνατος. Και ο εμποράκος παραδίδει την ψυχή του με ψυχρά υπολογισμένο τότε το συμφέρον του, υπερασπιζόμενος με όλο του το είναι το μερίδιο της φαντασίας και της αιωνιότητας που κρατεί όρθιο τον κόσμο.
Twist In My Sobriety
Tanita Tikaram
Είχαν περάσει μέρες, αγνοούσε πόσες. Ήταν νηφάλιος όλο αυτό το διάστημα. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη της βιτρίνας. Δεν τον γνώριζε εκείνον τον άνθρωπο, μόνο ακουστά νόμιζε πως είχε, κάποιες σκηνές της ζωής του. Προχώρησε στην έρημη λεωφόρο. Ένιωθε το σώμα του βαρύ, θα ‘θελε λέει να μπορούσε να πηδήξει πάνω από τα σπίτια, να γλιστρήσει σαν υλικό πάνω στη φόρμα της πόλης. Όμως, τόσες μέρες αγώνα του’χαν στοιχίσει μια κάποια ακαμψία. Τα χέρια του πονούσαν και κάθε φορά που καταπιανόταν με εκείνη τη μετάφραση, τη μόνη δουλειά που του ‘χε τύχει, αδυνατούσε να γράψει πάνω από δυο σελίδες.
Σταμάτησε απότομα στη γωνιά. Απέναντι το μπαρ άνοιγε τις πόρτες του με χαμηλό φωτισμό και τους κλασικούς πια θαμώνες του. Όμως αυτός είχε πάρει πια την απόφασή του. Συμφωνούσε και ο άντρας στον καθρέφτη, εκείνος, ο άγνωστος και ο νηφάλιος κύριος Φερλό.
Δίχως καμιά προσπάθεια, προχώρησε. Η βραδιά ήταν ωραία. Φορούσε τον αληθινό του εαυτό. Στο βάθος, ένα σύνθημα με κάποιον στίχο της Μάγιας Αγγέλου. “Όλα τα παιδιά του κόσμου, χρειάζονται ένα ζευγάρι παπούτσια για το δρόμο”. Εκείνος πάλευε να χωρέσει στα δικά του, μα διέθετε επιμονή και την θέληση να τα καταφέρει μες σε αυτόν τον δύσκολο κόσμο.
Neil Diamond – I’m A Believer
Η Λίζα και ο άλλος
μια ιστορία
Κοιτάχτηκαν για λίγη ώρα δίχως να μιλούν. Έπειτα κάποια δουλειά, σύντομη και απλή προφασίστηκε ο νεαρός και έφυγε βιαστικά. Δυο τετράγωνα παραπέρα βρίσκεται η εκκλησία των αγγέλων. Τριγύρω δεν θα βρεις ούτε έναν. Ανέβηκε με μια ανάσα την μαρμάρινη κλίμακα. Στο εσωτερικό επικρατούσε μια κάποια συσκότιση. Μόνον τα κεριά που τρέμανε κάνανε τη διαφορά.
Ο μοναχός τον πλησίασε. Τον ρώτησε αν χρειαζόταν κάτι. Έπειτα έκανε μια σύντομη αναφορά στην κοινωνική πραγματικότητα και υποσχέθηκε πως ο καλός Θεός θα συγχωρούσε τις αμαρτίες του. Τότε ήταν που ο νεαρός του αράδιασε τα παρακάτω.
Τελείως εμπιστευτικά, πατέρα, ο Θεός δεν είναι καθόλου ίδιος με αυτόν εκεί ψηλά. Και δεν μου καίγεται καρφί αν με συγχωρεί. Το θέμα είναι να το κάνει εκέινη. Θέλω να πω ο Θεός του καθενός είναι το κάτι άλλο. Παραδείγματος χάρη, ο δικός μου διαθέτει το όνομα Λίζα, σπουδάζει φαρμακευτική, τραγουδάει κάθε δεύτερο Σάββατο, της αρέσουν οι εκδρομές με το αυτοκίνητο, χορεύει μέχρι να νιώσει πως δεν την κρατάνε τα πόδια της. Τα μάτια της τα βάφει μπλε, όχι τίποτε έντονο, μια ιδέα μόνο. Ο δικός μου Θεός μετράει μόνο είκοσι Οκτώβρηδες πατέρ”.
Ο μοναχός τον άκουσε προσεκτικά. Είπε μόνο, “δεν χρειάζεσαι τίποτε από εδώ, τίποτε που δεν το βρήκες τότε”. Του μιλούσε χαμηλόφωνα. “Πιστεύεις, και αυτό δεν ήταν ποτέ λίγο”. Τον χτύπησε στην πλάτη φιλικά και χάθηκε πίσω από το μαρτύριο του Αγίου Αντωνίου. Χαμογέλασε καθώς επέστρεφε στην Λίζα. Της έγνεψε από μακριά.
Για πρώτη φορά στη ζωή του, Λίζα να ξέρεις, πιστεύει του λόγου του σε κάτι. Σε σένα.
Κρουστά πρωινά
Γκύντερ Γκρας
16/10/1927-13/4/2015
[…και όλο πήγαινε το τενεκεδένιο ταμπούρλο μες στο κρουστό το πρωινό. Ο Λου Ριντ απόψε είναι το παιδί με το τενεκεδένιο ταμπούρλο του…]
Πάει καιρός τώρα που ‘χει διοριστεί επιτέλους και αυτός. Και πού δεν πήγε, χτύπησε πόρτες, παρακάλεσε, αποδέχτηκε εξευτελισμούς. Ο σκοπός ήταν μεγαλύτερος. Τι και αν η θέση αφορά κάποιο απομονωμένο χωριό, είναι πάντα μια αρχή. Την πρώτη φορά που επισκέφτηκε το μέρος ήταν Κυριακή. Είχε μια παγωνιά που σου ‘παιρνε την ανάσα. Έφτασε με το μεσημεριανό λεωφορείο. Δεν είχε τίποτε να κάνει και έτσι περιπλανήθηκε στα στενά του τα δρομάκια. Δεν συνάντησε ψυχή στο διάβα του, μόνο τ’αδέσποτα του ‘ριχναν καμιά ματιά και ευθύς ξεγλιστρούσαν σε μια εσοχή. Περπάτησε ως το σχολειό, πετρόχτιστο με πλατιά παραθύρια, βαμμένα ένα σκοτωμένο πια σιέλ χρώμα. Κάθε τόσο κάποιος βιαστικός διαβάτης περνούσε από δίπλα του. Ήταν παραμονές της 28ης Οκτωβρίου και στα καλντερίμια είχαν κρεμάσει γιρλάντες με σημαιάκια που πάγωναν και εκείνα, όπως εσύ, όπως εγώ. Οι άνθρωποι, όμως λείψανε.
Βρήκε τ’ανοιχτό καφενεδάκι. Κάθισε στο τραπέζι που’σαν κοντά στο τζάκι. Ο καιρός αγρίευε, ο κάπελας τον πλησίασε χαμογελώντας. Ξένος;, τον ρώτησε. Ο άλλος έγνεψε καταφατικά. Ο ξένος παρήγγειλε λίγο κρασί και ο γέρος τράβηξε για το μαγερειό. Πήρε μια εφημερίδα μέσα από το σορό. Ήταν παλιά και όλα πια όσα έγραφε είχαν συμβεί. Οι φόβοι μας είχαν αποκτήσει σάρκα και οστά, οι ελπίδες μας πωλούνταν όσο όσο. Απέναντί του το μνημείο που στήθηκε για τους πεσόντες, δέσποζε με την προσαυξημένη του σημασία μες στην τρομερή την καταιγίδα, τη ζωγραφισμένη φαντάσου.
Τότε ήταν που τ’άκουσε. Πρώτ’αμυδρά μα όσο επροχωρούσε η νύχτα, ο ρυθμός γινόταν ολοένα και πιο ζωντανός. Ήταν ένα ταμπούρλο, ένα Τενεκεδένιο Ταμπούρλο,παιγμένο στο βάθος του δρόμου. Ίσαμε να το συλλογιστεί, το ξέκρινε πιο κοντά του. Ο ταβερνιάρης άνοιξε την πόρτα του καφενείου. Η παγωνιά έπεσε μέσα όλα να τα σαρώσει.
Κάθε πρωί ανοίγουμε όλες τις πόρτες και όλα ανεξαιρέτως τα παράθυρα. Να ακουστεί το τενεκεδένιο ταμπούρλο που παίζει εκείνο το παιδί σε πείσμα του καιρού του. Να, όπου να’ναι θα φανεί, έλα να το δεις.
Μα όσο και αν πείσμωσε να το διακρίνει μες σε εκείνη την συμφωνία του λευκού, ήταν αδύνατο. Μόνο που περνούσε, σαν κόκκινο φιλί, πίσω από τις γραμμές του κόσμου, κρατώντας αμείωτη την πεποίθησή του. Για μια στιγμή στάθηκε το τενεκεδένιο ταμπούρλο, ρόδισε εκεί γύρω ο κόσμος. Και έπειτα όλοι συνεχίσανε τις ζωές τους.
Μήτε μια μέρα δεν ξεχάσαμε το τενεκεδένιο ταμπούρλο. Και όσο θα το θυμόμαστε, και όσο θα το αγαπάμε με όλη μας την καρδιά, το τενεκεδένιο ταμπούρλο δεν θα πάψει, καταφέρνοντας μια γερή σε τούτη την παγωνιά που μας κατέκτησε. Είναι ωραίος ο ρυθμός, δεν συμφωνείτε;
Όμως εκείνος, βαδίζοντας με δυσκολία μες στο χιόνι, τραβούσε στο κατόπι του τενεκεδένιου ταμπούρλου. Τίποτε δεν άκουγε από όσα έλεγε ο κάπελας. Μαζί του ένα σορό άλλοι, άνθρωποι που εγκατέλειψαν τις ζωές τους και πέρασαν στις τάξεις του. Προτού περάσει για πάντα σε εκείνο τον κόσμο, πρόλαβε να χαιρετήσει τον ταβερνιάρη.
Εις το επανιδείν κύριε Γκρας, εις το επανιδείν! Και ήταν από υπομονή και στοχασμό ο ρυθμός που κρατιόταν αμείωτος από εκείνο το ταμπούρλο, το τενεκεδένιο.
Α.Θ
