Απόστολος Θηβαίος | Ηδονική και λεπτή

© Dolf Kruger

Cronopios
famas
esperanza

Χ. Κορτάσαρ
Διήγημα που πεισματικά
επιλέγει να μην λέει
τα πράγματα με τ’
ονομά τους

Παρακαλώ, ένα εισιτήριο. Ο άλλος του αποκρίθηκε, μετ’επιστροφής; Στάθηκε για μια στιγμή να συλλογιστεί τι έπρεπε να απαντήσει. Τη λύση την έδωσε το λεωφορείο που φάνηκε με τα νυσταγμένα του τα φώτα, μέσα από, ποιος ξέρει τι παλιές ομίχλες. Δίχως επιστροφή, λοιπόν, του είπε ο υπάλληλος και του έδωσε το απόκομμα. Έπειτα γέλασε με ευγένεια και συμπλήρωσε. Όταν φεύγει κανείς, δεν πρέπει ποτέ να επιστρέφει, ποτέ. Συμφώνησε μαζί του και αν δεν είχε κλείσει το τζάμι του γκισέ θα του το ‘λεγε. Μα ο υπάλληλος είχε κιόλας βγάλει τη στολή του και ξεμάκραινε. Μερικοί άνθρωποι γνωρίζουν για μας περισσότερα απ’ ότι εμείς οι ίδιοι θα μάθουμε ποτέ. Ας είναι, συλλογίστηκε και επιβιβάστηκε βιαστικά. Ο ελεγκτής ούρλιαζε πως το δρομολόγιο έχει καθυστερήσει. Παρακαλώ, η επιβίβαση να ολοκληρωθεί άμεσα. Το λεωφορείο αναχωρεί σε πέντε λεπτά. 

Τότε ήταν που οι άνθρωποι φιλήθηκαν μεταξύ τους. Όσοι θα μένανε πίσω σταθήκανε κάτω από το υπόστεγο περίλυποι και ίσως πιο μόνοι από ποτέ. Δεν θα ‘φευγαν προτού το λεωφορείο χαθεί ως εκεί που φτάνει το βλέμμα. Μια σκληρή βεβαιότητα τους έγδερνε τις καρδιές, και όμως παρέμεναν εκεί, εμπρός από τη λερωμένη βιτρίνα του πρακτορείου, κάπου βαθιά μες στην καρδιά της αγίας επαρχίας. Για μια στιγμή, επικράτησε μια κάποια αναστάτωση και έπειτα όλα επέστρεψαν στις γνώριμες συνθήκες τους. Μόνο ένα βλέμμα έριξε πίσω του για να δει εκείνους που μένανε πίσω, αγκαλιά με την απουσία. Δεν έστρεψε μήτε μια φορά ακόμη το πρόσωπό του ώσπου σουρούπωσε και όλα φανερώθηκαν πιο ζωντανά και πιο ακμαία, θαρρείς και κάποιος είχε τονώσει χρωματικά το περίγραμμα του κόσμου, τονίζοντας το αδιόρατο.

Ο επαρχιακός δρόμος είναι στενός, γεμάτος στροφές. Το λεωφορείο βαριανασαίνει , αγκομαχεί και όμως όλο προχωρεί να φτάσει εκεί που γυρεύει. Διασχίζει τα έρημα χωριά, ξεσηκώνει τις εποχές, τσαλακώνει τα φύλλα και τα πουλιά τρομάζει. Κάθε τόσο, από μια άγνωστη αιτία, σταθμεύει στην άκρη του δρόμου. Κανείς δεν κατεβαίνει, ίσως κάποιος να επιβιβαστεί, ο υπεύθυνος των εισιτηρίων ρίχνει μια ματιά, σημειώνει κάτι στο βιβλίο των δρομολογίων και με ένα δυνατό, χαρακτηριστικό σφύριγμα, λέει στον οδηγό να κινήσουν. Σε λίγο τα χωριά σώνονται, μεσολαβεί μια πολίχνη με κάτι νυσταγμένα καφενεία και ύστερα το ατέλειωτο τίποτε των εθνικών δρόμων. 

Πάει, νύχτωσε για τα καλά. Παραμερίζει το μπερντεδάκι του παραθύρου και χάνεται στα τοπία που περνούν γοργά και χάνονται. Τίποτε το αξιοσημείωτο, τίποτε. Εκείνος πηγαίνει πίσω σε ότι περισσότερο αγάπησε η καρδιά του. Ο ιατρός ήταν βέβαιος. Ακούστε, κανείς δεν ζει για πάντα, συμβιβαστείτε και τακτοποιήστε τις εκκρεμότητες. Ο χρόνος σας είναι λιγοστός. Σάστισε, τίποτε περισσότερο δεν άκουσε, τα κύματα σκάζανε μες στο νου του και τίποτε άλλο δεν αφήναν να ακουστεί. Είπε να πάρει την Βιβή, να της μιλήσει, να το βγάλει από μέσα του. Αμέσως το μετάνιωσε και στυλώθηκε στο άδειο. Υπάρχουν βέβαια ορισμένες λύσεις, η φαρμακολογία κάνει θαύματα, έχουν σημειωθεί βήματα προόδου, με ακούτε; Ο ιατρός του μιλούσε για ώρα, όμως εκείνος είχε παραδοθεί σε ένα τραγούδι που άγνωστο πώς, του καρφώθηκε στο νου. Μιλούσε για μέρες αδέσποτες, μέρες δαπανημένες στο τίποτε. Είπε να ψιθυρίσει μερικά από τα λόγια, μα τον διέκοψε το πελώριο σιδερένιο κρεβάτι της πολιτείας στο βάθος της σκηνογραφίας. 

Ούτε που το κατάλαβε πως είχε αποκοιμηθεί όταν η φωνή του ελεγκτή τάραξε τη γαλήνη μες στ’αμάξωμα. Φθάσαμε, τελευταία στάση, οι επιβάτες να προετοιμαστούν για την άφιξή τους. Παρακαλώ, σκουπίδια, ποτήρια του καφέ, περιτυλίγματα και τα ρέστα θα πρέπει να μαζευτούν. Άφιξη, σε μερικά λεπτά, να ετοιμάζεστε παρακαλώ. Προσπάθησε να καταλάβει πού βρισκόταν, το τοπίο του φάνηκε ξένο. Μια άγρια θάλασσα στο βάθος έσβηνε ότι είχε σωθεί από το καλοκαίρι. Σαν μια τέχνη αληθινή, θα άφηνε να παραμείνουν όρθια μονάχα εκείνα που ‘χαν αξία, όσα παρουσίαζαν αξιοθαύμαστη αντοχή, όχι στο χρόνο, όχι. Μα στην αγάπη. 

Οι λιγοστοί επιβάτες κατέβηκαν από το λεωφορείο. Γύρεψαν τα πράγματά τους, χαιρέτησαν τον ελεγκτή, ορισμένοι κάτι είπαν μαζί του, έπειτα σκορπίσανε. Σε λίγο μόνον κάτι μαύρες σκιές απέμειναν , σαν μολυβιές μένανε στο βάθος του ορίζοντα, ώσπου να χαθούν και αυτές. Αυτό ήταν όλο λοιπόν. 

Δεν πρέπει να το βάλετε κάτω, η ζωή καμιά φορά κρύβει εκπλήξεις, να δείξετε κουράγιο. Και σθένος, θα δείτε, όλα καλά θα πάνε. Η ζωή και τ’αντίθετό της συνιστούν πράγματα φυσικά. Απλά γκρεμίζονται και εμείς προχωρούμε, αυτό είναι όλο. 

Πήρε το δρόμο για το μουράγιο. Πέρασε εμπρός από το καφενεδάκι του λιμανιού, οι λιγοστοί θαμώνες τον είδαν που κατηφόριζε. Κάποιος φάνηκε στην τζαμόπορτα, του φώναξε, είναι άγριος ο καιρός, πού πας, μα εκείνος δεν αποκρίθηκε. Οι σβησμένες μαρκίζες των εστιατορίων κάνανε την καρδιά του να σφιχτεί. Λογάριασε τις τελευταίες στιγμές όταν ο μαγαζάτορας θα κλείδωνε την πόρτα και όλα θα κρίνονταν τελειωτικά. Αν είχαν στόματα τα μαγαζιά, θα ‘χαν να  ένα σορό ιστορίες για να μας εμπιστευτούν. Και ίσως να μας μιλούσαν για τη μοναξιά τους που κορυφώνεται κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Ο άνεμος του στέγνωνε τα μάτια και κανείς στον κόσμο δεν θα μπορούσε να φανταστεί πόσο θλιμμένος πρέπει να’ναι κανείς για να δοκιμάσει να αναστήσει πράγματα ιερά, όπως το καλοκαίρι. Η αμμουδιά παρέμενε έρημη και σχεδόν τρομερή, σαν το μεγαλεπίβηλο των Κόνσταμπλ και Τέρνερ. Τα άλογα στο βάθος της εικόνας του θύμισαν κάτι που ‘χε διαβάσει για την Ρόζα Μπερνάρ και τον Βελάσκεθ. Και οι δυο τους αγαπούσαν πολύ τα συμπαθή αυτά ζώα. Μα του’ταν αδύνατο να θυμηθεί ακριβώς την μικρή αναφορά και έτσι γρήγορα εγκατέλειψε την πρόθεσή του. 

Τώρα παντού κυριαρχούσε η άγρια όψη της θάλασσας. Ήταν μανιασμένη, κυλούσε ακατάπαυστα, τα γλαροπούλια που ισορροπούσαν στο στερέωμα έμοιαζαν σαν ζωγραφισμένα. Θα ‘λεγε κανείς πως η ρευστότητα του τοπίου του προσέδιδε μια αίσθηση εξωπραγματική. 

Φανταστείτε τη σκηνή. Μερικοί άνθρωποι μαζεμένοι σε έναν προθάλαμο. Αυτό είναι ο θάνατος για τους ανθρώπους, κάτι ανάμεσα στη ζωή και τ’όνειρο και κάτι παραπάνω. Όσο για τη σιωπή του, τίποτε περισσότερο από μια εξάντληση, συνεπεία έρωτος πάντα και νοσταλγίας. 

Θέλησε να αγγίξει την ομίχλη, μα κατάλαβε πως υπάρχουν πράγματα άπιαστα και μακρινά. Για μια στιγμή μονάχα λογάριασε πως κάποιος κρέμασε φτερά αγγέλου σε τούτο εδώ τον κόσμο τον σκάρτο. Χαμογέλασε, πάνε τόσες μέρες, μην το βάζετε κάτω, η ψυχολογία συνιστά πρώτης τάξεως εφόδιο, οπλιστείτε με αυτό και μην δειλιάσετε. Έριξε μια ματιά στον ορίζοντα που έπαιρνε χρώματα μεταλλικά και ελάμβανε αποχρώσεις ακριβές του βαθιού, κόκκινου χρώματος. Ύστερα, συλλογίστηκε πως όσοι χάνονται μακριά από τον τόπο τους, ίσως να πεθαίνουν λιγότερο. Του ζέστανε την ψυχή ετούτος ο στοχασμός , για μια στιγμή του ‘μοιασε με χάδι ζεστό. 

Κοίταξε την ώρα. Σε λίγο θα ξημέρωνε. Δεν του’κανε καρδιά να φύγει. Και είπε, εδώ είναι ο τόπος μου, μόνον εδώ. Θα’χε αποκοιμηθεί σαν τον ξύπνησε το ψιθύρισμα του νερού. Ένιωσε μια ευτυχία, άλλο πράμα. Μα δεν είχε λέξεις να την ντύσει, όπως κάνουν στις διαφημίσεις με τους χαρούμενους πρωταγωνιστές. Σε τούτο το φιλμ τους ρόλους τους κρατά μόνον εκείνος. Θυμήθηκε τον καφενέ στο μουράγιο και κίνησε προς τα ‘κει. Οι πρωινοί θαμώνες έπιναν κιόλας τον καφέ τους και ο χρόνος ο καταιγιστικός είχε σταθεί ασάλευτος τριγύρω από το μαγαζάκι. Το κατάστημα είχε τ’όνομα ενός αρχαίου πλοίου , λερωμένες βιτρίνες, μια ασπρόμαυρη τηλεόραση που δεν δούλευε χρόνια τώρα, τον γέρο δίχως τη θάλασσα που απομένει κρυμμένη μονάχα μες στο βλέμμα του – αυτό συνιστά την βαθύτερα σημασία του έργου -, μια ανθοστήλη με προϊστορικά λουλούδια, απομεινάρι της πλαστικής μας εποχής. Παρήγγειλε και αυτός κατιτίς και μέτρησε το κενό. Κάθε τόσο ο άνεμος έφερνε τις στάλες κάποιας βροχής μακρινής. Η προσθήκη του νερού στο τοπίο τριγύρω, προσέθετε ένα είδος δροσιάς στα πράγματα, κάνοντας ακόμη και τούτο το καφενεδάκι να μοιάζει καινούριο, έξω από τις τάξεις της λήθης. 

Ο καφετζής απρόσκλητος ήρθε και κάθισε στο τραπέζι του. Τα μάτια του ήταν βαθιά, εκεί μέσα κρατιόταν όρθια η σιωπή, ούρλιαζε της καρδιάς η πείνα. Παρατήρησε πως ο καφετζής δεν είχε ίσκιο χάμω στα μωσαϊκά και η φωνή του ακόμη, ακουγόταν συρμάτινη, σαν μέσα από μια πολύ βαθιά λύπη. Έξω έπεφτε πάλι η σκοτεινιά και ο χρόνος του φάνηκε πως έλειπε από παντού. Αυτό το ζώο το άπτερον είχε για πάντα δραπετεύσει από εκείνο το μέρος. Ο γέρος μαγαζάτορας καθόταν στην ψάθινη  καρέκλα και δεν μιλούσε. Σαν τάχα να περίμενε τις απαντήσεις, εφάνταζε πολύ συγκινητικός με τα χιονισμένα του μαλλιά, με ένα ποτάμι χρόνου να διαβαίνει μέσα από τα δυο του μάτια. Ξάφνου, ο άνδρας αυτός μίλησε. Κινούσε τα χείλη του, μα η φωνή άνηκε σε κάποιον άλλο. Και όταν θα έρθει η ώρα, εμείς θα φροντίσουμε όλα τα τυπικά, έτσι που η μετάβασης να συνιστά μια εύκολη και καθόλου δύσκολη υπόθεση. Ανεπαίσθητα, όπως έλεγε και ο ποιητής, έτσι ακριβώς θα διαβείτε την ταπετσαρία του κόσμου. Μην δειλιάσετε, παντού υπάρχουν άνθρωποι έτοιμοι να κάνουν το καίριο βήμα. Θα τους βρείτε τις αγορές, στους δρόμους, μες στις σιωπές, στα λάθη. Αυτοί θα σας στηρίξουν, αυτοί που δοκιμάζονται όπως και εσείς, κύριε, όπως και εσείς. Η επιστήμη δεν μπορεί τίποτε να κάνει. Έπειτα ο άνθρωπος επέστρεψε στην κουζίνα του. Ή τουλάχιστον έτσι νόμισε, αφού εκεί που θα έπρεπε να στέκει το μικρό δωματιάκι, αρχίναγε ένα πυκνό και ανεξιχνίαστο δάσος. Και όλο φτάνανε άνθρωποι και τίποτε δεν είχε το γνώριμο, το παλιό του όνομα. Ολόκληρο το σύμπαν είχε ξεφτίσει και όλα μετέωρα λαμβάνανε χώρα, όπως ακριβώς συμβαίνει στ’ανοιχτά της Νάπολης.

Όλα θα συμβούν δίχως φασαρία. Μην περιμένετε τίποτε σπουδαίο, ο θάνατος συνιστά μια απολύτως, φυσιολογική υπόθεση. Έτρεξε στον παλιό καθρέφτη που δέσποζε στον κεντρικό τοίχο της σάλας. Κοίταξε καλά μα δεν βρήκε τίποτε, μήτε τον εαυτό του ή κάτι γνώριμο να στηριχτεί. Μόνο τα ρούχα του τ’αδειανά, τον ελεγκτή με το κατάμαυρο πηλίκιο να μετράει τα κέρδη. Μόνο εκείνη, πιο νέα από ποτέ . Του φάνηκε πως άκουσε τη φωνή της, τόσο μακρινή πια, ίδια με λαλιά χελιδονιού, τίποτε λιγότερο. Ο θάνατος πάντα κρατάει πολύ, είναι ο παρατεταμένος χιονιάς, μια ερημιά γεμάτη χιόνια, ποτάμια, κάτι από εσένα. Θυμήθηκε τα λόγια του ιατρού. 

Ώστε έτσι, μονολόγησε και ευθύς αισθάνθηκε για πρώτη φορά μια ξεκούραση παράξενη, ηδονική και λεπτή. Κάτι σαν θάνατο.

Απόστολος Θηβαίος