
Το μαντό
Ένας άνδρας σηκώθηκε. Την φίλησε και χάιδεψε τρεις φορές τα μαλλιά της. Έπειτα είπε κάτι σε μια ακατανόητη γλώσσα και επέστρεψε στη θέση του. Όλοι χειροκρότησαν και έτσι δίχως καμιά άλλη προπαρασκευή η Φαντέτ είχε κιόλας αρραβωνιαστεί.
Πάγωσε, όταν συλλογίστηκε πως θα ‘ταν αδύνατο πια να συνεχίσει να αγαπάει το χορό. Και το όνειρό της, σκοτωμένο κάπου ανάμεσα στις γυναίκες που πηγαινοέρχονται με τις πιατέλες, συγκρατημένα ευτυχισμένες. Κους κους και καρατομημένοι αμνοί, με τα δόντια τους σφιχτά κλεισμένα. Στο ραδιόφωνο παίζει ένας σταθμός με παραδοσιακά, σε όλο το σπίτι η σκόνη γεμίζει τα κενά. Θέλει να κοιτάξει προς τη μεριά της θάλασσας, μα δεν μπορεί. Πιστεύει πως θα προδοθεί, πως αν κοιτάξει, αν διαλέξει το ορθάνοιχτο παράθυρο η ζωή της δεν θα ‘ναι ποτέ η ίδια. Και έτσι δεν κοιτάζει, τίποτε δεν κοιτάζει απολύτως. Ολόκληρη η προσοχή της βρίσκεται στον εαυτό της που τρέμει. Όχι, μια αιωνιότητα Φαντέτ, δεν είναι παρά κρύο και μοναξιά, όχι Φαντέτ, δεν ήταν ποτέ εκείνο που ‘παν παντοτινή χαρά.
Οι γυναίκες έχουν σχηματίσει ένα στεφάνι χαράς και περιφέρονται στο σαλόνι. Οι άνδρες χειροκροτούν και πίνουν. Πουλάνε και αγοράζουν ζώα ο ένας από τον άλλον, παιδιά, νύφες, όπως η Φαντέτ που ανήκει πια σε κάποιον. Όπως κατέχει κανείς το αλέτρι, το βόδι, δυο χρυσά μανικετόκουμπα, έτσι ακριβώς ένας άγνωστος έχει πια κάθε δικαίωμα επάνω της. Η απόφαση δεν πάρθηκε όπως προβλέπεται ενώπιον δηλαδή Θεού και ανθρώπου. Η απόφαση πάρθηκε δίχως τη συγκατάβαση του τελευταίου. Όχι, όχι, η Φαντέτ και καμία Φαντέτ δεν έδωσε την άδεια για να την κομματιάζουν οι έμποροι τις Κυριακές, σε ένα από τα χωριά που στιγματίζουν το οροπέδιο.
“Το μαντό! Ξέχασα το μαντό μου!”, είπε και δίχως να περιμένει άλλη κουβέντα βγήκε έξω στους δρόμους. Μόνο το όνομά της άκουσε καθώς έτρεχε στις μικρές οδούς. Τι γρήγορα που έσβησε ο ήχος εκείνος.
Η ζωή της Φαντέτ ήταν αυτό που λέμε, “μικρή φόρμα”. Και θα μπορούσε να τελειώσει τόσο αδέξια, αν δεν κατηφόριζε με τα μαλλιά της ξέσκεπα για το λιμάνι, φέρνοντας στο προσκήνιο, κάτι σαν αφορμή, όπως ένα μαντό. Κάθε τόσο στέκει, κοιτάζει πίσω της, έπειτα το μετανιώνει, ακούει το σφύριγμα του πλοίου. Ο πατέρας της τόνισε κάποτε πως σαν ακουστεί η τρίτη κόρνα ένα πλοίο είναι κιόλας ιστορία. Δεν είπε ψέμματα, πάνε είκοσι χρόνια που λείπει.
Όχι δεν πρέπει να το χάσει. Στέκει, συλλογίζεται, οι διαβάτες την κοιτάζουν υποτιμητικά, οι εργάτες της προκυμαίας, οι μόνοι άνθρωποι. Εκείνη μήτε που νοιάζεται. Η Σελίν που την έχει ακολουθήσει ως εκεί εμφανίζεται εμπρός της.
“Είπε πως θα σε σκοτώσει, ακόμη και αν γυρίσεις είπε, “θα την σκοτώσω”. Καλύτερα να μην γυρίσεις. Σου έφερα μερικά πράγματα. Θα μου γράφεις, έτσι δεν είναι;”, ρώτησε η Σελίν με μια απελπισία που δεν μπορούσε να παραγνωρίσει κανείς εκεί έξω. Η Φαντέτ πιάνει τα χέρια της, αφήνει μες στη χούφτα της ένα ζευγάρι κλειδιά.
Να, το δεύτερο σφύριγμα, σκέφτεται, ακουμπάει ένα φιλί στο μέτωπο της αδερφής της και χάνεται μες στο σκοτάδι. Πού και πού τον φέγγουν φώτα αρχαία, σαν καρδιές παραμυθιών. Θα αγοράσει ένα καπέλο, πρέπει να αγοράσει ένα καπέλο αν θέλει να την αφήσουν ήσυχη. Και ίσως να πρέπει να κόψει τα μαλλιά της. Ένα μαχαίρι θα ´ναι ό,τι πρέπει.
Όταν ακούγεται το τρίτο σφύριγμα κάποιος που γνωρίζει τα πιο απόμερα κατατόπια του επιβατηγού, θα ανταμώσει με την Φαντέτ που ‘χει κόψει βίαια τα μαλλιά της. Δεν της απομένει τίποτε. Στο βάθος οι ορίζοντες σκίζονται. Για αυτήν την μικρή που παραμένει αξιαγάπητη, ακόμη και όταν πεθαίνει από τη θλίψη. Στο κατάστρωμα του πλοίου, με ένα σκοτωμένο, γυναικείο όνομα. Τριγύρω ξενιτιές.
America
4/7/1776
Ω Αμερική, χώρα του ουρλιαχτού και των υπηρεσιών ασφαλείας, πατρίδα του Κένεντι και του Όσβαλντ, του Κάιν και του Άβελ. Ω Αμερική, τι παράξενη κοπέλα είσαι εσύ, έτσι όπως το λένε τα τραγούδια τα δικά μας, τ’αξέχαστα. Οι κόκκινες ρίγες της σημαίας σου είναι το αίμα των ιθαγενών που έπεσαν στο όνομα ενός νέου κόσμου. Και τα αστέρια σου, εκείνες οι γενιές που σφαγιάστηκαν με αέρια Όραντζ στις ζούγκλες του Βιετνάμ. Όλοι τους έχουν ονόματα και μια σιδερένια ταυτότητα, όλοι τους έρχονται από τον ουρανό όπως αρμόζει σε αγγέλους θύματα των κλειστών αιθουσών.
Ω Αμερική των Ντελίλο και Χεμινγουαίη και Ντος Πάσος, Αμερική του Ντίλαν και του Τζόνι Κας που γκρέμισε με μια ηλεκτρακουστική κιθάρα μερικές φυλακές ύψιστης ασφαλείας. Ω Αμερική του Νότου, με την ντροπή σου κρεμασμένη σε υπεραιωνόβιες λεύκες, πλάι σε κόκκινα ποτάμια. Αμερική του Κρέιν που τρέχεις με το κόκκινο άστρο σου στο πέτο, κάτω από τα πυροτεχνήματα του νέου αιώνος. Ω Αμερική που ταξιδεύεις κιόλας ως το φεγγάρι για να επιστρέψεις αλλιώτικη, έχοντας αντικρίσει την αθέατη πλευρά των πραγμάτων.
Χρόνια Πολλά Αμερική με το σκοτωμένο σου όνειρο, με την ηθική σου απομόνωση, με την αδιάφθορη και την ελεύθερη σου συνείδηση χρόνια πολλά. Οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν, τις νύχτες απαγγέλουν ποιήματα, τρέχουν ξέφρενα στα πεδία της μάχης, γκρεμίζουν τοίχους, ανάβουν τη δάδα του αγάλματος της ελευθερίας, ω Αμερική του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και της Ντειτόνα, του Πολέμου των Άστρων και του αυτοκινητόδρομου εξήντα έξι που συνδέει τις δυο άκρες του κόσμου σου. Ζήτω η διαπραγματευτική σου δύναμη, ω, Αμερική!
Ω Αμερική, του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ και του Κέρουακ που γράφει την ιστορία ενός κόσμου σε ατέλειωτα ρολά χαρτιού, κάτι σαν τις δέκα εντολές που σαρώνουν το Σικάγο με τους σκελετούς των Φορντ, με τις ειρηνικές γραμμές της παραγωγής και τις γαλήνιες βίλες, τώρα πια. Εσύ, μικρή χορεύτρια του μοντέρνου κόσμου, μπροστά μπροστά στις βιτρίνες κάθε εποχής, πάντα με μια καινούρια φούστα, με μια ολοκαίνουρια κορδέλα , με μια ανεπαίσθητη φθορά.
Ω Αμερική, κήπε μου κρεμαστέ, πολύβουες πολιτείες μου. Ο θάνατος σου, τι λυρικός, ω Αμερική. Κλάψε, κλάψε λοιπόν για εκείνο το ανεπανόρθωτο μες στο όνειρο σου.
Τα παιδιά παίζουν το ΝΑΤΟ
Μαζεύτηκαν όλοι από τη γειτονιά. Ήταν η θερινή σύναξις των στρατηγών που σημαίνει ότι από κάθε δρόμο ένας εκπρόσωπος θα παρευρεθεί στην τελετή έναρξης των θερινών οδομαχιών. Θα συμφωνηθούν οι περιορισμοί, οι ζαβολιές θα τιμωρηθούν αυστηρώς. Συμφωνούν όλοι μα έπειτα στην κάψα του παιχνιδιού, καθένας λογαριάζει μια εξυπνάδα για να ξεχωρίσει.
Αι μικραί παρεξηγήσεις που λαμβάνουν χώρα, δεν κρίνονται άξιες συζητήσεως. Συνήθως τα παιδιά τα βρίσκουν με μια σπάνια κάρτα ή μια ξύλινη σφεντόνα ή απλώς ξεχνούν. Κάθε τόσο οι συνοικίες κάνουν συμμαχίες, ορμάνε στους άλλους, κάποτε το κόλπο πετυχαίνει, άλλοτε χάνουν όλοι τους. Οι στρατηγοί δεν έχουν ιδέα, ως συνήθως, έτσι βαλμένοι μες στις συνεδριάσεις τους. Δεν έχουν ιδέα για το τι κίνδυνοι ελοχεύουν εις τα πέριξ.
Όπως απόψε, που μες στη θερινή εξαλλοσύνη, η κυρία Ιατρού, εμφανίστηκε με το φωτογραφικό της κοντάρι και φυσικά τη φλοράλ ρόμπα της με τα άνθη λεμονιάς. Αυτή μονάχα θα μπορούσε να στριμώξει τα παιδιά για να βγουν μια καθώς πρέπει φωτογραφία. Και εκείνα πώς πήραν τις θέσεις τους. Ο Ηλίας από τον απάνω δρόμο, εμπρός εμπρός, ξανθός και με έναν αέρα καουμπόι, ο Μανόλης και ο Αριστείδης, οι υπαρχηγοί σαν να λέμε ή αλλιώς τα τσιράκια. Και πίσω οι δευτεροκλασάτοι στρατηγοί που όμως αρκεί ένας επιδέξιος χειρισμός για να κερδίσουν όλο το θαυμασμό της περιοχής και όλα τα κορίτσια. Δεν έφερε κανείς αντίρρηση στην μαντάμ και πώς άλλωστε.
Η κυρία Ιατρού φωνάζει “ελάτε, ελάτε, η φόρμα θα είναι μικρή, προς τούτο στριμωχτείτε”. Ο Αριστείδης – για να δείτε τι σας λέω περί αντιρρήσεως – είχε απορροφηθεί εις το αβυσσαλέο ντεκολτέ της μεσήλικος και είχε κιόλας ανασυντάξει τις γραμμές της άμυνας. Την φανταζόταν, καθώς μας είπε χθες, ως ανατολίτισσα χορεύτρια πλάι στους αιώνιους οβελίσκους της Πόλης να χορεύει, μια οπτασία, μισή από μάρμαρο και μισή ανθρώπινη, αξεχώριστη από το όνειρο.
“Μικρή φόρμα, λέγω!” και ο Αριστείδης τώρα λιγωνόταν και οι θέρμες του εντείνονταν. Οι εφηβικές, εννοώ, χειροτέρευαν. Και τότε το ξεστόμισε.
“Να στριμωχτούμε κυρία Ιατρού, να στριμωχτούμε ώσπου να μας κοπεί η ανάσα!”. Ακολούθησαν γέλια, ήχος ραπίσματος, έπειτα σιωπή. Τέλος, τα βήματα του Αριστείδη που φεύγει κάποτε ντροπιασμένος κατά την πλευρά μονοπατιού.
Απόστολος Θηβαίος
