
ιστορίες και μουσικές
Χρονογράφημα
του Σαββάτου
Το αγωνιστικό δίτροχο
[…στα ηχεία ότι περισσότερο αγαπάτε από τα τραγούδια του Μάνου…]
Το κορίτσι ισορροπούσε στη σέλα του αγωνιστικού. Το φανάρι άναψε και το δίτροχο εκσφενδονίστηκε στην λεωφόρο αφήνοντας μια γραμμή νέφους. Τώρα είχαν χαθεί πράγματα όπως το άρωμά του. Εκείνο το αγωνιστικό είχε κιόλας φθάσει στην επόμενη διασταύρωση. Ο χρόνος είχε νικηθεί από την αγάπη και τα νιάτα.
Διέσχισε τον άδειο δρόμο. Στην κολώνα σε μια αφίσα φιγουράριζε μια χαριτωμένη, σκιτσαρισμένη γη. Μια όψη του πλανήτη μας που με τις κατάλληλες γραμμές εννοείται πως τριγυρίζει γύρω από τον χρόνο ήλιο. Τι παιδική και όμορφη που ήταν, ένας πολύ καθώς πρέπει πλανήτης, πολύ φιλόξενος με ένα ολότελα ανθρώπινο πρόσωπο.
Και το καλύτερο δεν είχε καταστεί ακόμη σαφές. Μόνο όταν άναψε η μαρκίζα του μαγειρείου “Ρένο” στη γωνιά του δρόμου, φανερώθηκε ο σκοπός του Κυρίου με όλες του τις τροπές και τα αποφασιστικά σημεία.
Έσπρωξε την πόρτα, βαριά, ξύλινη πόρτα με χρυσό ρόπτρο και προχώρησε στο μαγειρείο. Κάθισε σε ένα τραπέζι κοντά στην κουζίνα και παρήγγειλε ένα πιάτο σούπα. Ήταν η σπεσιαλιτέ του καταστήματος, του κυρίου Αβραάμ Ρένο, με ρίζες από την Μασσαλία και την Νέα Υόρκη και ένα σορό ακόμη μέρη που θα ‘ταν σκέτη ταλαιπωρία να αραδιάσει κανείς. Σε λίγο μπήκαν ακόμη δυο στο μαγαζί. Γνωρίζονταν καλά γιατί το ρίξανε στα αστεία και κάθισαν στο μόνο στρωμένο τραπέζι. Και αυτοί παρήγγειλαν σούπα. Κανείς δεν μπορεί να αποφύγει τη σπεσιαλιτέ κάθε μαγειρείου εκεί έξω, το κυρίως πιάτο μιας ολόκληρης εποχής.
Σε λίγο καθένας είχε εμπρός του τη σούπα του. Άλλος την ανακάτωνε και την φυσούσε μαζί, κόβοντας μεγάλες μπουκιές ψωμί, ο δεύτερος την χτυπούσε με το κουτάλι του, παράγοντας έναν ξέφρενο, ρυθμικό θόρυβο. Ο τρίτος είχε κιόλας αρχίσει να την τρώει, λερώνοντας τη γενειάδα του. Μα δεν θα τον ένοιαζε και οι φίλοι του δεν θα έδιναν και αυτοί την παραμικρή σημασία σε κάτι τέτοιο. Έφαγε βιαστικά, πλήρωσε και έφυγε, δίχως να πει κουβέντα. Ο καιρός είχε βελτιωθεί αισθητά και ίσως να μην χρειαζόταν το σακάκι του. Στο βάθος είδε σειρήνες περιπολικών, δυο ασθενοφόρα φώτιζαν περιμετρικά και επαναλαμβανόμενα το μικρό στενό. Μια μυρωδιά λαδιού ερχόταν από εκεί. Κάποιος που πλησίασε από την καρδιά των γεγονότων, είπε μόνο, “έτσι όπως τρέχουν με αυτούς τους διαβόλους! Δεν έμεινε τίποτε, τίποτε Θεέ μου!”
Όχι, δεν με ενοχλούσε τόσο το αγωνιστικό που περνούσε τα μεσημέρια μες στον ίλιγγο, σκέφτηκε. Τι μοναξιά ήταν ο ήχος του καθώς ξεμάκραινε. Ήταν εκείνος που πήγαινε να πάρει από την δουλειά του το κορίτσι. Δεν υπάρχουν δρόμοι και εμπόδια όταν κανείς ρίχνεται μες στον κυκλώνα του παράφορου. Τώρα, όλα αυτά θα μου λείψουν και η λεωφόρος δεν θα ‘χει πια καμία μα καμία σημασία.
Πρόσωπα
Μιχαήλ Μητσάκης
1868 – 1916
[…Χορός στα Ρόδινα Ακρογιάλια, Μαρία Παπαγεωργίου, στα ηχεία. Παντού μες στην ιστορία, στις γωνιές και τα ξέφωτά της, η νύχτα που δεν λιποθύμησε. Και δεν προχωρεί…]
Το ‘γραψε ο παππούς ο Μητσάκης. Πως, τ’ομορφότερο πράγμα στον κόσμο δεν υπάρχει. Μόνον κιούρτο και κώπαν και τριγύρω θάλασσες απέραντες. Σήμερον εμού, αύριο ετέρου και ουδέποτε τινός, ετούτο είναι που θα αποκομίσει κανείς. Διά τούτο το μνήμα, για την αλήθεια της ζωής, ώρα σου καλή πεζογράφε.
Πάντα θυμάμαι το κείμενο του Μιχαήλ Μητσάκη, σαν πηγαίνει ο νους μου στο έργο του. Αυτό που κινήθηκε στον ρεαλισμό της καινούριας πόλης, της γεμάτης ξενιτιά , που υπήρξε λιγοστό μα σημαντικό, ένα έργο ορόσημο που σήμαινε το προχώρημα της λογοτεχνίας μας. Ο Μητσάκης γράφει τον Αυτόχειρα το 1895, μερικούς μήνες πριν τον εγκλεισμό του στο Δρομοκαϊτειο, γεγονός που στάθηκε μοιραίο για τη ζωή του. Ένας άνδρας, – ίσως ο ίδιος ο εαυτός του να πρωταγωνιστεί σε τούτο το δράμα – τριγυρίζει στην Πάτρα. Περιφέρεται στην πόλη, μάρτυρας σε σκηνές και δρόμους του ανεπανάληπτου. Σκιά της πόλης, τριγυρίζει και τριγύρω του το ακένωτο θυμιατήρι του κόσμου. Ο νους του ήρωα πηγαίνει στο γεύμα, λίγη ώρα νωρίτερα. Και στην είδηση για τον αυτόχειρα που άφησε εκείνο το αινιγματικό του σημείωμα. “Αυτοκτονώ. Ας μην ενοχληθεί κανείς”, γράφει με μερικά τόσα δα γράμματα, εκείνος ο άγνωστος που τερματίζει απόψε τη ζωή του. Λίγα λόγια, λέξεις μεστές την τραγικότερη ώρα του ανθρώπου, σκέφτεται. Και έπειτα γυρεύει να μάθει ποιος είναι εκείνος που θα μπορούσε να ενοχληθεί από την προσωπική τραγωδία, από τη μαρτυρία μιας ζωής που τερματίστηκε προώρως. Έξω από το σπίτι του αυτόχειρα, φαντάζεται τη μοναξιά του ανθρώπου που κατακρημνίζεται. Τον φέρνει στο νου του καθώς με τούτη την πράξη του στέλνει τ’απελπισμένο του φιλί εκεί έξω, στον κόσμο.
Γιομάτη έκπτωτους θεούς η Πάτρα του Μητσάκη. Στον έρωτα και το πιοτό ξεθυμαίνουν και πιότερο μες στον χαλασμό τους γκρεμίζονται. Η ζωή που είναι αληθής, φύεται εδώ πιο πέρα. Στη διπλανή την κάμαρη του ξενοδοχείου, το κρεβάτι “προσέκρουε συνεχώς κατά του τοίχου, εκλυδωνίζετο σφοδρώς ως πλοίον εν καταιγίδι” για να επαληθευτεί η πρωτοπορία του Μιχαήλ Μητσάκη που συνέλαβε τον άγγελο τον λαϊκό, με την παλλόμενη καρδιά, με την αδιαπραγμάτευτη και δωρική του βιογραφία, ολόκληρη αφοσιωμένη στο μυστήριο του συνηθισμένου. Μια ιστορία κατάμεστη από βία και σκληρότητα και με το στοιχείο της τραγικότητας φανερό, συνεχές και ακηλίδωτο από κάθε κατάταξη. Μια κριτική για την κοινωνία και τα βουλεύματα της τα πιο σκοτεινά, τ’αφήγημα των φαντασμάτων που κλονίζονται από τις φωτιές και τους ίσκιους της εποχής. Και λεν την ιστορία τους, έτσι για να αποκαλυφθεί με την επιδέξια γραφή, η σκοτεινή και αδιατάρακτη μέθοδος που ακολουθεί η κοινωνία μα και η τέχνη, πάντα από έναν άλλο δρόμο, έτοιμη να βρει την ομορφιά ή την αλήθεια κόντρα σε όλες τις συνθήκες, μες στη δίνη κάθε εποχής.
Μισός ναύτης του καιρού του, μισός αρχάγγελος με τσακισμένα της λογικής του τα φτερά, ο Μιχαήλ Μητσάκης έρχεται με τον Αυτόχειρα να υπενθυμίσει το αμοιβαίο που μας αφορά, συντρίμμι και αυτός από κάποιο ναυάγιο που παίρνουν και φέρνουν τα κύματα. Ένας άγιος εκείνου του καιρού ο Μητσάκης και οι ιστορίες του που σήμερα τον καταξιώνουν με πλήθος εκδόσεις και εκτενή αφιερώματα, οι προσευχές που μας κληροδότησε. Πιο πέρα από την μελαγχολία του αιώνα του πήγε ο Μητσάκης, αισθητοποιώντας ατμόσφαιρες, μνήμες και ευαισθησίες, με έναν τρόπο που δεν θα άφηνε ασυγκίνητη την κριτική.
Λιτές περιγραφές, κάπως παπαδιαμαντικές και ακριβείς, τόσο ακριβές. Την ώρα που ο Αυτόχειρ του Μητσάκη με τη φρεσκάδα της θεώρησής του, προσθέτει στη βαρύτητα εντός μας και μας ενθουσιάζει με τον συγκαλυμμένο τρόπο που διαθέτει το ύφος και τις λέξεις για να αναδειχτεί σε μια εκ βαθέων αυτοκριτική του μοντέρνου τρόπου της ζωής, καθώς γεννιέται μαζί με τις μητροπόλεις του μέλλοντος.
Ο Μιχαήλ Μητσάκης γεννήθηκε το 1868 και πέθανε λίγο καιρό πριν κινήσουν οι τροχαλίες του φοβερού εικοστού αιώνα.
XLV
[…στα ηχεία, κάτι, Αντώνης Απέργης και Λουκία Αλευρά. Επειδή μόνο η μουσική κάτι μπορεί να κάνει με τη μελαγχολία μας. Το σκίτσο από το x.com…]
Όλοι οι άλλοι φοβήθηκαν. Κλείστηκαν μες στα σπίτια, παρατηρούσαν την ερημιά και ελπίζανε. Ώσπου μετά από μέρες και όταν πια είχαν όλοι παραδεχτεί πως το παιχνίδι είχε χαθεί, φάνηκε εκείνη. Κρατούσε μια λευκή βαλίτσα, είχε τα μαλλιά της πιασμένα. Σαράντα πέντε, μαχαιριές, χρόνια, στιγμές, όπως και να το ‘πεις είχε επάνω της γραμμένη μια ηλικία. Και το βάρος του κόσμου που δεν νοιάζεται για την ομορφιά . Χρόνος θα πει να σκίζεται απαλά η ζελατίνη που μας ψιθύρισε η Μαλβίνα, λίγο πριν γίνει εποχή που ξεμακραίνει με τα χέρια της στις τσέπες.
Ακούμπησε τη βαλίτσα στην ξύλινη βεράντα. Έβγαλε το πανωφόρι της, σάρωσε το δάπεδο, τα ξεραμένα πέταλα, άνοιξε διάπλατα τα παράθυρα, γκρέμισε τις πόρτες. Ως αργά τη νύχτα έφτιαχνε τον κόσμο, σιγύριζε, ξεσκόνιζε, έπεφτε πάνω στις πεισματάρικες τις λέξεις. Ολόκληρη από ζωή και πάθος συγκλονιζόταν χάμω στο πάτωμα. Ως αργά τη νύχτα, μάρτυρας μοναχικός το φως του λιχναριού έμεινε εκείνο το κορίτσι.
Προτού χαράξει, έβαλε τα πράγματα στη θέση τους, το κλειδί στο πίσω μέρος του παρτεριού. Φύλακες του θα ‘ναι τα αγκάθια, κανείς δεν θα το μάθει. Ίσαμε το άλλο καλοκαίρι το κλειδί θα φυτρώσει και οι πόρτες που μέχρι πριν λογάριαζες κλειστές θα ανοίξουν, κάνοντας τον απλό θόρυβο όσων ραγίζουν.
Εμείς που χρειάστηκε μέρες για να καταλάβουμε, ανοίξαμε τις πόρτες. Τα παιδιά μας τα σπρώξαμε έξω στον κόσμο και εμείς ακολουθήσαμε. Για χάρη της, κάθε τέτοια μέρα γιορτάζουμε τη μέρα των κοριτσιών. Οι κοπέλες ίσαμε είκοσι χρονών φορούνε ένα πανωφόρι, έχουν ραμμένο απάνω το όνομά τους, σαν να λέμε τη μοναξιά τους. Ότι έχει σημασία για αυτές, δεν φαίνεται ποτέ με την πρώτη ματιά. Κάθε τέτοια μέρα.
Πρόσωπα
Διαμαντής Διαμαντόπουλος
Ιούνιος 1914 – Αθήνα, 6 Ιουλίου 1995
[…στα ηχεία, “Η Σμύρνη μάνα καίγεται”. Ο Διαμαντόπουλος γεννήθηκε στη Μαγνησία της Μ. Ασίας στα 1914…]
Οι κυρίες καθηγήτριες την κοιτάξανε υποτιμητικά. Υπήρξε η προσφυγοπούλα και δεν της άξιζε περισσότερη προσοχή. Έπειτα την πήγανε στο διευθυντήριο, ο κύριος υποδιευθυντής εισέβαλε με το τρίποδο, έστησε τα πάντα βιαστικά. Και είπε στην μικρή, “εδώ!” με έναν τρόπο αυστηρό που τη συντάραξε.
Τώρα πια έχουν περάσει τέσσερις δεκαετίες από τότε. Εκείνη η μικρή δεν υπάρχει πια. Στη θέση της γεννήθηκε μια μοντέρνα γυναίκα που γνωρίζει τις ρίζες της μα επιλέγει να ξεχνά. Σε συναντήσεις και επαγγελματικά ραντεβού δαπανημένη, δεν έχει καιρό για ρίζες και τα ρέστα.
Μα κανένα σαββατόβραδο, με ένα σφίξιμο στο λαιμό κοιτάζει το πορτραίτο. Θαυμάζει τον ωραίο, τον χρυσό της σταυρό. Τον έχει κάπου στο συρτάρι ανάμεσα σε άλλα πράγματα. Εκείνη τη μέρα φορούσε το καλό της φόρεμα, το κυριακάτικο. Είχε γιακά ναυτικό και ένα βαθύ γαλάζιο χρώμα, καμωμένο σαν από λαούς αρχαίους που γυρεύουν να χτίσουν με το χρώμα ότι ποθεί το σχέδιο με τη γραμμή. Και κοιτούσε μέσα από τις δεκαετίες τους ανθρώπους, δίχως να ξέρει ακόμη ποια θα ‘ναι στ’αύριο της ζωής της. Σαν ζωγραφισμένο εκείνο το παιδί κέρδισε την αθανασία, από το παράθυρο γλίστρησε , μυστήριο παρέμεινε του αιώνος η επταετής, τότε Μαγνησία.
Αφήνοντας παράμερα τ’ακίνητο για κάθε φαντασία έργο και στην αμέσως επόμενη στιγμή, τόσο αναίτια πέφτει χάμω το χτενάκι της. Ο φιόγκος της, χρώματος δειλινού, ραγίζει το λεπτό περίβλημα και ιδού η νύμφη που ξεπροβάλλει πια. Μια όμορφη και σπάνια πεταλούδα, βέβαιη για την ομορφιά της, για αυτό που συνεισφέρει στο απόθεμα της ελπίδας αυτού του κόσμου. Τα μάτια του κοριτσιού, σαν τα παλιά βιτρό σφραγίζουν το τέλος του κόσμου. Και η ζωγραφιά δραπετεύει για να την κάνω ότι θέλω μες στις ιστορίες μου. Η ζωγραφιά του Διαμαντή Διαμαντόπουλου που αφιέρωσε χέρια, σωθικά, αίμα και ψυχή σε ένα έργο ζωής, σε μια διαδρομή δίχως συμβιβασμούς.
Πρόσωπα
Μαλβίνα Κάραλη
03/2/1952-7/6/2002
[…Αλκίνοος Ιωαννίδης και Ζήνωνος στα ηχεία της Κυριακής…]
Και να, που έφτασε και πάλι ο καιρός. Και η Μαλβίνα, με καπέλο ναύτη και αέρα ελληνικού, κλασικού κινηματογράφου, με κάτι από “Βέλος” και αθάνατο, νεοελληνικό σελιλόϊντ βγαίνει στην ώρα της. Πιάνει το νήμα της ζωής μας από εκεί που τ’αφήσαμε, τα λέει όλα και περισσεύει μέσα από τους κύκλους της αιωνιότητας. Στο τέλος, τι περισσότερο να ζητήσουμε από ένα ροδακινί φιλί και μια ιδέα Σανέλ νούμερο πέντε;
Πέφτουν παράσιτα, – τα ‘χει αυτά ο άλλος κόσμος – η φωνή της μπερδεύεται με τα χιόνια, οι άγγελοι στο κοντρόλ ρουμ βάζουν τα δυνατά τους, χτυπούν τα φτερά τους νευρικά. Άμα περάσεις στην άλλη την πλευρά δεν έχει γυρισμό, είπε ο προϊστάμενος, αποκαμωμένος από την δίχως αποτέλεσμα προσπάθεια.
Η Μαλβίνα ξεγλίστρησε από τη χαραμάδα της καλύτερης στιγμής μας. Χάνεται για πάντα στους δρόμους που περνούν στον έρωτα, το κορμί, την κοινωνία και την πολιτική. Πολιτεία μου αγαπημένη και αρχαία, του ελληνισμού Υπαπαντή μου, πτέρυγα μου ψυχιατρική. Άρρωστη και αυτή, ανάμεσα σε αρρώστους με τον έρωτα να σου καίει την ψυχή. Δεν σου άξιζε η Μαλβίνα, αυτό το petite fille sur la hiere , σαν τραγουδάκι γαλλικό και σαν σπάνια ατμόσφαιρα, υπήρξε εξόχως καλύτερη από το μέσο όρο της υπέροχης ιντελεγκλέτσιας. Κοιμήθηκε για πάντα γιομάτη όνειρα, μια προϊστορική καπνίστρια, με τη ναυτοσύνη της αιώνια και το καπελάκι της – θυμάστε που σας μίλησα για αυτό; – μια γενναία αντίστιξη στην Ελλάδα που σου παγώνει την καρδιά, έτσι όπως κυμαίνεται από το όσιο ως τ’αμαρτωλό, αναζητώντας την πορεία.
Δεν ξέρω τι σχέση μπορεί να έχουν η Μαλβίνα Κάραλη με τον Λούντβιχ Μπερνέ , μα ο τελευταίος μες στους Στοχασμούς του, κάπου γράφει πως είναι η κυβέρνηση το πανί, το καράβι η πατρίδα, πλήρωμα οι λαοί και θάλασσα η εποχή. Σκαρφαλωμένη στο ψηλότερο σημείο, η πειρατίνα κάνει στην άκρη το κινδυνώδες αίσθημα και μες στις ώρες της μεγάλης απελπισίας, φυσάει σαν άνεμος νυχτερινός. Ουρλιάζει “ξηρά” μες στο πέλαγο που ξανοιγόμαστε. Απομονώνει από την κοινή μας τρικυμία το συλλογικό μας φόβο και από την καθημερινή κουβέντα το μέτρο της λαλιάς μας. Αυτά τα δυο τα βάζει εμπρός μας για να γνωρίσουμε λέει τις αντιθέσεις και τις συγγένειές μας.
Η Μαλβίνα έφυγε τον Ιούνιο του 2002. Πάει σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα και θα ‘θελα να της πω ότι σήμερα τα ομορφότερα κορίτσια τα τσουβαλιάζουν έξω από μοτέλ ημιδιαμονής στην αγία ελληνική επαρχία ή τα σκοτώνουν από ζήλια. Όλο και λιγότεροι αγοράζουν στα κορίτσια ένα φιλί Σανέλ νούμερο πέντε, όλο και λιγότεροι τις αγαπούν. Εκείνες, εν τω μεταξύ, εμπρός στα τέρατα παλεύουν για τις ζωές τους, εμπρός στα τέρατα τινάζουν τα μαλλιά τους και ορμούν.
Πρόσωπα
Θανάσης Σπυρόπουλος
1 Οκτωβρίου 1931 – 7 Ιουνίου 2023
[…μην μιλάς άλλο για αγάπη…]
Όλα τοκίζονται και χρεοκοπούν. Και ο δόλιος ο Καραγκιόζης θεατής και θύμα κάθε καιρού, στέκει έξω από το κατώι του και κοιτάζει. Δεν χειροκροτεί, επειδή το έργο αυτό δεν έχει τίποτε χαριτωμένες περιστάσεις, τίποτε παρεξηγήσεις της καρδιάς. Δεν χειροκροτεί επειδή δεν θέλει ούτε σαν σκιά να βρίσκεται σε τούτο τον τόπο. Κουράστηκε να ακούει κλεισμένος στο μπαούλο του, ταξιδιώτης δίχως προορισμό από την Έδεσσα ως τον Μελιγαλά και από την Πάτρα ως τον Πλαταμώνα τα κλισέ της εποχής μας. Όλο σπίτι, αριστεία, σκάνδαλα και λίγη εκκλησία, τουρισμός, πλαζ, πύργοι που σπάνε τα ρεκόρ, λες και στην Αρλ πριν από αιώνες, δεν καταρρίφθηκαν το ένα μετά το άλλο, όλα τα ρεκόρ. Ο χρόνος τα σάρωσε όλα σαν τον αμερικάνικο σιδηρόδρομο, ακριβώς αυτό.
Και ο Καραγκιόζης ταξιδεύει, ντύνεται Οδυσσέας, ορμάει στο σεράι να κλέψει την βασιλοπούλα, βγάζει τον καιρό με το τίποτε της λαϊκής του ευφυίας, κάθε μέρα κινδυνεύει να βρεθεί δεμένος στον πάσαλο της πυράς και κάθε μέρα τη γλιτώνει. Τον τελευταίο καιρό ωστόσο, τα καρφιά του σκουριάζουν γρήγορα και η κίνησή του δεν είναι τόσο γλαφυρή. Ο μάστορας χτυπά με το σφυρί, γρασάρει και ξανά από την αρχή μα τίποτε δεν του κάνει.
Μονάχα σαν πάει τις φιγούρες στον μπαρμπά Θανάση και αυτός τους ψιθυρίσει τα λόγια τα σοφά της λαϊκής μας τέχνης, όλες οι τεχνικές τελειοποιούνται και ο Καραγκιόζης έρχεται μετά δόξας λαμπρής και με άλλα τερτίπια, του Μποστ επινοήσεις, έρχεται να μας πει το τραγούδι του. Κατέχει στο νου του τοπία της ανατολής και έχει χαραγμένη εντός του την καρδιά μας. Μια υπενθύμιση του βαθύτερου ψυχισμού μας και ένας χτύπος χάμω στους ασφάλτινους δρόμους μας, να ξορκίσουμε τα τελώνια που ´χουν βάλει στόχο τους να πριονίσουν τη ζωή μας.
Γεια σου Καραγκιόζη μου, σκιά δική μου, περιπλανώμενο τσολιαδάκι του Βακαλόπουλου και δείγμα της ευφυίας ετούτου εδώ του λαού. Γεια σου Θανάση Σπυρόπουλε, μεγάλε δάσκαλε και βουτηχτή μες στην ψυχή μας. Κάποτε θα βρούμε, λέει από την αρχή τη σημασία που κατέχουν αυτά τα απλά και τα αγεωγράφητα μες στην κλίμακα του συλλογικού μας προορισμού.
Α.Θ
