Προτσές και άλλα

© Vivian Maier


Νίκος Πουλαντζάς
21 Σεπτεμβρίου 1936 – Παρίσι, 3 Οκτωβρίου 1979

[…στην Πέργαμο και στην Μπαστιά…]

Η οδός Στουρνάρη αργοπεθαίνει. Στοιχειωμένη από το Πολυτεχνείο, νικημένη από τις αγορές που σαρώθηκαν, παραμένει διάσπαρτη με κλειστά μαγαζιά, με πωλητήρια και κάτι προϊστορικούς Αθηναίους που γνωρίζουν καλά και έχουν γευτεί την ιστορία αυτής εδώ της πόλης. Όσοι έχετε βρεθεί πρόσφατα σε εκείνον τον αθηναϊκό δρόμο που συνόψισε μια φορά και έναν καιρό τη γέννηση μιας νέας τάξης, ξέρετε για τι πράγμα μιλά ετούτος ο πρόλογος. 

Πώς να γλιτώσει το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς από τη γενική κατήφεια εκείνου του δρόμου; Πώς να κερδίσει ξανά μια θέση μες στην πολιτική ζωή αυτού εδώ του τόπου, από τη στιγμή που η πολιτική πεθαίνει παντού στον κόσμο; 

Ξέμεινε με τη ρετσινιά ενός κινήματος που έπεσε θεαματικά, όπως όλα τα κινήματα, φυλάει εντός του τις ιδέες του στοχαστή αυτόχειρα Νίκου Πουλαντζά, ενός σημαντικού ανθρώπου και μιας ανυπολόγιστης απώλειας για την ευρωπαϊκή, πολιτική πραγματικότητα. Οι περισσότεροι που διαβαίνουν από την περιοχή, επικεντρώνεται στο σταθμό του μετρό που σε λίγους μήνες θα ‘ναι μια πραγματικότητα. Όλα τα υπόλοιπα πεθαίνουν σε εκείνα τα μέρη, το παλιό σινεμά του Βοξ, τα καφέ της εφηβείας μας, το ίδιο το Ινστιτούτο, νεκρό από ιδέες, επικίνδυνα πεπαλαιωμένο, κάτι αρχαία βιβλιοπωλεία που διέθεταν πάντοτε στις  βιτρίνες του τίτλους ριζοσπαστικούς,. Τώρα μια ματιά θα σε πείσει πως όλα και όλα προωθούνται μονάχα τα μπεστ σέλερ που καθορίζουν οι περισσότερο οι χονδρέμποροι και λιγότερο οι αναγνώστες.

Σαν κακοήθες μελάνωμα πάνω στο κορμί της πόλης, η οδός Στουρνάρη σαπίζει αργά και αλλάζει πρόσωπο, ώσπου να εξευρωπαϊστεί. Θα το αντιληφθείτε όταν το προτσές ολοκληρωθεί, όταν τα χαλύβδινα κτίρια, θα σταθούν σαν κάθετοι κόσμοι. Θα το νιώσετε όταν θα αποκλειστεί το πεζοδρόμιο έξω από το Ινστιτούτο, μόνο για να διαβούν οι νέες επισυνδέσεις τύπου φάιμπερ για ταχύτητες εξωφρενικές. Ξέρει καλά η εποχή να συλλαμβάνει με υπόγειες μεθόδους το ουσιώδες, το ‘χει αποδείξει. 

Μόνο να φανταστεί δεν θα μπορέσει για καιρό μια άλλη πολιτική, καμωμένη από ιδέες και πνευματικούς αγώνες που μόνοι αυτοί, θα μπορέσουν κάποτε να διαμορφώσουν το οριστικό πρόσωπο του κόσμου. Αυτό που σήμερα πρεσάρεται επικίνδυνα. Όχι, την έχασε την ευκαιρία της η αριστερά. Η ιστορία δεν συγχωρεί και αποστρέφει το βλέμμα από τον ρομαντισμό. Για εκείνη η κυριαρχία της λογικής παραμένει μια αδιαμφισβήτητη αλήθεια. Η νέα τάξη των πραγμάτων επικράτησε στα σημεία. 

Και όμως μια μέρα, ετούτη η φτηνή, πολιτική σκηνή, γιομάτη από αρλεκίνους και άριστους και τιμητές των πάντων, θα πέσει πανηγυρικά. Για να λάμψει και πάλι ένα αστέρι, σαν εκείνο του Νίκου Πουλαντζά που ισχυροποίησε την αριστερά σε ολόκληρη την Ευρώπη και στάθηκε εμπνευστής της επικαιροποίησης της, μιας δυνατότητας ενσωμάτωσης στις συνθήκες του σύγχρονου ευρωπαϊσμού. Μια μέρα, κάποιος νέος, σίγουρος, βέβαιος για το αδιέξοδο του κόσμου, θα κόψει τις απαγορευτικές κορδέλες έξω από το Ινστιτούτο και θα κηρύξει και πάλι τον καιρό της εξωστρέφειας, σαρώνοντας οριστικά το παλιό που συνωστίζεται στον προθάλαμο της επίμονα, απαράλλαχτης ιστορίας.

Ενοποίηση

Η Ανατολική Γερμανία γίνεται μέρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Ενοποίηση). Η μέρα αυτή γίνεται ομοσπονδιακή γιορτή. Στα ηχεία, “Βροχή” του Χ. Θηβαίου…]

Ο Γιόχαν κάθε τέτοια μέρα, παίρνει άδεια από το εργοστάσιο. Έπειτα με το τραίνο τραβά καρφί για το Βερολίνο. Όταν βρει λίγο ήλιο, περνάει ολόκληρο το μεσημέρι του σε κάποιο από τα πολύβουα καφέ της νεανικής πολιτείας. Και έπειτα, με την πρώτη παγωνιά του απογεύματος, ο Γιόχαν αγοράζει ένα ολομόναχο λουλούδι. Και σαν μικρός , έκπτωτος πρίγκιπας παίρνει το δρόμο για το  Τείχος. 

Παρατηρεί το πλήθος, τώρα πια δεν ξεχωρίζουν οι ανατολικογερμανοί. Ίσως ορισμένοι υπέργηροι, να κρατούν όρθιο το πνεύμα εκείνου του καιρού. Κανείς δεν τους δίνει σημασία, σε λίγο καιρό θα χαθούν από το πρόσωπο της ζωής. Όπως και ο Γιόχαν.

Φθάνει πάντα νωρίς το βράδυ. Μες στην ομίχλη που σηκώνεται από την παρατεταμένη υγρασία, κρατά το λουλούδι του και προχωρεί. Ότι σώζεται από το Τείχος είναι το δικό του άστρο. Και ας διστάζει, ο Γιόχαν βάζει τα δυνατά του, θυμάται τα ονόματα όλων των φίλων του. Έπειτα αγγίζει τις πέτρες που άφησε όρθιες η αλλαγή για να θυμίζουν τις μεγάλες στιγμές της σημερινής Ομοσπονδίας. Σκύβει το κεφάλι και φέρνει στο νου του, με αυτήν τη σειρά τους παλιούς του φίλους. Έντι, Φιόνα, Χάινριχ, Πέτερ, Στήβι, Χανς. Κάθε φορά θυμάται λιγότερους, μα όλοι του χαμογελούν παγωμένοι σε εκείνη τη λήψη από το 1990. 

Ο Γιόχαν δεν πιστεύει τις πολιτικές και τα προγράμματα. Του μοιάζουν με κενά γράμματα, τώρα που όλοι οι φίλοι του λείπουν. Νιώθει για αυτούς μια απέραντη, ομοσπονδιακή αγάπη. Και ας έφυγαν έτσι ξαφνικά, σαν τάχα να ‘χαν κάτι σπουδαίο να κάνουν, μια πράξη μεγαλύτερη και από τη ζωή τους. Ξεγέλασαν τους σκοπούς και πέρασαν με μια δρασκελιά στην άλλη πλευρά της ιστορίας, τόσο φυσικά, τόσο απλά.

Ο Γιόχαν νιώθει πως τίποτε δεν άλλαξε, αφού κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να γκρεμίσει το Τείχος που απέμεινε όρθιο μες στην καρδιά του. 

Άλλη μια κούπα καφέ

[…στα ηχεία ο Μπομπ Ντύλαν, κάποιο ςκερνάει “ακόμη μια κούπα καφέ”…]

Στάθηκε να δει τις κορφές. Παντού τ’αρχαίο χιόνι και οι απαράμιλλες σιωπές. Το σύννεφο που περνά ρίχνει τον ίσκιο του τριγύρω. Το συνοδεύει ένας καλός, παγωμένος άνεμος, κανείς δεν ξέρει από πού έρχεται. Κάρφωσε τη σημαία του στο χώμα και μετρησε το κενό ως εκεί που φτάνει το μάτι του. Κάθισε στο βράχο και ατένισε τον καιρό. Για πού ταξιδεύουν τα σύννεφα, δεν μου ‘πες ποτέ. Και αν τάχα επιστρέφουν μια μέρα, δεν μου το ‘πες, ψιθύρισε και κάπου στον κόσμο έπιασε μια μπόρα. 

Κοίταξε ψηλά στον ουρανό. Τόσο καιρό γυρεύει να δει το πρόσωπό της στο στερέωμα. Του το είχε υποσχεθεί μες στο σκοτεινό δωμάτιο του δημοτικού νοσοκομείου. Αργότερα, ξεγλίστρησε στην άλλη πλευρά του κόσμου, παίρνοντας μαζί της υποσχέσεις, έρωτες, βλέμματα. Όλα τα πήρε μαζί της. 

Δεν επέστρεψε ποτέ σε εκείνο το δωμάτιο. Τ’αφησε όλα να παλιώσουν και να λησμονηθούν,φορτώθηκε το σάκο του και πήρε να ταξιδεύει. Πήρε αεροπλάνα, πλοία, επιβιβάστηκε σε απρόσμενα λεωφορεία με πουλερικά και χωριάτες και ανθισμένες γλάστρες και νεαρούς Ροβινσώνες που ονειρεύονται πως βρίσκουν την κρυψώνα του φεγγαριού. Έμεινε μονάχος του μες στη νύχτα σε κάποια πανσιόν, ο ουρανός πάνω από το κεφάλι του έπαιρνε την όψη της, ένα αστέρι έπεφτε μα δεν τις πίστευε πια τις ευχές. Δρόμους έπαιρνε και άφηνε, δρόμους δίχως τελειωμό, ίσαμε να φτάσει σε τούτο εδώ το ύψωμα με την στρατιωτική ονομασία, ένα μέρος που δεν είναι φτιαγμένο για ανθρώπους, παρά μονάχα για μοναξιά. Καθόλου δεν κατόρθωσε να ξεμακρύνει από κοντά της. 

Αργά τη νύχτα, όταν ένας άλλος κόσμος αποκαλυπτόταν, αθέατος ως τότε, παρατήρησε το αεροσκάφος των τοπικών αερογραμμών που διέσχισε τον ουρανό, αφήνοντας μια αχνή γραμμή καυσαερίου. Κάτι σαν άγριο φτεροκόπημα ακούστηκε, ένας ίσκιος έπεσε πάνω του. Και είδε τότε στο πλάι του, έναν πελώριο κόνδορα. Καθόλου δεν τρόμαξε και καθόλου πια δεν ένιωθε μόνος. Έβαλε μια κούπα ζεστό καφέ, ο ουρανός στο βάθος ξέφτιζε. Αν τάχα έξυνε με το νύχι κανείς την επιφάνεια θα φαινόταν από κάτω μια ολοκαίνουρια, λαμπρή μέρα. Ο κόνδορας σάλεψε στη θέση του και κούρνιασε, χορτάτος από συντροφιά τούτη την ώρα.

Ωραίοι, ως ήρωες
Καρλ Φον Οσιέτσκι
03/10/1889-1-4//5//1938

[…στα ηχεία, Bertolt Brecht & Kurt Weill – Alabama Song. Ω, Καρλ, μην ρωτάς γιατί, μην ρωτάς γιατί…]

Καρλ, έι Καρλ, πώς είναι να φτύνεις αίμα, ε; 

Έτσι του φωνάζανε οι στρατιώτες του Ράιχ, πάντα γελαστοί και πάντα κτηνώδεις. Μα ο Καρλ δεν τους δίνει σημασία. Και αν τον χτυπούν και αν τον ρεζιλεύουν και αν τον απειλούν πως θα κάνουν κακό στους δικούς του, τίποτε δεν φοβάται ο Καρλ. 

Είναι αποφασισμένος να εμποδίσει με κάθε τρόπο τον πόλεμο που σαλεύει σαν βρέφος μες στην καρδιά της Ευρώπης. Είναι αποφασισμένος να πει την αλήθεια, για να μάθει ο κόσμος πως σε τούτο το μέρος μεγαλώνουν οι άνθρωποι έναν θάνατο. Δεν πρόκειται για πρόθεση, μα για τη βεβαιότητα που ‘χει ο Καρλ. Πως τάχα θα υπερισχύσουν των σημείων οι πανανθρώπινες αξίες. Η αγάπη για τον διπλανό, η πίστη πως κάτι καλύτερο μας αναλογεί, περισσότερη ελευθερία, περισσότερες ευκαιρίες, πλατύτερη ανασεμιά. Ας μην τον πληγώσουμε με αλήθειες απόψε, καλύτερα όχι.

Τι και αν τον βασάνισαν οι θιασώτες της χιτλερικής Γερμανίας που σφυρηλατεί μεθοδικά το ηθικό του λαού της; Ο Καρλ Φον Οσιέτσκι παράμεινε πιστός στην ειρήνη που από τίποτε δεν νικιέται. Έφυγε χαμογελαστός, έχοντας αποδεχτεί εκείνο το πικρό βραβείο που δίνουν οι χώρες στους ανθρώπους που αντιστέκονται και παλεύουν και ονειρεύονται. Τι και αν σώθηκαν οι ήρωες, τι και αν τον λησμονήσαμε ολότελα τον ιδεαλιστή Καρλ; Αυτές οι προσωπικότητες υπερτερούν της άνοστης ζωής μας. Αυτοί οι άνθρωποι δείχνουν το δρόμο σε μας που τώρα η ιστορία μας ξεγελά. 

Απόψε λοιπόν, σαν θα πίνετε το ποτό σας σε κάποιο μπαρ του κέντρου οποιασδήποτε πολιτείας του κόσμου, υψώστε τα ποτήρια σας για τον Καρλ. Και δείξτε κουράγιο, όταν ο κόσμος θα τρέμει, όταν με ένα ρεσάλτο κάθε ελπίδα θα νικιέται εκεί που γράφονται οι κατάμαυρες σελίδες της ιστορίας του καιρού μας, κάθε καιρού.

Ξαφνικά διηγήματα
Ένας άνθρωπος, δίχως ριζες
[…στα ηχεία, La Valse des Lilas – Michel Legrand…]

Ο Αλφόνς είναι ένας νέος ξεχωριστής ομορφιάς. Σπουδάζει και ονειρεύεται ένα γραφειάκι στην πολύβουη λεωφόρο. Και έπειτα, μέρα τη μέρα, υπόθεση την υπόθεση και αν το θέλει ο Θεός, θα γίνει ένας μεγάλος και τρανός νομικός επιστήμων. Θα ‘ναι σε θέση να διαλέγει ο ίδιος τις υποθέσεις του και θα αρνείται να καταπιάνεται με φτηνές επιδικάσεις, για λίγα, μονάχα φράγκα. Μα έχει καιρό ως τότε, πρώτα πρέπει να “πετύχω στα μαθήματά μου, να διαπρέψω, το λιγότερο. Εκεί έξω τα πράγματα είναι δύσκολα, μια μετριότητα δεν θα κατάφερνε τίποτε, εκεί έξω”. 

Και οι γονείς του πάντα νιώθουν συγκαλυμμένα περήφανοι, αφού κανείς θα πρέπει να φανεί ταπεινός, αν θέλει να του το ανταποδώσει κάποτε η ζωή. Ο Αλφόνς μελετά ως το χάραμα, κάθε μέρα μελετά, υπόθεση Φρανς κατά Ζιρκάν, υποθέσεις χειραγωγήσεων και τα λοιπά. Και όλοι τον καμαρώνουν στη γειτονιά και μάλιστα ο κύριος Μπενσέρ πιστεύει πως ο Αλφόνς θα μπορούσε να αναλάβει τη θέση του Ντε Γκωλ και να ξαναζωντανέψει μια χώρα που πεθαίνει. Ο Αλφόνς γελάει, δεν πιστεύει λέξη από όλα αυτά, μα του αρέσει να πιστεύουν σε εκείνον, να τον θαυμάζουν. 

Απόψε ο Αλφόνς νιώθει κουρασμένος. Δεν έχει κέφι για μελέτη και άλλωστε του αξίζει λίγη ξεκούραση. Θα φάει μαζί με τον πατέρα, έχουν πολλά να πουν για ποδόσφαιρο και κυνήγι και για ένα σορό πράγματα. Η μητέρα περιφέρεται οργισμένη επειδή λέει όλη μέρα κουράζεται με τις υποθέσεις του σπιτιού. Κανείς δεν την καταλαβαίνει. Ο Αλφόνς θα’θελε, αν δεν ήταν η μητέρα του, να της μιλήσει αυστηρά και να την κάνει να σωπάσει.

“Μα δεν είναι καθόλου η μητέρα σου”, αποκρίνεται ο πατέρας, σαν να άκουσε τους λογισμούς του. Ο Αλφόνς χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του, ο πατέρας του λέει χαμηλόφωνα την ιστορία. Απόψε, πρέπει να την βρει απόψε, να μάθει όλα εκείνα που δεν γνώρισε ποτέ. Και οδηγεί μες στη βροχή, μόνος εκείνος και συντριμμένος. Όμως η μητέρα πάει καιρός που ‘χει πια χαθεί. Η αρρώστια, μερικοί φριχτοί μήνες, “πονούσε, η μορφίνη δεν έκανε τίποτε. Έπρεπε να φύγει, έπρεπε να μπει ένα τέλος, καταλαβαίνετε νεαρέ;” 

Αυτά ήταν ακριβώς τα λόγια ενός κυρίου πολύ καθώς πρέπει. Τον σταμάτησε στις σκάλες και του’πε όλα ετούτα, ίσως με κάποιες μικρές αλλαγές, δίχως να προσμένει καμία απόκριση. “Μένετε με τον πατέρα σας;” Ο Αλφόνς γνέφει σιωπηλός και διαλυμένος. Ο άνδρας εκείνος συμπληρώνει, “μα δεν είναι ο πατέρας σας. Ήσαν και οι δυο νέοι, τον θυμάμαι μόνον αχνά, έβρεχε ακριβώς έτσι όταν χωρίσανε. Ακριβώς εδώ. Αυτός που ξέρετε σαν πατέρα σας, είναι ένας μεγάλος, γιομάτος καλοσύνη και είναι υποχρέωσή σας να τον αγαπάτε”.

Δεν χρειαζόταν τίποτε περισσότερο. Ο Αλφόνς ξεχύθηκε στους δρόμους, η βροχή είχε δυναμώσει. Δεν είχε ιδέα πού πήγαινε, όσα γνώριζε ως τότε , ήταν ψέμματα, ψέμματα, τίποτε περισσότερο. Η παγωνιά δεν μπορούσε να του κάνει το παραμικρό. Μια μικρή, άγρια χαρά γεννιόταν μέσα του, όπως ένα δειλό, ξαφνικό κύμα. Κόντρα στα φιλμ και τις νουβέλες, ο Αλφόνς κατέληγε στο τέλος της ιστορίας πιο μόνος από ποτέ, μα ίσως μια στάλα ελαφρύτερος, σαν να μην κρατάνε οι ρίζες του πια από τη γη, σαν να’ναι ο ουρανός το σύνορό του, το πιο απέραντο.  Δεν του άρεσε καθόλου το συναίσθημα αυτό, η υποψία της δειλής ευτυχίας που σας ανέφερα μόλις τώρα. 

Δεν άνηκε λοιπόν πουθενά ο Αλφόνς, η δική του υπόθεση θα γίνει κάποτε γνωστή, ως η περίπτωση του ανθρώπου δίχως ρίζες, ενός νέου που ‘χει όλα τα φόντα για μια μεγάλη ζωή και όμως. Ο Αλφόνς απόψε πεθαίνει λοιπόν, ως το χάραμα ένας καινούριος άνδρας θα ‘χει γεννηθεί , ένας πραγματικός ξένος για αυτόν εδώ τον κόσμο. Το υποσχέθηκε στον εαυτό του, αυτόν τον ολοκαίνουριο. 

Κανείς, λοιπόν δεν θα μάθει για την ιστορία του και αν δεν ήταν αυτό εδώ το αφήγημα, θα παρέμενε για πάντα ένας τελείως άγνωστος, για τον οποίο κανείς και ποτέ δεν φαντάστηκε πως υπήρξε στ’αλήθεια μια ύπαρξη, τόσο δραματική. 

Αν δεις τον Ηλία
Ηλίας Λάγιος
5 Ιουλίου 1958 – Αθήνα, 5 Οκτωβρίου 2005

Σφάλισε τις πόρτες και έκλεισε πειστικά τα φύλλα των παραθυριών. Έπειτα στάθηκε στο μεγάλο τραπέζι της σάλας. Πάνω στα ξύλα της σκεπής φτερουγίζαν κάτι ποιήματα. Δεν τα κοιτούσε μην τύχει και ζηλέψουν τα μάτια του. Ξέρετε, μετά από χρόνια, όταν οι ποιητές διαβούν στις τάξεις της ανάμνησης, τα ποιήματα σαλεύουν και αγριωπά, σαν ξεχασμένα, όπως μικρές επαναστάσεις, λέει που καίνε ορμούν να σου ξεριζώσουν τα μάτια.

Κράτησε την ανάσα του. Η μελαγχολία τ’άρπαζε την ψυχή. Πάνω ψηλά στη σκοτεινή σοφίτα τ’ανθού, ενός άλλου ποιητή, τα ποιήματα σπαράζονταν. Σκέφτηκε να βάλει το πικάπ μα ευθύς το μετάνιωσε, επειδή τα ποιήματα, ως γνωστόν, είναι ζώα άγρια που τρομάζουν με το παραμικρό και πετούν και χάνονται. Είναι τρομερό αν σας αραδιάσω πόσοι στίχοι χαθήκανε από αυτήν την ολότελα ξαφνική αιτία. Και αυτός, αυτός ένας Θεός ολόγυμνος, ένα παιδί μερικών αιώνων. Τον μεγαλώσανε λέει τα ποιήματα που συνιστούν τ’άχρονο και το μεγαλειώδες, έναν φωταγωγημένο δεκαπεντασύλλαβο, της στιγμής τ’ανάθεμα, δεν διέφερε σε τίποτε.

Έκανε να σηκωθεί, μα ήταν καιρός πια που ‘χε απομείνει εδώ. Να μεγαλώνει λέει το άρρητο, να σκουριάζουν λέει οι τζαμαρίες και οι στίχοι και τα σονέτα να κλαίνε απαρηγόρητα. 

Μια κρίσιμη στιγμή ακούστηκε χτύπος στην πόρτα. Άνοιξε βιαστικά, ο άνεμος μπήκε μέσα, παρέσυρε τους στίχους , σάρωσε ότι μετέωρο παρέμενε στις δεσιές των ξύλων. Ο θάνατος ήταν ή ο Θεός, λίγη διαφορά κάνει σε τούτο τον κόσμο. Ο άλλος τ’αποκρίθηκε. Στο πέτο του κρατιόντουσαν όρθια τα πουλιά, ολομόναχο το τραγούδι τους. 

Με λένε Ηλία, είπε. Μες στ’αγνά του μάτια βασίλευε η διάρκεια, η τρυφερότητα, μια προφορικότητα που ξυπνούσε τις αισθήσεις. Πίσω από τα μάτια του φωνάζανε οι ποιητές των παλαιών των ημερών .Η συνήθεια είναι σπουδαίος σιγαστήρας, πρόσθεσε γελώντας διακριτικά. Ο Μπέκετ το είπε, όχι εγώ.

Μα τίποτε δεν έκανε στα ποιήματα που πετούσαν μέσα από το στόμα του. Λένε πως μας κέρδισε γι απάντα ο θάνατος, είπε ο άνδρας με την ερημιά ξοπίσω του. Ήταν ψέμα, ήταν ποιήματα για να πουν τ’αντίθετο χίλιες φορές,ξανά και ξανά, ήταν ποιήματα για να μην λιγοστέψει το θάμβος και η ειλικρίνεια της έκφρασης.

Άρχοντά μου, σβησμένη σάρκα, μάτια χωρίς τα μάτια σου,
σβώλε από χώμα, αχερουσία, μεσάνυχτα του κανενός,
μα πώς βαστάς την τόση απουσία;
Δεν σ’ το ’πανε, ψυχούλα μου, που ο θάνατος νικήθηκε για πάντα;

Σφαλισμένη η πόρτα μου• κλειστά τα παραθυρόφυλλα• μπορείς
να μπης.
Παλιέ μου και μονώτατε, έλα να με γιορτάσης,
ν’ ανάψη η μια στιγμή χαράς, δικιά σου και δικιά μου,
κι αχ, μου δίνεις το χέρι σου κι αχ, μου λες τ’ όνομά σου.

Απόψε οι πεθαμένοι ξαγρυπνούν μες στων κεριών τις φλόγες,
Και μοναχή παρηγοριά τα παιδικά της χρόνια στην Αθήνα•
γίνε αγερίτσα του Θεού και πέταξε εδώ πάνω.
Δεν το ’νιωσες, κορμάκι μου, που ο θάνατος μας κέρδισε για πάντα;

Α.Θ