Απόστολος Θηβαίος | Άστρα, λάμπες, Μέριλιν

© Dave Heath

νεκρή φύση
One Silver Dollar

Και έτσι όπως προβάλλει πάντα μέσα από χέρι δεξιοτέχνη, μια σπάνια γραμμή, προέκυψε, ολότελα ξαφνικά. Ιδού, κυρίες και κύριοι, η άγουρη Νόρμα Τζιν Μόρτενσον. Ήταν τόσο νωρίς που η μικρή γεύτηκε πόσο πικρή είναι η ζωή. Κάτω από το βάρος της, στερήθηκε την παιδική αθωότητα, αυτήν την ευτυχία που αδιαπραγμάτευτα καθορίζει ή σημαδεύει για πάντα τη διαδρομή μας. Η ζωή της φύλαγε όλα τα δώρα λίγο καιρό αργότερα. Πρέπει κανείς να ταπεινωθεί ως το τέλος προτού σηκωθεί και πάλι, θα ‘λεγε ο σοφός θαμώνας, χαρακτήρας ίσως του Γέητς, στο μπαρ της συνοικίας, “πνεύματα και αιωνιότητες”.

Όταν θα συμβεί αυτό η Νόρμα δεν υπάρχει πια. Στη θέση της ένα σπάνιας ομορφιάς pin up κορίτσι, με υπέροχες καμπύλες και ένα πρόσωπο που σμίγουν ο κρυφός υπαινιγμός με την κοριτσίστικη αμεριμνησία. Στην πραγματικότητα δεν έμοιαζε με όλα τα κορίτσια του καιρού της. Πιο πέρα από το προσωπείο της που όλα τα έκρυψε με επιμέλεια θαυμαστή, υπήρξε μια ψυχή που διψούσε. Για έναν πατέρα, για κάτι καλύτερο, για κάτι μεγαλύτερο στην καριέρα της που ήδη έλαμπε, για μια ευτυχισμένη ζωή, σαν αυτή που δεν έζησε. Δεν θα μπορούσε να φανταστεί τι σημαίνει αυτό, δεν είχε την πολυτέλεια του χρόνου καθώς οι ρεπόρτερ την αποθανάτιζαν στο πλευρό του Ντι Μάτζιο και στο υποκριτικό εργαστήρι κάποιου σημαντικού μέντορα στην καρδιά της Νέας Υόρκης. Η ζωή της αποτέλεσε το χρονογράφημα μιας ολόκληρης εποχής, το ωραιότερο φόντο στο αμερικανικό όνειρο που πλάθεται στα εργαστήρια των λόμπι για να καταρρεύσει σήμερα, σημάδι του καιρού και αυτό.

Δεν ξέρω αν πέθανε από αγάπη, οι θεωρίες μιλούν για τόσα πολλά που θα παραμείνουν για πάντα μυστικά. Ξέρω μονάχα πως δεν ψεύτισε ποτέ της, σαν ζητούσε μια δεύτερη ευκαιρία από τον πατέρα της, όταν ακόμη εκείνος της γυρνούσε την πλάτη και εκείνη έλιωνε δεν ήταν άλλη από την Νόρμαν. Τι κάνουν Θεέ μου οι αγκαλιές στα κορίτσια, τι επικίνδυνες γίνονται, κήποι κλειστοί με πουλιά που δεν τραγουδούν. Και ας φιγουράρουν οι κούκλες στα ιλουστρασιόν με εμφανίσεις μπέιζμπολ και κατακόκκινο κραγιόν. Αυτός ο κόσμος Μέριλιν δεν είναι αληθινός, εκεί έξω είναι ακριβός ο καθάριος έρωτας, η τρυφερότητα τ’ανεκτίμητο.

Δεν ξέρω αν πέθανε από αγάπη. Υπάρχουν συγκεκριμένες ορολογίες στην επιστήμη της φαρμακολογίας που δεν εξηγούν όμως τίποτε από το πικρό τέλος αυτού του παραμυθιού. Τίποτε δεν γράφουν στις αντενδείξεις για επικίνδυνα σύνδρομα , για τη φρίκη της μοναξιάς της, τίποτε. Μα δεν χρειάζεται πια, αφού όλη τη σημασία κατέχει πια η ομορφιά του κοριτσιού που κίνησε από το Λος Άντζελες και την συγκλονιστική Καλιφόρνια για να ταράξει το Χόλιγουντ με μια πόζα όλο αθωότητα, γκρεμίζοντας το προμελετημένο με μια δροσιά που δεν φτάνει τίποτε στον κόσμο.

“Ήτανε αέρας”
Γιώργος Χρονάς

Μια φορά και έναν καιρό, μες στης πολιτείας τους μέγα δρόμους ζούσε ο ποιητής. Έμοιαζε με τον μπατίρη νου του Ποιητή στο πρόσφατο φιλμ που κάνει τη διαφορά με το ρεαλισμό του. Οφείλω εδώ να σημειώσω πως του λόγου μου ζω για τότε που θα πάρει τα πρωτεία η φαντασία και ξανά από την αρχή θα περάσουμε την ωραία πύλη του παραμυθιού. Μα είναι σε άλλο σημείωμα γραμμένα όλα αυτά και εδώ δεν θα χωρέσουνε.

Πως τριγυρνούσε, πως δούλευε και ανάσαινε και κυκλοφορούσε αυτός ο ποιητής, δεν το ‘ξερε κανείς. Επειδή δεν τον εγνώριζε κανείς και μήτε που ήθελε και εκείνος να πιάσει τίποτε φιλίες. Ο σκοπός του ήταν πάνω από όλα. Και ξέρετε τι αφορούσε; Ήθελε, λέει να γράψει το ωραιότερο τραγούδι που θα ‘χε ακούσει ο κόσμος. Πίστεψε σε τούτο, έμεινε για νύχτες ξάγρυπνος, λιγοψύχησε και έκανε να παρατήσει τα πάντα μα πήρε το πράγμα αλλιώτικα. Και έτσι σώθηκε κάτι ωραίο και χρήσιμο από εκείνο τον καιρό που λογάριασε πως θα μπορούσε τα πάντα. Αυτό αρκούσε, από εκείνο το σκαλί μπορούσε να δει κάτι περισσότερο από τον ορίζοντα του κόσμου.

Θα ‘ταν μια μέρα συνηθισμένη. Βρισκόταν καθισμένος στο αστικό σαλονάκι, ό,τι είχε απομείνει δηλαδή από τα βελούδα και τους μπουφέδες, από την αξιοπρέπεια μιας εποχής ότι επέμενε. Και τότε την θυμήθηκε, στο νου του την έφερε κάποια θάλασσα. Πόσο ανυποψίαστος ήταν για όλα αυτά. Την αναγνώρισε αμέσως μες στο θάμπος του μπαλκονιού και είπε το όνομά της, μια λέξη που είχε λησμονήσει. Ταράχτηκε, η ανάσα του κόπηκε, του φάνηκε πως έλειπε για χρόνια από τον εαυτό του και τώρα άνοιγε την πόρτα και έμπαινε μες στο παλιό και το βιωμένο, τ’απέραντο.

Χανόταν και πάλι την κέρδιζε καθώς μπλεκόταν στην κουρτίνα, μες στη ζωή του καθώς ριχνόταν σαν σύννεφο σκοτεινό. Και έτσι γεννιόταν το τραγούδι και οι στίχοι που βλέπανε το πρώτο φως ήσαν δουλεμένοι με αθωότητα και συντριβή, με της αγάπης προφητεία.

Αν είχε κάποια σημασία θα σας μιλούσα για την ιστορία αυτού εδώ του σημειώματος. Μα τι να πουν και αυτές, σωπαίνουν , μόνο ξενιτιά και νεκρά μηνύματα. Ας μένουν τα τραγούδια, εκείνα ξέρουν τι πάει να πει όνειρο.

ΣΕΑ Αταλάντης
όπως στο τραγούδι

[…δώσε μου πέντε λεπτάκια να ουρλιάξω και θα ‘μαι κυρία…]

Τον ξύπνησε η κόρνα της νταλίκας. Φώτα, χειρονομίες και τα λοιπά, γαλλικά πρώτου επιπέδου και η υπόθεση τέλειωσε. Το ζύγισε καλά και υπολόγισε πως σε μερικά χιλιόμετρα από εδώ, αν συνεχίσει να οδηγεί θα συναντήσει τη μοίρα του, ναι, τη μοίρα του. Μες στην ομίχλη κάποιος διάβασε τη σκέψη του, ένιωσε την ανάγκη του και ευθύς ξεπρόβαλε εμπρός του η ειδοποίηση. ΣΕΑ Αταλάντης, σε πέντε χιλιόμετρα. Βγήκε δεξιά, αλάρμ, προσοχή και τα ρέστα και άρχισε να κόβει ώσπου γλίστρησε στην παράκαμψη που οδηγεί στο κατάστημα. Ο φωτισμός τον τύφλωνε, μα έπρεπε να βρει το κουράγιο. Να φτάσει ως το γκισέ, να παραγγείλει έναν καφέ, να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό του. Και αν το θέλει η τύχη να τα καταφέρει με τη ζωή του.

Φαίνεται πως αυτό το είπε κάπως δυνατά, σαν να λέμε σκέφτηκε φωναχτά. Το κορίτσι του γκισέ, μια κόρη τοπική, βγαλμένη από ζωγραφιές του χαμογέλασε και πλησίασε. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο τοπικός σταθμός έπαιξε μια σειρά από αφιερώσεις. Μα εκείνο το τραγουδάκι που έσκασε τόσο αναπάντεχα, έκανε τη διαφορά. Το κορίτσι άρχισε να φτιάχνει τον καφέ και λικνιζόταν στο ρυθμό της μουσικής, επαναλάμβανε τα λόγια με στυλ και ύφος, της άρεσε το ρεφρέν και έτσι διαρκώς έλεγε “με πιάνει ταχυπαλμί-α, και έχω μια συναυλί-α, δεν ξέρω τι λέω” και όλα τα υπόλοιπα αλλαγμένα με ένα ακατάληπτο μουρμουρητό και μερικές έξυπνες φιγούρες που έκαναν τον γκισέ να ανθίσει.

Πλήρωσε και ξεκίνησε. Άνοιξε το ραδιόφωνο, “άσε με να ουρλιάξω και θα ‘μαι κυρί-α”, έλεγε το κορίτσι στα φωνητικά και έπειτα η αφιέρωση. Στους νυσταγμένους των ΣΕΑ, είπε ο εκφωνητής και έπειτα “Φένια από Αταλάντη”, οπότε ήταν σίγουρος πως μια ωραία ιστορία είχε αρχίσει και είχε τελειώσει στο τάδε χιλιόμετρο του εθνικού αυτοκινητοδρόμου, κάτι μονάχα δικό του.

Κερασίτσα 2.0

Στο ύψος του οικισμού με το παιγνιώδες όνομα, Καρκαλού, παίρνει κανείς τον δρόμο που τραβάει για την αρκαδική Κερασίτσα. Ανάμεσα στα άλλα χωριά της μικρής κοιλάδας ετούτο δεν έχει τίποτε το ξεχωριστό, έξω από μια ατμόσφαιρα παλαιότητας και ερήμωσης. Τις νύχτες όλα ετούτα τα χωριά σβήνονται από το χάρτη και κανείς από τους βιαστικούς ταξιδιώτες δεν γνωρίζει αν στα αλήθεια υπάρχουν ή πάλι αφορούν τίποτε αρχαιότητες, για μας που κατοικούμε ήδη το μέλλον μας.

Και δεν θα ‘χα τον παραμικρό λόγο να πιάσω την κουβέντα για την Κερασίτσα. Δεν θα ‘χα κανένα λόγο αν εκεί δεν είχε γεννηθεί ο Γρηγόρης Λαμπράκης, ο αδικοχαμένος βουλευτής, θύμα και αυτός των παρακρατικών μηχανισμών που ονομάζονται έτσι διότι στους κύκλους αυτούς το τέρας τρέφεται με δαπάνη και μέριμνα της πολιτείας.

Σήμερα, το παλιό ξυλουργείο του πατέρα του λειτουργεί ως χώρος πολιτισμού. Ετούτο ήταν το ελάχιστο που θα μπορούσε να κάνει ο τόπος για τον ήρωά του. Μα ήρθαν τα χρόνια, ένας φοβερός και άφταστος καταιγισμός και όλα αδειάσανε από νόημα. Και εκεί που έλεγε κανείς πως η υπόθεση Λαμπράκη ενταφιάστηκε μες στο συλλογικό, ήρθε το ταξίδι στην Αρκαδία και όλα ανακτήσανε το παντοτινό τους το ηθικό νόημα.

Βρισκόμουν στη διασταύρωση και έτσι μεμιάς τη ζωή μου την πήρα αλλιώτικα. Διάβηκα το σύνορο και κατευθύνθηκα προς την Κερασίτσα. Διέσχισα τα περιβόλια, κοιταχτήκαμε με τους εργάτες που στο πουθενά διορθώνουν μια σκεπή, πέρασα από αψίδες δασικές από εκείνες που στήνουν τα δέντρα σαν απλώνουν τα χέρια τους σε αιώνια ικεσία. Από τα παλιά γεφύρια περνούσα, από τον ένα ίσκιο στον άλλον, διάβαινα πλάι από δέντρα προσευχές, αρχαία όπως η καρδιά του Ομήρου.

Θα ‘ταν καταμεσήμερο που μπήκα στο χωριό. Δεν βρήκα ψυχή, μοναδική υποψία ζωής, η πόρτα του παντοπωλείου, μια στάλα μισάνοιχτη. Έξω από το παλιό ξυλουργείο στάθηκα, κοίταξα από το τζάμι. Κάποιος εργαζόταν εκεί μέσα, σε εκείνον τον μικρόκοσμο, τον απείραχτο από τις μικρότητες, κόσμο καθάριου έρωτα. Ο άνδρας, ψηλός ίσαμε εκεί απάνω, πλησίασε το τζαμωτό της πόρτας. Άνοιξε το φινιστρίνι και μου χαμογέλασε.

“Έχει καιρό να φανεί εδώ πέρα κάποιος. Το εργαστήρι δεν αναλαμβάνει πια παραγγελίες, ξέρετε. Τα εργαλεία είναι παλιά, ο χρόνος διάβηκε από εδώ μέσα και όλα τα σάρωσε, τι τα θέλετε;”

Μου ‘κανε εντύπωση η ζεστή του όψη και εκείνη η μυρωδιά του μύρου που ‘βγαινε από το ταφικό μνημείο εκείνου του παλιού ξυλουργείου.

Δεν ξαναπέρασα ποτέ από την Κερασίτσα. Την άφησα στην αθωότητά της , μαζί με τον υπέροχο Πρωτέα της, αυτόν που ενσαρκώνει την αιώνια νεότητα της ιδέας. Μια χούφτα πριονίδι κράτησα μονάχα, για το αύριο. Έτσι, σαν φυλαχτό.

Απόστολος Θηβαίος