Απόστολος Θηβαίος | Η βόλτα και άλλα φροϋδικά

© Dolf Kruger

Δυο αφηγήματα

Η βόλτα

Η κυβέρνηση τους ενημέρωσε με μια σύντομη, συγκρατημένα επίσημη,  επιστολή. Πάνε χρόνια που την περιμένανε, μα να που ήρθε τώρα. Άγνωστο γιατί χρειάστηκαν τόσα χρόνια προτού ενημερωθούν. Αγαπητέ πολίτη, στα πλαίσια της τακτοποίησης των ιστορικών εκκρεμοτήτων, η πολιτεία σε καλεί να επισκεφτείς τις πατρογονικές εστίες. Μην αποστρέφεις το βλέμμα από το παρελθόν σου, έγραφε στο φινάλε η επιστολή.

 Ο πατέρας την παρουσίασε την ώρα του γεύματος, το μικρότερο από τα κορίτσια ρώτησε αν πρόκειται να πάνε ταξίδι. Στην Χιντάλ αρέσουν τόσο πολύ τα ταξίδια, τα ονειρεύεται όλες τις ώρες της μέρας. Διαρκώς μελετάει τους πολιτικούς χάρτες και θυμίζει εκείνους τους δαιμόνιους ναυτικούς ενός κάποιου καιρού που μπορούσαν να διαβούν τον κόσμο μόνο με σκαρίφημα και με τα άστρα. Ακριβώς Χιντάλ, ήρθε η ώρα για ένα ταξίδι. Το κορίτσι πετάχτηκε από την καρέκλα του και έτρεξε για την κάμαρη του. Ετοιμάζει κιόλας τα πράγματά της και μελετάει τις διαδρομές που θα ακολουθήσει μαζί με τον πατέρα. Η μητέρα δεν λέει πολλά, μόνο που παίρνει την επιστολή στα χέρια της και διαβάζει προσεκτικά όλα εκείνα που ο πατέρας δεν ανέφερε. Τα στοιχεία του αποστολέα, τα ψιλά γράμματα στην μπορντούρα του, τη λέξη Δημοκρατία πάνω δεξιά με το εθνόσημο. Όλα ήσαν καθώς πρέπει και να που τώρα έπρεπε να επιστρέψουν εκεί που χάσανε μια φορά και έναν καιρό τα πάντα. Ο πατέρας στέκει σιωπηλός. Φαίνεται πως παλεύει με κάτι, μα δεν θα τολμούσαμε να ρωτήσουμε. Η μητέρα ξέρει και δεν μιλά, η φωνή  ακούγεται πια μετά από τόσα χρόνια βαθιά μέσα του. 

Αργά τη νύχτα του χαϊδεύει τα μαλλιά και τον ρωτάει αν είναι τάχα κάτι που τον απασχολεί. Και εκείνος ξεσπάει σε κλάματα επειδή υπάρχει κάτι που τον απασχολεί, κάτι που δεν θα μπορούσε ποτέ του να ξεπεράσει. Κάτω από τα πόδια του, βρίσκεται το χάρτινο κουτί με τις παλιές φωτογραφίες. Κάποιες έχουν πάρει μπόλικο φως και πια τίποτε δεν φαίνεται. Τις μορφές τις πήρε για πάντα ο χρόνος, φύγανε λέει μαζί με τις παλιές τις ιστορίες. Και δεν πρόφερε κανείς ποτέ ξανά τα ονόματα εκείνων των ανθρώπων. Ο πατέρας κλαίει από τύψεις, λέει η μητέρα. Επειδή για λίγο ξέχασε και είναι δεύτερος θάνατος ετούτη η λήθη. Όταν πρωτακούσαμε αυτές τις λέξεις μας φάνηκαν παράξενες. Είχαμε ακούσει ξανά τη λέξη θάνατος, μα δεν γνωρίζαμε πως υπήρχε ένα ισοδύναμο που ακύρωνε τα πάντα, ένα ισοδύναμο όπως η μνήμη.

Ο πατέρας απόψε κοιμήθηκε μες στο παλιό δωμάτιο. Τον βρήκε η μητέρα νωρίς το πρωί αγκαλιασμένο με τις ασπρόμαυρες λήψεις. Της φάνηκε και εκείνος σβησμένος, σαν τις μορφές στα αρνητικά. Φαίνεται πως ένα κομμάτι του το ‘χε πάρει από καιρό πια ο χρόνος. Και τώρα έλαμπε μες στο χάραμα εκείνο το κενό που αφήνουν οι απουσίες μες στις καρδιές. ´Ομως η Χιντάλ ξέρει να τον κάνει να χαμογελάει. Εμφανίζεται στο πρωινό ντυμένη σαν εκείνους τους αρχαιολόγους που ακολουθούν τα ίχνη της μυθικής πολιτείας Πέτρα. Της έλειπε μονάχα το χαρακτηριστικό εκείνο καπέλο που φορούν οι αρχαιολόγοι για να φυλαχτούν από τον ήλιο. Φορούσε το σακίδιό της και ήταν σαν τάχα κάποιος να της είπε, Χιντάλ εμπρός, ετοιμάσου, το ταξίδι τώρα αρχινάει. Ο πατέρας γέλασε με την καρδιά του έπειτα την πήρε στα γόνατά του και την άφησε να του εξηγήσει τι σημαίνουν οι χάρτες. Οι χάρτες δείχνουν με πόσες δυσκολίες πρέπει κανείς να αναμετρηθεί προτού φτάσει στον προορισμό του. Οι χάρτες είναι πολύχρωμοι σαν τον κόσμο. Υπάρχουν πολιτείες πάνω στο χάρτη που ποτέ δεν θα τις δούμε. Πάει να πει, πως καμιά φορά οι χάρτες μεταμορφώνονται σε μελαγχολικές ζωγραφιές. Ο πατέρας λυπήθηκε μια στάλα, μα τίποτε δεν είπε στην Χιντάλ. Της είχε τόση αδυναμία, ίσως γιατί το όνομά της κρατούσε από μια εποχή κλεισμένη μες στην ψυχή του. 

Πριν το μεσημέρι κινήσανε. Το βαρύ καμιόνι ταρακουνήθηκε, η Χιντάλ χειροκρότησε με τα μικρά της χεράκια. Είπε, εμπρός πάμε και ο πατέρας πανηγύρισε συγκρατημένα μαζί της. Οδηγούσε όλη τη μέρα και άκουγε προσεκτικά όσα είχε να του πει η μικρή για τις πολιτείες που διάβαιναν. Την ρωτούσε τόσα πράγματα, όπως τότε που ήταν παιδί. Θυμήθηκε τη θάλασσα, τη μυρωδιά των καυσίμων, τις φωτιές ξαναείδε που μοιάζανε με μικρούς σταθμούς κόντρα στην παγωνιά, άκουσε τα αεροσκάφη, οσμίστηκε στον άνεμο τη μυρωδιά του αζώτου. Η Χιντάλ γελούσε και μιλούσε και έπειτα λαγοκοιμόταν για να ξυπνήσει ταραγμένη, δίχως να μπορεί να συγχωρέσει στον εαυτό της πως έμεινε μονάχος του ο πατέρας. Το καμιόνι την νανούριζε, το καμιόνι ξέρει για ποιο πράγμα λυπάται ο πατέρας, το καμιόνι έχει χνάρια απ’ανθρώπους που αγάπησαν βαθιά προτού χαθούν.

 Ξημέρωνε, σαν μπαίνανε στην Γάζα. Είχαν περάσει χρόνια, τώρα πια μεγάλες, ξενοδοχειακές μονάδες είχαν ανεγερθεί πάνω από το αίμα των ανθρώπων. Η Χιντάλ είπε ολότελα αθώα, πώς θα ‘θελα να μέναμε και εμείς σε ένα τέτοιο ξενοδοχείο. Μα ο πατέρας ευθύς σκοτείνιασε και το μόνο που της είπε ήταν, αυτά κορίτσι μου τα έχτισαν οι σάρκες των ανθρώπων. Τις νύχτες στα υπόγεια ακούγονται οι κραυγές των παιδιών Χιντάλ, δεν θα’θελες να μείνεις εκεί μέσα. Μην μείνεις ποτέ εκεί μέσα, υποσχέσου Χιντάλ. Και το κορίτσι που ένιωθε πως κάτι μεγάλο έκρυβαν τα λόγια του πατέρα, απαντούσε νιώθοντας όλη την ένταση, υπόσχομαι πατέρα, υπόσχομαι. 

Ήταν πριν το μεσημέρι που φτάσανε στην είσοδο μιας περίκλειστης πόλης. Οι στρατιώτες που βρίσκονταν εκεί τριγύρω ελέγξανε την επιστολή που είχε διαβάσει ο πατέρας. Είπαν κάτι μαζί του, έπειτα χαμογέλασαν στην Χιντάλ και της είπαν πως ήταν ντυμένη σαν αληθινή ταξιδιώτισσα. Πόσο της άρεσε της μικρής ετούτο που είπανε οι στρατιώτες. Αν δεν ήταν τ’αυστηρό το βλέμμα του πατέρα, θα τους είχε δώσει ένα φιλί. Τα κοσμοπολίτικα ξενοδοχεία διαδέχτηκε η σιωπή της περίκλειστης πόλης. Η Χιντάλ ρώτησε τι σημαίνει η λέξη και ο πατέρας της είπε πως μια τέτοια πόλη κρατάει καλά φυλαγμένη τη σιωπή της. Ο πατέρας μπορούσε με δυο λόγια να της δείξει πράγματα που άλλοι προσπαθούν μάταια. Για μια στιγμή συλλογίστηκε πώς θα’ναι όταν εκείνος θα λείπει και μεμιάς έπεσε στην αγκαλιά του. Το ‘νιωσε ο πατέρας πως έπεσε μια λύπη πάνω στα βλέφαρά της και δυνάμωσε τη μουσική. Η Χιντάλ πήρε να τραγουδά καθώς περνούσαν εμπρός από τα γκρεμισμένα σπίτια. Κάποια παρέμεναν ακλόνητα μα ήταν και κάτι άλλα, με διαλυμένους τοίχους και ξεκοιλιασμένα δωμάτια, σαν τις σορούς των ζώων στο πουθενά μιας χειμωνιάτικης στέπας. 

Το καμιόνι έκανε μερικές μανούβρες, ο πατέρας έσβησε τη μηχανή και ατένισε το κενό. Έπειτα βγήκε και στάθηκε να δει το τοπίο. Σε λίγο είχε γονατίσει και φιλούσε το χώμα. Η Χιντάλ περιεργαζόταν τις κινήσεις του και προσευχόταν μαζί του. Εμπρός τους απλωνόταν το περίγραμμα ενός σπιτιού που πια δεν υπήρχε. Οι τοίχοι είχαν όλοι πέσει και η σκεπή κρατιόταν εδώ και εκεί, μισοκαμμένη, με σάπιες δεσιές και ετοιμόρροπα ξύλα. Μόνον η πόρτα έστεκε, μόνον αυτή. Η Χιντάλ έκανε να περάσει το συρματόπλεγμα μα ο πατέρας την απέτρεψε. Γονάτισε πλάι της, εκείνη κατάλαβε πως κάτι από εκείνα τα τρομερά και τα βαρυσήμαντα επρόκειτο να πει. Πάνε χρόνια τώρα, μα δεν ξέχασε τίποτε από όλα αυτά.

Άκου Χιντάλ αυτό εδώ δεν είναι ένα σπίτι γκρεμισμένο. Το κορίτσι τον κοίταξε μαγεμένο. Ο πατέρας κάτι ώρες έπαιρνε το ύφος ενός μεγάλου ποιητή, σαν εκείνους που ποζάρουν μες στα κάδρα στους διαδρόμους του σχολειού. Αυτό εδώ είναι ένα σπίτι γερό. Τίποτε δεν του κάνει ο καιρός, οι βόμβες, τίποτε δεν του κάνουν Χιντάλ. Ίσως να ανοίγουν τρύπες πάνω στο τσιμέντο μα ένα σπίτι μπορεί να ζήσει με τέτοια τραύματα. Και ξέρεις Χιντάλ οι άνθρωποι τ’αγαπούνε πιότερο αυτά τα σπίτια, επειδή μοιάζουν με ανθρώπους σπασμένους. Όσα δεν τα κερδίζει ο χρόνος είναι επειδή παραμένουν μια ύλη ανυπόταχτη εμπρός στο πέρασμα του, κορίτσι μου. Η Χιντάλ καταλάβαινε πολλά περισσότερα από όσα νόμιζε ο πατέρας, η Χιντάλ μοιάζει με κάθε άλλο παιδί της εποχής του. Τα χρόνια της αθωότητας περνούν τόσο γρήγορα, έπειτα όλα τα παίρνει το κύμα.

Και ένα τέτοιο σπίτι, είναι ακόμη ένα σπίτι; Θέλω να πω πατέρα, πως, με όλες αυτές τις πληγές μπορεί κανείς να λογαριάσει πως τίποτε δεν έχει αλλάξει; 

Ο πατέρας πάντα περηφανευόταν για την Χιντάλ και πίστευε με όλη του την καρδιά πως μια μέρα θα τα καταφέρει περίφημα. Ένας κόσμος με καρδιές σαν της Χιντάλ θα’ναι σίγουρα ένα αξιοθαύμαστο σύμπαν. Και έπειτα της απάντησε με τον τρόπο που ήξερε, με έναν τρόπο σαν αγκαλιά. 

Πότε παύει λοιπόν ένα σπίτι να είναι σπίτι Χιντάλ; Τι πρέπει να χάσει; Τις πόρτες, τα παραθύρια του, τους τοίχους; Μπορεί να πεθάνει ένα σπίτι Χιντάλ σαν την γιαγιά; Η μικρή συλλογίστηκε για μια στιγμή και αποκρίθηκε με ένα πελώριο χαμόγελο, σκέτη άνοιξη, όχι δεν μπορεί. Μα ούτε και η γιαγιά, συμπλήρωσε και ο πατέρας ξέσπασε σε κλάματα. Κρατούσε ο ένας τον άλλον και με τα δάκρυά τους ξέπλεναν εκείνο το αλωνάκι. 

Έπειτα ο πατέρας, βρήκε την αυτοκυριαρχία του. Ξεσκόνισε τα ρούχα του, ίσιωσε το παλιό του πουκάμισο και πήρε ύφος επίσημο. Στάθηκε εμπρός από την ακλόνητη πόρτα. Είχε πάνω της σημάδια από ανεπανάληπτες δεκαετίες, το ξύλο έχει πάντα μια ιστορία να πει. Η Χιντάλ πήρε ύφος δεσποσύνης και έπιασε τα μαλλιά της για να δείχνει λίγο πιο φροντισμένη. Ο πατέρας έσπρωξε το κλειδί και η πόρτα άνοιξε. Στην Χιντάλ φάνηκαν όλα αυτά πολύ παράδοξα αφού θα μπορούσε κανείς να παρακάμψει την παράδοξη είσοδο και ευθύς να βρεθεί μες σε εκείνο το σπίτι. Μα ο πατέρας από σεβασμό διάλεξε να μπει από την πόρτα που έκλεινε πίσω του μερικές δεκαετίες πριν, όταν τα τροχιοδεικτικά φώτιζαν τον ουρανό και καμία βεβαιότητα δεν ίσχυε. 

Η Χιντάλ πέρασε στο υποτιθέμενο εσωτερικό και ο πατέρας ακολούθησε. Και άκουσε τις φωνές, τα γέλια, τα πειράγματα, είδε και πάλι τα πρόσωπα των δικών του ανθρώπων, άκουσε τα τραγούδια και ψιθύρισε τα λόγια. Από εκείνο το σπίτι θα ‘βγαινε γερασμένος και η Χιντάλ με μια συναίσθηση του κόσμου που κανένα ταξίδι δεν επρόκειτο να της χαρίσει ποτέ.

 Η τρίτη χιλιετία διάβαινε μέσα από φωτιές. Ο πατέρας έφυγε με τα πουλιά και η Χιντάλ έγινε μητέρα. Κράτησε μες στην καρδιά της το καμιόνι, τα πειράγματα, τους χάρτες, όλα τα κράτησε μες στο νου της. Και εκείνο το σπίτι, ίσως λίγο περισσότερο από κάθε τι άλλο, το κράτησε όρθιο. Κάθε φορά που βρισκόταν εκεί μέσα η Χιντάλ, πάντα νοερά, ήξερε καλά πως το σπίτι αυτό ήταν ένα μέρος όπου κανείς δεν μπορεί να πει ψέμματα. Ήταν ένα σπίτι υπομονετικό που ήξερε καλά να αντέχει την ιστορία με μάτια κατακόκκινα, σαν των ζωντανών.

Ins Morgenlicht
Σίγκμουντ Φρόιντ
6 Μαΐου 1856 – 23 Σεπτεμβρίου 1939

Κοίταξε μια στιγμή έξω. Το ιατρείο διέθετε πολλά παράθυρα, κάποια κλειστά, άλλα ορθάνοιχτα. Από κάτω έρχονταν λογής θόρυβοι, τίποτε το τυποποιημένο. Οι άνθρωποι μοιάζουν με αυτά τα παράθυρα. Άλλοτε προβάλλουν σαν ανοιχτές ψυχές, έτοιμες να κοινωνήσουν το θαύμα και πάλι ερμητικά κλειστά, θυμίζουν τα βλέφαρα ενός από καιρό πια, πεθαμένου. Ίσως να πρόκειται για μια μέθοδο του ίδιου του επικεφαλής ιατρού. Μπορεί ακόμη να επιστρατεύει το παράδειγμα των παραθύρων για να σπάσει τον πάγο και να προσεγγίσει με έναν κάποιο τρόπο τους ασθενείς.

Υπήρξε βυθισμένος στις σκέψεις του. Το πλήθος παρέμενε αναλλοίωτο εκεί κάτω. Αθώοι, νευρικοί, τσακισμένοι, με αφάνταστη αγωνία για τη ζωή ή απλούστατα έρμαια των συνθηκών. Τον στοχαστικό του εαυτό διέκοψε το όνομά του. Μια φωνή από κάπου βαθιά επαναλάμβανε με παράξενη, ευρωπαϊκή προφορά το όνομά του. Κύριε Τζόουνς, κύριε Τζόουνς, ανεβάζοντας μια στάλα την ένταση για να επαναφέρει τον τύπο. 

Αποκρίθηκε με ένα χαμόγελο και έπειτα συνοδευόμενος από την γραμματέα, προχώρησε αφήνοντας πίσω τους τους θορύβους από τα ξύλινα πατώματα του διαμερίσματος. Διέσχισαν έναν μικρό διάδρομο με πρόσωπα καλλιτεχνών, κορνιζαρισμένα δεξιά και αριστερά. Ένα είδος αψίδας ή μια προσευχή για τους μεγάλους της μουσικής. Διέκρινε τον Σούμπερτ, τον Μάλερ, αναγνώρισε στα πρόσωπά τους την άτεγκτη φύση, την αμετακίνητη μοίρα, το επίμονο χρέος. Προχώρησε λίγο ακόμη για να περάσει στο ιατρείο. Ένα ευρύχωρο δωμάτιο, κάτι σαν νους ανθρώπινος, ένα δωμάτιο ανεξερεύνητο απλωνόταν. Υπήρξε λιτά διακοσμημένο, κυριαρχούσαν οι λευκοί τοίχοι. Σε μια άκρη η ίδια κορνίζα με εκείνες τις προγονικές δέσποζε μες στο γενικότερο τίποτε. Η μόνη της διαφορά αφορούσε την έλλειψη του προσώπου και αυτό ήταν κάτι.

Και τότε τον διέκρινε πίσω από το μεγάλο, υπεραιωνόβιο γραφείο. Τον έλουζε το φως του πρωινού και έτσι το πρόσωπό του θάμπωνε, σαν τις βαθύτερες τις προσδοκίες μας. Κύριε Σίγκμουντ, καλησπέρα σας, είπε με έκδηλη την αμηχανία. Ο ιατρός δεν έστρεψε το βλέμμα του ούτε για μια στιγμή. Ξαπλώστε, είπε και ο επισκέπτης αφέθηκε στη μέθοδο του κυρίου Σίγκμουντ. Πιο πίσω του η Βιέννη γυάλιζε κάτω από το φως του πρωινού. Ο κύριος Σίγκμουν, ο σημαντικότερος ίσως ψυχίατρος του περασμένου αιώνα, εισηγητής νέων μεθόδων προσέγγισης και άνθρωπος ταγμένος στο πλευρό της φιλοσοφίας, χαράζει το γυαλί με ένα διαμάντι. 

Σκέφτηκε πως είχε πολύ λίγα να του πει. Θα μπορούσε να πει, “τώρα η απόσταση από το Υπερ Εγώ έχει μειωθεί δραματικά, έτσι που να μπορούν να έρθουν στην επιφάνεια οι πιο σκοτεινές μας ροπές, κύριε Φρόιντ. Τώρα ανοίξαμε το κουτί της Πανδώρας, γεμάτο από  τις πιο τρομερές θεωρήσεις, γεμάτο από τις πιο φρικιαστικές νευρώσεις και τις ήττες μας τις πιο οδυνηρές.

 Ξεγλίστρησε από το ιατρείο. Το’χε μετανιώσει για τα καλά, κύριε Σίγκμουντ αρκεί μια συμβουλή για τους τσακισμένους. Μπλέχτηκε μες στο κοπάδι που περνούσε, ίδιο με ποταμίσιο ρεύμα και έθεσε τα κομμάτια του στην υπηρεσία της επιστήμης. 

Απόστολος Θηβαίος