
Αφήνει το κερί να τρέξει στη γυμνή σάρκα, να τη σμιλέψει. Ένοχη αυτή η απόλαυση, προσπαθεί να την κρύψει μπροστά στα κρεμασμένα πρόσωπα. Οι καμπάνες χτυπάνε, γριές μαντηλωμένες σταυροκοπιούνται και εκείνη ερεθίζεται από την μυρωδιά του θυμιατού και τα άνθη που στάζουν στο μνήμα. Από πίσω ακούγεται πως σήμερα κρεμάται επί ξύλου. Ξαφνικά σπαράζει, λες και το μαθαίνει για πρώτη φορά.
Η πομπή θα τυλιχτεί σαν μαύρο πέπλο γύρω της. «Αυτός δεν είναι ο θάνατος», της υπόσχονται. Τι κι αν η ζωή εν τάφω είναι ιδανικότερη από την επίγεια; Το κερί ξάφνου την έκαψε.
Παράδοξη εκείνη η μέρα, δεν της άφησε παρά την αδημονία της επιστροφής. Γι’αυτό σήμερα, περπατά και φοράει τα καλά της. «Προσδοκώ ανάσταση νεκρών και ζωή του μέλλοντος αιώνος…», ψιθυρίζει, αλλά δεν προφέρει αμήν. Τα μάτια της γλύφουν τα χέρια και το κερί που βαστάει, ωραιότερο, λευκό και παρθένο. Έτοιμο να ανάψει και να εξαγνίσει τη σάρκα της.
Το θυμιατό τη ζαλίζει. Την προηγούμενη μέρα αμάρτησε και κάηκε, σήμερα, όμως, αισθάνεται ότι το πάθος θα την συνεπάρει. Κρέμεται από τα χείλη του παπά. Οι ύμνοι γνώριμοι περιστρέφουν τα αυτιά της.
Τα φώτα σβήνουν, όμως ο παπάς ποτέ δεν ψέλλισε: δεύτε λάβετε φως…
Η Πηνελόπη Αργυροπούλου γεννήθηκε το 2006 στην Αθήνα. Σπουδάζει στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στα μαθητικά της χρόνια έχει συμμετάσχει σε ομίλους λογοτεχνίας και δημιουργικής γραφής.
