
Πέδρο Αλμοδόβαρ Καμπαγιέρο
Pedro Almodóvar
25 Σεπτεμβρίου 1949
[…para amantes. Στα ηχεία Tajabone…]
Δεν το πήραμε χαμπάρι πως προσγειώθηκε μες στις ζωές μας. Διέσχισε τον ουρανό της Μαδρίτης και έκανε την πρώτη του εμφάνιση με στολή αλεξιπτωτιστή και μουτζούρες στο πρόσωπό του. Τύλιξε γρήγορα το αλεξίπτωτό του και το παράχωσε σε μια εσοχή του δρόμου. Εκεί έξω άλλωστε, υπάρχουν οι πιο μεγάλες σημασίες, γυρνούν στις αγορές και λερώνονται μα ξεχωρίζουν όπως το διαμάντι.
Σουλούπωσε τα ρούχα του και ξεμύτισε από τη γωνιά. Από όπου περνούσε άφηνε ίχνη από εξωφρενικά χρώματα. Κάθε τόσο σκάρωνε τις ιστορίες του, σενάρια άξια για κινηματογραφικές παραγωγές. Όλα τα κρατούσε μες στο νου του και από όπου περνούσε οι άνθρωποι τον κοιτούσαν με αμείωτο ενδιαφέρον.
Έξω από τα μπαρ της πόλης, τα κορίτσια του έριχναν ζεστές ματιές, όλο κατάφαση. Περισσότερο από όλα τον αγαπούσαν γιατί ήταν ένας τσακισμένος ήρωας, με ένα τρόπο υπόγειο και επιβλητικό, αινιγματικό και πληθωρικό. Ένας ήρωας που ποτέ του δεν ζήτησε μοναχικούς πλανήτες και μοναδικά λουλούδια. Δεν είχε ποτέ επίγνωση του εαυτού του, μόνο για την αγάπη ήρθε σε αυτόν τον κόσμο.
Όλοι είχαν συναντήσει ξανά τέτοιους πρίγκιπες. Κάτι κοντινό στη φαντασία που ανέτρεπε τη συνήθεια της ύπαρξής μας. Παράξενα παιδιά που μπορούσαν, λέει να δίνουν όψη στη συντριβή, να χρωματίζουν τα πάντα τριγύρω με κάτι το εξωφρενικό και το ανοίκειο. Ο Αλμοδόβαρ, γίνηκε ενστικτωδώς ένας άνθρωπος δικός μας, η παλέτα των χρωμάτων που μας ταιριάζει περισσότερο.
Γυναίκες με μια παράδοξη ομορφιά, ξανθιές, με κόκα κόλα στο χέρι, καπνίζοντας μοιραία, ντυμένες στα κόκκινα, με το θριαμβευτικό ύφος εκείνων που γνωρίζουν τι σόι σπουδαίο πράγμα που είναι η ομορφιά τους. Διακοσμήσεις, πάει να πει, για να λάμψει σ’αντίθεση μεγαλύτερη, η ρωγμή που επιτρέπει να περάσουν όλες αυτές οι προβολές.
Δεν έχει σημασία αν έχει δει κανείς τα φιλμ του. Κάθε φορά υπάρχει μια γοητεία σε κάποια από αυτά, ένα χάρισμα μοναδικό, κάτι προικισμένο με την αυθεντική δροσιά της νύχτας. Σε μια έκρηξη ζωής, οι σπασμένες κούκλες του Πέδρο Αλμοδόβαρ χτυπούν στο στερέωμα. Διαλύονται μες στα συναισθήματα, φορούν κάτι κλεμμένα φτερά αγγέλου, όχι για να βρουν τον εαυτό τους, μα για να ανακαλύψουν ποιος είναι εκείνος ο δρόμος που βγάζει επιτέλους στην καρδιά ενός ανθρώπου.
Ο Πέδρο Αλμοδόβαρ θα μπορούσε να’ναι ένας μικρός πρίγκιπας. Σε μια σκηνογραφία από κοραλλένια μπαρ με εξαίσιους φόβους βαλσαμωμένους στους τοίχους, με τη γεύση του έρωτα και τη λατρεία του σώματος σε υφάσματα και αγγίγματα, με παρεκκλήσια κάπου στο τίποτε της έρημης χώρας, με αστεία και τρυφερότητα. Ευαίσθητοι ήρωες θα προβάλλουν πίσω από την κουίντα της βιογραφίας τους, φέροντας ακέραια την ευθύνη και την εμπειρία τους. Την ευαισθησία τους.
Ζωγραφιές
Μαρκ Ρόθκο
25 Σεπτεμβρίου 1903 – 25 Φεβρουαρίου 1970
[…μια αφήγηση πολύ προσωπική, ή αλλιώς, η ιστορία ενός μετανάστη βυθισμένου μες στην εποχή της Μεγάλης Ύφεσης. Από τα νεανικά έργα του Ρόθκο. Άτιτλο…]
Όταν κλείνει ο σταθμός, ανάβει τα φώτα της γαλαρίας και μαζεύεται στη γωνιά του. Ποτέ του δεν στρέφει το βλέμμα προς την πλευρά των γραμμών. Κάπως έτσι διατηρεί γαλήνια την καρδιά του μες σε εκείνον τον υπόγειο, έρημο σταθμό.
Αυτή η συνήθεια διεκόπη πριν από λίγες μέρες. Τα ραδιόφωνα έπαιζαν με αμείωτη συχνότητα ειδήσεις από το μέτωπο. Λίγο πιο πάνω η χώρα περνούσε στην εποχή της συλλογικής κατήφειας. Οι βετεράνοι ξεχώριζαν εδώ και εκεί στις γωνιές των δρόμων. Φορούσαν το μετάλλιο της θλίψης τους και είχαν στα μάτια άγρια θεάματα σε πρώτη,μόνιμη προβολή. Εκείνη τη μέρα δεν άναψε τα φώτα της γαλαρίας, δεν ξέρει γιατί τώρα που το συλλογίζεται.
Βρισκόταν στο μέσον της βάρδιας του όταν φάνηκε από τα βάθη ένα καθώς πρέπει ζευγάρι. Ήταν μιας κάποιας ηλικίας, εκείνος φορούσε ένα τριμμένο κοστούμι. Το γιλέκο ήταν από παλιά ώχρα και όλα ήσαν σκοτεινά στην όψη εκείνου του ζευγαριού. Μα ο άνδρας διατηρούσε την έκφραση ενός γερασμένου ξαφνικά παιδιού, με χαρακτηριστικά που δεν πρόλαβαν να αλλάξουν. Είχε μια ενοχή στα μάτια του, έτσι όπως κοιτούσε τον ζωγράφο επίμονα. Το χέρι του ήταν αρπαγμένο από χίλια βαμμένα κόκκινα, νύχια. Πονούσε μα δεν θα το έλεγε ποτέ του.
Όσο για τη γυναίκα, φορούσε ταγιέρ και κάτι σαν κορδέλα στα μαλλιά της, κληροδότημα της σχολής των Ολλανδών ζωγράφων. Είχε το νου της αφοσιωμένο σε κάτι ξένο και αλλιώτικο, σαν κάτι να αναζητούσε που δεν θα βρισκε ποτέ μες στη ζωή της. Όλα μοιάζανε παράταιρα, ήταν μια κούκλα σπασμένη μα είχε και αυτή, ένα πρόσωπο από αθωότητα και στάχτη. Ο άνδρας σχεδόν γελούσε, μα πώς να καταφέρει να σωθεί έτσι που τον αρπάξανε τα χιλιάδες, κόκκινα νύχια. Ήταν αδύνατο.
Το ζευγάρι πέρασε στην άλλη πλευρά του σταθμού. Δεν ακούστηκαν τα τακούνια της και από ότι θυμάται τελευταίο έσβησε το ηλικιωμένο παιδί. Σκέφτηκε να τηλεφωνήσει στον υπεύθυνο της βάρδιας, να ανάψει τα φώτα της γαλαρίας. Μα το μετάνιωσε και άφησε το ζευγάρι μες στη σκιά, στην αιωνιότητα της στιγμής που αποσπάται μέσα από το χρόνο για να στολίσει την έκφραση. Μια ομίχλη μυθιστορηματική πλανήθηκε παντού, όλα μοιάζανε σαν μια ζωγραφιά και η σιωπή κάτι από το θάνατο δανειζόταν.
Έλληνες ζωγράφοι
Μίμης Βιτσώρης
Κυρία με μαύρο γάντι
ή
Μια τσακισμένη Αλίκη
Επέστρεψε ανακουφισμένος. Είχε τόσα να πει αν τον ρωτούσα, μια μέρα χωράει μια ολόκληρη περιπέτεια. Μα δεν έχει όρεξη για κουβέντες. Μες στην κουκέτα του, δεκάδες πόδια από την επιφάνεια της γης, είναι αρχηγός και κυρίαρχος του κόσμου. Και αυτό του αρκεί βράδυ Παρασκευής.
Δεν είναι καθόλου λίγο αυτό να ξέρετε, αποκρίθηκε μια φωνή. Σαν να απαντούσε στους στοχασμούς του, η φωνή ήταν ξεκάθαρο κάλεσμα. Σας αξίζουν τόσα συγχαρητήρια, να ξέρετε. Σάστισε και σκέφτηκε πως έπρεπε να το βάλει στα πόδια. Κοίταξε να δεις πώς ανατρέπεται η κατάσταση και ευθύς τα γνωστά γίνονται άγνωστα. Και τα λοιπά και τα λοιπά. Ήπιε δυο μπύρες στο καφενείο απέναντι από το σπίτι. Δεν του πήγαινε να πάει μέσα, καλύτερα έξω, μονάχος του. Αλλωστε μέσα παλεύανε με τους βαλέδες κάτι παλικάρια ίσαμε εκεί πάνω.
Κατά τη μία επέστρεψε. Είχε ζαλιστεί και πεινούσε φριχτά. Αυτή τη φορά θα πάει και πίσω δεν θα κάνει. Άνοιξε με τρόπο.
Επιτέλους, ήρθατε, είχα ξέρετε, αρχίσει να βαριέμαι. Άναψε τα φώτα και κοίταξε στο μικρό μπάνιο, παραμέρισε την κουρτίνα, έψαξε στις τσέπες του και του φάνηκε γελοίος ετούτος ο παροξυσμός. Αμέσως συλλογίστηκε πως δεν είχε λογαριάσει το προφανές. Στο στενό εξώστη τον περίμενε χρόνια τώρα, η Αλίκη. Είχε καρφωμένα κάτι φτερά γοητείας και τα μάτια της πέφτανε μες σε βαθιές στέρνες, αθέατες. Το παλτό της ήταν από μπερδεμένα χρώματα και είχε ταιριάξει περίφημα το μπερεδάκι και την κορδέλα με το χρώμα των νυχιών της. Αρπακτικό κορίτσι έξω από το παραμύθι του πια. Έχει μάθει τι σημαίνει η ζωή, ζει χωρίς αγάπη και πατρίδα. Πίσω από τους καθρέφτες φυλακισμένη μια κούκλα, λέει, πνιγμένη Οφηλία στο Βερολίνο του.
Το πρωί δεν πίστευε τίποτε από όλα αυτά. Του έκανε εντύπωση η ζωντάνια όσων θυμόταν. Ήσυχα ήταν μες στην κουκέτα του. Και πάνω στην καρέκλα, πλάι στο παλιό μπουφέ, να το πορτραίτο ενός κοριτσιού με μαύρο γάντι. Αργότερα καθώς έμαθε το κορίτσι π’αγάπησε το ‘χε σκαρώσει ο τραγικός Μίμης Βιτσώρης. Πάντα η νύχτα καινούρια και επικίνδυνη μες στα μάτια της, σκέτος θάνατος και βαθύ στραφτάλισμα μαργαριταριού.
Χωρίς τίτλο
Αλέξης Ακριθάκης
Μικτή Τεχνική
Μερικές φορές θα’θελα να ‘μουν στο πλήρωμα εκείνων των πλοίων. Που άνοιξαν πανιά με μόνο σύμμαχό τους τ’αστέρια και τα όργανα τα τεταρτοκύκλια του Αλέχο Καρπεντιέρ, ψηφίδες της Σκιάς του, χορδή στην άρπα του.
Να μας πηγαίνει, λέει το φεγγάρι, ολόμαυρο σαν σταγόνα από βάμμα ώχρας σε κατάμαυρο καμβά. Και να αμφιβάλλει η ζωή και το νερό να σώνεται μαζί με το κουράγιο. Ίσαμε εκείνη τη μέρα που ανυποψίαστοι θα ακούσουμε την τρομερή λέξη ξηρά, δυο φορές σαν να απαντάει το τίποτε στη θέλησή μας. Τώρα τ’αγαπώ το φεγγάρι και πάνω στο κατάστρωμα φτερουγίζει η ελπίδα, στάσου και άκουσε, ένας Νέος Κόσμος ποτέ δεν παλιώνει.
Και η γαλέρα με σημαία ντυμένη τα φύλλα του χρυσού, φεύγει στο πουθενά. Όλες οι αποστάσεις έχουν καταργηθεί και μόνο η διάσταση του βάθους παραμένει σε ισχύ. Σε αυτό βοηθούν τα πλοιάρια, όλα ντυμένα χρυσαφιά χρώματα και φθαρμένο γαλάζιο, ασορτί με τον ουρανό μας. Μικρά πολύ έχουν κιόλας περάσει στην άλλη πλευρά της ζωής μας.
Χαμένος μες σε μια τέτοια προοπτική δεν ακούω τον φύλακα της Πινακοθήκης που λυπάται και όμως κλείνει. Απολογούμαι βιαστικά και αποχωρώ. Και η απόσταση μακραίνει και η προοπτική του Αλέξη Ακριθάκη παίρνει φως και ατέλειωτη, φαντάζει σαν προβλήτα που τραβά για τ’όνειρο.
Στον κατάλογο που ξεφύλλισα στο βαγόνι του υπόγειου βρήκα ξανά εκείνο τον αιώνιο στολίσκο. Μικτή τεχνική έγραφε στη λεζάντα. Και τότε κατάλαβα πως λέγοντας αυτό οι ζωγράφοι του κόσμου μυστικά συμφωνούσαν πως κάθε τους έργο θα συνδυάζει τα απλούστερα υλικά, την ταπεινότερη σύλληψη, ντυμένη με τ’όνειρο, με το θαυμαστό και το υπέροχο.
Ζωγραφιές
Αλέκος Φασιανός
Θάνατος Έλληνα Αξιωματικού
Έτσι όπως στέκουν, ανθρώπινοι πολύ και λυπημένοι, τους λες και Βυζαντινούς. Με μια ευαισθησία φυσική και με ένστικτο συλλογίζονται τις τραγικές συνέπειες του πολέμου. “Η Ελλάς ήρθε σαν μία κατάκτησις από τους παλιούς Δωριείς αρχικώς μπορεί να γίνηκε μια καταστροφή”, αφηγείται ο Τσαρούχης στις απομαγνητοφωνήσεις της Χίου. Τίποτε δεν γνωρίζουν από όλα αυτά οι ένστολοι, μόνο θρηνούν τον ωραίο Άδωνι με τα συρμάτινα μάτια και τη λαμπρή της ήττας στολή.
Σε λίγο ο ήρωας, ο Έλληνας αξιωματικός του γεμάτου παιδική αθωότητα Αλέκου Φασιανού θα βγει έξω στους δρόμους. Θα ντυθεί έναν Επιτάφιο και θα σεργιανίσει δοξαστικός τις αυλές των φθινοπώρων. Πίσω από το στολισμένο το τελάρο, τα κορίτσια θα ρίχνουν χούφτες ροδοπέταλα. Και η μπάντα, φανταστική όσο τίποτε, σε ελαφρύ χαιρετισμό θα παιανίζει συγχορδίες και συγκινήσεις και άλλα τέτοια.
Τρέξτε να δείτε, από τη γειτονιά μας περνάει ένας νεκρός θεός, θα φωνάζουν τα χρώματα που προπορεύονται. Και σκύβουν τα κορίτσια να δουν, λέει την έννοια του μεγάλου και του ιδανικού. Δυο παλικαρόπουλα κρατούν τις δάφνες στην αρχή και το τέλος της μικρής πομπής.
Οι στρατιώτες, οφείλουμε να πούμε πως διαθέτουν τα πιο λυπημένα μάτια που μπορεί κανείς να απαντήσει. Καμιά πρόθεση ωστόσο, δεν έχουν να πείσουν για τη θλίψη τους. Άλλωστε ποιος ήταν που είπε πως οι πεποιθήσεις τσαλακώνουν τα πράγματα. Θλίψη σαν τη δική τους δεν είδα, βέβαιος πια πως καμία απομίμηση δεν θα συναντήσει κανείς στα έργα του Αλέκου Φασιανού.
Α.Θ
