Ροδώνες και κλίνες

© Lin Delpierre

[…η ζωή στην μνήμη
γίνεται βουβή ταινία…]
Π. Π. Παζολίνι

Πρόσωπα

Μιχάλης Γιαννάτος
11 Ιουλίου 1941- 17 Σεπτεμβρίου 2013

[…Midnight Express…]

Το φιλμ κυκλοφορεί στις αίθουσες το 1978. Μια σκληρή ιστορία, μια αποκάλυψη της ανθρώπινης κτηνωδίας και μια έμμεση καταδίκη  της Τουρκίας για την ασύδοτη παραβίαση των ανθρωπιστικών αρχών. Η ταινία θα προκαλέσει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και η τραγική ιστορία του Αμερικάνου Μπίλυ θα φωτίσει τα δράματα που παίζονται παντού στον κόσμο. Ένας κόσμος παράνοιας, εξευτελισμών και βασανιστηρίων θα σημαδέψει για πάντα τον ήρωα. Για να υποκύψει και αυτός στα πιο βίαια ένστικτά του στο φινάλε του φιλμ, όταν σε μια πράξη απόγνωσης θα εξομοιωθεί με τα κτήνη που γνώρισε κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του. Στην περίπτωση κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει. Νους και σώμα θα θυμούνται για πάντα τις δραματικές ώρες που η ύπαρξη κομματιάζεται. Βυθισμένος στη λάσπη ενός παράλογου συστήματος, ένας Αμερικάνος υπήκοος προσπαθεί να επιβιώσει. Και τα καταφέρνει έχοντας αφήσει την ανθρωπιά του κλειδωμένη σε εκείνα τα υπόγεια.

Το Εξπρές του Μεσονυχτίου άφησε εποχή. Και στέκει απόψε η αφορμή για ένα μικρό, τόσο δα σημείωμα, αφιερωμένο στον Μιχάλη Γιαννάτο. Είναι ελάχιστοι οι δεύτεροι ρόλοι που κέρδισαν την προσοχή του κοινού. Και ο Κωνσταντινουπολίτης ηθοποιός που έφυγε από τη ζωή το 2013 ανήκει σε εκείνους που σαν τις μεγάλες εξαιρέσεις στον κανόνα, καταργούν τη συνήθεια. Πλάι σε μεγάλους ηθοποιούς, κερδίζοντας πάντα τις εντυπώσεις με τη φυσικότητα της υποκριτικής του, ήταν και εκείνος μεγάλος. Σε μια εποχή που ο ελληνικός κινηματογράφος έψαχνε τη θέση του, ο Μιχάλης Γιαννάτος είχε κιόλας χαράξει μια αξιοζήλευτη, διεθνή καριέρα. Με τη λαϊκή μαστοριά κάποιου που κατέχει την τέχνη του, φορά σαν ρούχο το ρόλο του και κάνει τη διαφορά.

Υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούμε δίχως να γνωρίσουμε ποτέ μας. Άνθρωποι που ταυτίσαμε με τον κινηματογράφο της καρδιάς μας, άνθρωποι που μας αποπνέουν κάτι οικείο. Και ας χάθηκαν, και ας φαντάζουν τώρα   φεγγαρένια, κάτασπρα πρόσωπα του Ρίτσου, κρυμμένα στο μαύρο μετάξι της μεγάλης οθόνης. Ένας τέτοιος άνθρωπος υπήρξε ο Μιχάλης Γιαννάτος. Θα τον θυμάμαι πάντα στο ρόλο του Τούρκου δεσμοφύλακα στο Εξπρές.

Ιστορίες σαν ζωγραφιές
Άνοιξη, 1563
Αρτσιμπόλντο

5/4/1526-11/7/1593

[…στα ηχεία, μουσική της Κάτω Ιταλίας…]

Τα σκυλιά τα φίμωσε ο θαυμασμός. Ποτέ τους δεν είχαν ξαναδεί έτσι τον αφέντη τους. Πάνω του μπορούσαν να μυρίσουν όλα τα θαύματα της φύσης. Ροδώνες και φρεσκοποτισμένα περιβόλια ανάβλυζε η φορεσιά του αφέντη τους. Τραβήχτηκαν και κρύφτηκαν στο παραγώνι πλάι στο σορό με τα ξύλα. 

Ο κύριος τους πόζαρε και ο ιατρός πλησίασε. Κοίταξε προσεκτικά και ψηλάφισε με το χέρι το πρόσωπο του κυρίου. Έμοιαζε φολιδωτό, μα για την ακρίβεια, σε κάθε σημείο του δέρματος του ένα κατακόκκινο άνθος ήταν έτοιμο να γεννηθεί. Μες στα μαλλιά του είχαν κινήσει την ωραία τους ιστορία να αφηγούνται οι περικοκλάδες. Στους ώμους του στρωμένο τρυφερό, καταπράσινο χορτάρι. Ήταν μια γη με τις εποχές, με την ανθοφορία και με το θάνατό της. Ο ιατρός ανασηκώθηκε από τη θέση του, κοιτάζοντας με αμηχανία εμπρός του το θαύμα. Έπειτα στράφηκε στις σημειώσεις του. Ο κύριος είπε.

“Στην αρχή κλονίστηκα. Έδωσε τόσες μάχες με την περηφάνια μου. Τις έχασα όλες. Εδώ και καιρό, σκέφτομαι και ζω σαν ένας ολάνθιστος κήπος. Ζητώ το νερό που ξεπλένει τη μνήμη και παρηγορεί όλες τις ατέλειες του Θεού”. Δεν είχε δάκρυα και έτσι απέμεινε σιωπηλός και συγκλονισμένος.

Στο μεταξύ ο Αρτσιμπόλντο, αυτός ο ζωγράφος του παράδοξου καιρό πριν οι ζωγράφοι λαγγεμένοι από τον αιώνα τους περάσουν μέσα από τα υπερεαλιστικά χωράφια, ίδιοι με τολύπες στεναγμών σε αιθέριο στερέωμα, είχε βαλθεί να διασώσει τη μορφή του ανθρώπου κήπου. Και το κατόρθωσε, με τη μορφή παράδοξη, να εξέρχεται του μαύρου φόντου, λευτερωμένη από κάθε δουλική προκατάληψη εκείνου του καιρού.

Πρόσωπα
Γιουλ Μπρίνερ
11 Ιουλίου 1920 – 10 Οκτωβρίου 1985

[…το πάτωμα στης καρδιάς το ηχείο…]

Ο κύριος έλαβε την περιποίησή του και εξήλθε περιχαρής, με όλο το χρόνο του κόσμου στα χέρια του. Θερινός και με τρίχωμα περιποιημένο περπατά στους πολυσύχναστους δρόμους, χαιρετά και τον χαιρετούν. Κάποιος γνωστός, από τ’απέναντι πεζοδρόμιο  – εδώ οι δρόμοι είναι στενοί, η ζωή μας διαθέτει μικρή φόρμα – του φωνάζει “Γιουλ Μπρίνερ έγινες δικέ μου!” και χάνεται. 

Ο καημένος ο κουρεμένος θα απέμεινε αποσβολωμένος. Και θα ‘πρεπε να αποφασίσει, αν τάχα το σχόλιο υπήρξε κολακευτικό. Ή πάλι το ζήτημα συνιστά παρεξήγηση και δεν λύνεται έτσι απλά.

Μα όλες του οι αμφιβολίες σκόρπισαν. Σαν είδε τον κινηματογραφικό βασιλιά στο ομώνυμο, θρυλικό πια φιλμ. Ο Αμερικάνος ηθοποιός που μεσουράνησε, υποδύεται έναν σκληρό βασιλιά της Ασίας. Μα πίσω από το ρούχο του κρύβεται μια αθώα, καλή καρδιά. Ένας πατέρας που θέλει το καλύτερο για τα παιδιά του. Θα ερωτευτεί την δασκάλα που έρχεται με τα δικά της παιδιά να ζήσει στα ανάκτορα. Ο κόσμος μπορεί να αλλάξει, μα όχι, τα χρώματα και η φωτογραφία που συνιστά το γράμμα μιας τρυφερής και επικής ιστορίας. Μπλεγμένη για πάντα μες στην αγάπη, το πένθος και το λάθος ξανά και ξανά, η ζωή μας προχωρεί. Ως την καρδιά ενός ανθρώπου ο δρόμος είναι τόσο απλός. Εκεί όλα βρίσκουν τον τρόπο και την τέχνη τους. Και ας τραβάμε σε καιρούς καταστροφής, εμείς ακέραιοι, σαν τους ήρωες του Καζαντζάκη, ακέραιοι θα χωρούμε μες στη στιγμή. Εμείς και η αγάπη μας που ζωγραφίζει το τοπίο.

Ο κουρεμένος κατέληξε. Το σχόλιο υπήρξε κολακευτικό. Αποκοιμήθηκε δε το μεσημέρι με τόσο καλή διάθεση και ονειρεύτηκε με κάθε λεπτομέρεια το βασίλειο, λέει του Σιάμ, με τις παλλακίδες και τους υπηρέτες και όλα τα χαρίσματα μιας τέτοιας ζωής. Πρώτη φορά, εν μέσω φραπέ και απογευματινής σιέστας, μετάνιωσε που του περίσσευαν οι τρίχες και δεν είχε τη γυαλάδα του ηθοποιού. Διότι από βλέμμα, έλεγε μονάχος του και έπινε τον καφέ του, κοντά στα κύματα, έτοιμος να τραβήξει το περίστροφο, το απόγευμα να σκοτώσει. 

Ο Καναπές

Να δεις , πώς το ‘γραψε ο Μάνος Ελευθερίου, κάτι σαν,  “τρίζει η ζωή σαν τον σπασμένο καναπέ”, είπε μονάχη της, απαστράπτουσα, στη μέση του ωκεανού χρόνου. Η στιγμή του θαυμασμού για την καλλιέργειά της την πνευματική ας πάει στράφι, συλλογίστηκε. 

Το ‘θελε η ζωή να ξαναβρεθεί εδώ που είχε υποσχεθεί πως δεν θα έρθει πάλι. Μια κοινωνική υποχρέωση, μια αφορμή από αυτές που στήνουν τα κοινωνικά ζητήματα. 

Πάνε μέρες που της τηλεφώνησε ο θείος Νέστορας. “Το τέλος της ήταν ειρηνικό. Κοιμήθηκε μετά το βραδινό. Μπορώ να προσδιορίσω τον ακριβή χρόνο, επειδή κάποια στιγμή μου έκανε εντύπωση το τρέμουλο στο καντήλι. Ήταν ξαφνικό και ανεξήγητο, έτσι όπως σφραγιζόταν από όλα ο κόσμος μες στην κάμαρη. Τότε είναι που έφυγε, τότε”, συμπλήρωσε ο θείος Νέστορας και έκλεισε το τηλέφωνο. Κάτι σαν θάνατος έπεσε στην άλλη πλευρά, επειδή τελικά το τέλος μιας συνομιλίας απελπισμένης, η γραμμή που κόβεται, όσα δεν λέγονται και όσα αγνοούνται, θάνατος είναι ή χρόνος που μπορούμε να αγγίξουμε με τα ακροδάχτυλά μας. Αυτά τα δυο ποτέ δεν διέφεραν, ίδια μελαγχολική αίσθηση παλιού φυτολογίου. 

Και να ‘την εδώ, τριάντα χρόνια μετά, μια νύμφη που έγινε  πανέμορφη πεταλούδα. Θα πετάξει για λίγο μες στον κόσμο και θα χαθεί. Θα γίνει το παραμύθι της και θα καεί μες στα φώτα του κόσμου. Νύχτες γεμάτες φεγγάρι και μεσημέρια στα νησιά, σε μια σκηνογραφία που θα’ταν μάλλον όνειρο. Αφού τίποτε δεν εξηγείται στο πεπρωμένο της πέφτει με ορμή, στο άγνωστο.

Περιφέρεται στα δωμάτια μιας φοράς και ενός καιρού. Ο πραγματικός χρόνος μένει ακίνητος πάνω σε όλα αυτά τα πράγματα. Ένας βυθός σαν αυτόν που πρωτόδες δεκαετίες πριν με μια μάσκα από το κοντινό παιχνιδάδικο. Με τα ψηφιδωτά και μια τούφα φύκια που κουρνιάζει πλάι στην πέτρα, στο μέτρο της πιο απλής και ανόθευτης ανάγκης. Ένας βυθός με χρόνο ακίνητο, στίχοι όλα τους θαρρείς στο ποίημα που ‘χει δυνάμεις πρωτόφαντες και καταιγιστικές. 

Μοιάζουν όλα κινηματογραφικά και η ίδια με ηρωίδα από το αρχαίο πάνθεον, θεϊκή και ανθρώπινη μαζί, στην καλύτερη στιγμή της. Τη διαφορά θα την κάνει ο καναπές που τρίζει ακόμη, που παίζει εκείνη την παλιά, μουσική, την αξέχαστη. Γενιές ολόκληρες κάθονται, φίλοι που φύγανε νωρίς και εδώ , σε αυτήν την πατρίδα, στον καναπέ απάνω που τρίζει  από την αβάσταχτη ζωή. Εδώ που είπαν δυο τρεις χαμηλόφωνες κουβέντες με εξομολογητικό χαρακτήρα, εδώ που αποκοιμήθηκε ο Άγγελος προτού σκοτωθεί στην έξοδο της στροφής. Στον καναπέ που αρραβωνιάσαμε την Μαρία . Όλα μένουν όπως το ‘πε ο ποιητής. “Μες στους παλιές καθρέφτες” της ζωής μας, όλα όσα αγαπήσαμε, όλα όσα ξεχάσαμε.

Το απόγευμα που έφυγε παρήγγειλε στον Πέτρο, το παιδί για τις δουλειές να ξεφορτωθεί τον καναπέ. “Τρίζει πολύ και μπορεί κανείς να θυμηθεί. Και άλλωστε, τώρα, όλα έγιναν”. Δεν επέστρεψε ποτέ και το παραχωρητήριο το υπέγραψε διά πληρεξουσίου. Σαν να μεσολαβούσε κάτι άπιαστο ανάμεσα σε εκείνη και τον τόπο.

Α.Θ