
Στα ποιήματα αυτού του βιβλίου ο Αιώνας γεννιέται σαν παιδί. Έχει μητέρα, ζητά ψωμί και λάδι, απευθύνεται στον πατέρα του. Μεγαλώνοντας, βρίσκεται ανάμεσα σε ερείπια, πολέμους, μηχανές και ανθρώπους που προσπαθούν να θυμηθούν ποιοι ήταν. Ήθελα να του δώσω σώμα και φωνή. Να δω τι συμβαίνει όταν η Ιστορία παύει να είναι μια σειρά από χρονολογίες και μπαίνει μέσα στο σπίτι.
Πάλευε να γεννηθεί
και βγήκε από μέσα της
ο Αιώνας.
Τα ποιήματα γράφτηκαν σε διαφορετικές περιόδους. Κάποια μιλούν με μεγάλες, σχεδόν τελετουργικές εικόνες. Άλλα χωρούν σε λίγους στίχους. Όταν τα ξαναδιάβασα μαζί, είδα ότι κάτω από τις αλλαγές της φωνής επέμεναν ορισμένα πρόσωπα και ορισμένα ερωτήματα. Ο πατέρας που καλείται να απαντήσει. Η μητέρα που φεύγει. Ο άνθρωπος που αναζητά τον Θεό και συναντά τα έργα των ανθρώπων.
Στον κινηματογράφο μπορώ να δείξω ένα πρόσωπο την ώρα που σωπαίνει. Στο ποίημα έπρεπε να βρω τις λέξεις που θα άφηναν αυτή τη σιωπή να υπάρξει. Γι’ αυτό επέστρεψα στους στίχους, αφαίρεσα, άλλαξα τον ρυθμό, δοκίμασα ξανά τις εικόνες. Δεν ήθελα να συμφιλιώσω όσα συγκρούονται μέσα τους.
Παραδίδω αυτό το βιβλίο όπως παραδίδεται μια μαρτυρία: με όσα μπόρεσα να δω και με όσα εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω. Ο Αιώνας του γεννήθηκε πριν από εμάς. Τη ζωή του, όμως, συνεχίζουμε να τη ζούμε.
