
Το κοιτούσε που έβγαινε προς την ανοιχτή θάλασσα. Ακόμη διακρίνονταν τα χρώματα∙ λίγο κεραμιδί κοντά στα ύφαλα, όλο το υπόλοιπο άσπρο. Το ακολουθούσε ο λευκός καπνός του φουγάρου του. Σε λίγο θα φαινόταν μόνο αυτός ή και μια μικρή γκριζάδα που σιγά σιγά θα χανόταν στον ορίζοντα.
Έλπιζε ότι όταν χανόταν θα ακολουθούσε ένα άλλο πλεούμενο να το αντικαταστήσει ερχόμενο από τον διπλανό, αλλά μακρινό κόλπο. Είχε ένα μικρό λιμάνι εκεί για τις ανάγκες του μεταλλείου.
Όταν αγόρασε το σπίτι νόμιζε ότι θα της αρκούσε να κάθεται με τα μάτια στραμμένα στο πέλαγος να αγναντεύει τη θάλασσα. Τον τελευταίο χρόνο κατάλαβε ότι τα ατμοκίνητα μικρά φορτηγά πλοία που εξυπηρετούσαν τη μεταφορά της κιμωλίας από το νησί στον Πειραιά, της ήταν απαραίτητα. Η διάσπαση αυτού του απέραντου αρχέγονου μπλε, από μια ανθρώπινη δημιουργία, της θύμιζε την υπόστασή της. Της θύμιζε να χτενίζει τα μαλλιά της, να φοράει κραγιόν, να είναι έτοιμη να υποδεχτεί κάποιον. Ποιόν; Συνήθως τέτοια εποχή κανέναν. Αργότερα, όταν θα άνοιγε ο καιρός όλο και κάποιος από τα λίγα σπίτια της πλαγιάς θα ερχόταν και θα περνούσε να τη χαιρετίσει. Να τη ρωτήσει μήπως ήθελε κάτι. Όλοι ήξεραν ότι δεν οδηγεί. Της είχαν πει μάλιστα ότι τον χειμώνα η ζωή εκεί θα ήταν δύσκολη. Θα έπρεπε να φροντίζει να έχει πάντα προμήθειες σε τροφές, ξύλα και πετρέλαιο. Και να μη βασίζεται και τόσο πολύ στις άνυδρες ντομάτες και στα μαρούλια που είχε σπείρει. Ίσως η λεμονιά και η πορτοκαλιά του περιβολιού θα έσωζαν λίγο τη διατροφή της αν αργούσαν από τη Χώρα να της στείλουν φρούτα και λαχανικά. Ευτυχώς στο νησί τα χιόνια ήταν σπάνια αλλά και πάλι τον χειμώνα οι φουρτούνες ήταν συχνές και δεν ήταν εύκολο στις βάρκες να ποδίζουν στον μικρό ξύλινο προβλήτα του οικισμού. Της τα είχαν πει, όμως δεν την ένοιαζε, υπήρχαν και δύο ταξί.
Θυμόταν τον μεσίτη: «Δεν σας συστήνω κυρία μου να αγοράσετε ένα τόσο έρημο σπίτι, αφού μου λέτε ότι το θέλετε για μόνιμη κατοικία. Θα είστε μόνη για εβδομάδες. Το νησί έχει αρκετή κίνηση το καλοκαίρι, αλλά Γενάρη-Φλεβάρη δεν θα πατάει ψυχή. Θα βρίσκονται εκεί μόνο οι ντόπιοι- όλοι μαζεμένοι στη Χώρα- και οι εργάτες του μεταλλείου στις εγκαταστάσεις τους, στον διπλανό κόλπο που είναι αρκετά μακριά από σας. Αν οτιδήποτε συμβεί, δεν θα μπορεί να σας βοηθήσει κανείς. Να βρούμε κάτι στον Μεγάλο Γιαλό, κοντά στο λιμάνι των επιβατηγών». Του είχε χαμογελάσει καθησυχάζοντας τον. « Θα φεύγω τους κρύους μήνες. Θα πηγαίνω στην κόρη μου στο Λονδίνο. Γι’ αυτή την ερημιά το αγοράζω. Την έχω ανάγκη. Έτσι μόνο μπορώ και γράφω. Αυτή η ερημιά με έκανε να το διαλέξω. Η ερημιά είναι το όπλο αυτού του σπιτιού. Το ίδιο το κτίριο δεν είναι και τίποτα το ιδιαίτερο, αλλά η θέση του είναι ιδανική!». Υποχώρησε ο μεσίτης. Εκείνος δεν την γνώριζε, αλλά αφού η τύπισσα δήλωνε συγγραφέας, έπρεπε να την πιστέψει, και να κατανοήσει την τρέλα της.
Τον πρώτο χρόνο της εγκατάστασής της, διέκοψε τη διαμονή στο νησί στα μέσα Δεκεμβρίου. Τηλεφώνησε στο ένα από τα δύο ταξί της Χώρας, εκείνο την πήγε στο λιμάνι των επιβατηγών, μετά ταξίδεψε στον Πειραιά, από εκεί στο αεροδρόμιο, και έφτασε σχεδόν εικοσιτέσσερεις ώρες αργότερα στο Λονδίνο. Γύρισε τον Μάρτιο. Τον Ιούλιο κατέφτασαν η κόρη και τα εγγόνια της κι έμειναν έως τον Σεπτέμβριο. Όταν πλησίαζαν οι γιορτές του δεύτερου χρόνου, αποφάσισε ότι οι βίντεοκλήσεις τους ήταν αρκετές για να της κρατήσουν συντροφιά μέχρι τις διακοπές του Πάσχα που θα έρχονταν εκείνοι. Υπήρχαν και περιορισμοί στα ταξίδια εξ αιτίας της πανδημίας του Κορονοϊού, είχε κι ένα μυθιστόρημα να τελειώσει. Το δέκατο τέταρτο βιβλίο της. Αυτό που έλπιζε να μεταφραστεί και στα Αγγλικά. Αυτό που τελικά δεν μεταφράστηκε.
Τον τρίτο χρόνο το πήρε απόφαση ότι κανένα μυθιστόρημά της δεν θα μεταφραζόταν, ότι προτιμούσε να βλέπει την οικογένεια της κόρης της το Πάσχα και το Καλοκαίρι, και να απολαμβάνει μια εμμονική μοναξιά, όλο τον χειμώνα, στον έρημο οικισμό της πλαγιάς. Έγραφε σχεδόν μηχανικά, δεν χρειαζόταν έμπνευση, της έφτανε η μανιέρα της για μια ικανοποιητική εμπορική κυκλοφορία. Τα συγγραφικά δικαιώματα που της κατέθετε ο εκδοτικός οίκος για τις πωλήσεις στο ελληνικό κοινό ήταν υπεραρκετά, τα βιβλία της γέμιζαν κάθε χρόνο τα ράφια των μεγάλων βιβλιοπωλείων και των Σούπερ Μάρκετ. Είχε ένθερμο αναγνωστικό κοινό που περίμενε το επόμενο πόνημα της, όπως περίμεναν παλιά τη συνέχεια του τούρκικου σήριαλ. Οι κριτικοί δεν την ενοχλούσαν, δεν τους απασχολούσε. Ούτε κι εκείνη την απασχολούσαν αυτοί. Ήξερε ότι δεν θα έμενε στην ιστορία, δεν την ένοιαζε, με ψευδώνυμο έγραφε έτσι κι αλλιώς. Θα έμεναν τα λεφτά για τα εγγόνια.
Τον πέμπτο χρόνο ο χειμώνας της φάνηκε μακρύτερος. Σκέφτηκε να τον διακόψει, να ταξιδέψει στο Λονδίνο. Της φάνηκε δύσκολο. Είχε ξεχάσει να ταξιδεύει, την έπιανε ένας μικρός πανικός. Κάλεσε την κόρη της για εναλλακτικά Χριστούγεννα: «Ελάτε εδώ για τις γιορτές. Θα στολίσουμε δέντρο, θ’ ανάψουμε τζάκι, θα πάμε στη Χώρα που έχουν κάτι τοπικά έθιμα με στολές προβάτων. Τα παιδιά θα τρελαθούν!» «Όχι μαμά! Δεν θα τους αρέσει καθόλου, είναι σχεδόν έφηβοι. Θα πάνε σε πάρτι, έχουν εδώ φίλους, κι εμείς το ίδιο. Το Λονδίνο ποτέ δεν είναι τόσο ωραίο όσο την περίοδο των Χριστουγέννων. Να έρθεις εσύ».
Δεν πήγε. Δεν άντεχε να αφήσει τη μοναξιά της αλλά ούτε τη μοναξιά της την άντεχε. Ήθελε να πάει κάποια επίσκεψη σε μία φίλη στη Χώρα, θα ήταν απλό. Θα τηλεφωνούσε στο ταξί. Δεν είχε όμως καμιά φίλη στη Χώρα, αν εξαιρέσεις ίσως την μπακάλισσα, που αντάλλασσαν ευγενικές γενικολογίες, τις λίγες φορές που κατέβαινε να ψωνίσει αυτοπροσώπως. Και που φίλη φυσικά δεν την έλεγες! Δεν ήξερε καν το επίθετό της, ήταν η κυρία Κούλα. Μήπως η Αννέζα που είχε το κομμωτήριο; Σχεδόν πάντα συνδύαζε τα ψώνια με το κομμωτήριο. Πήγαινε περίπου κάθε δύο μήνες, κουρευόταν, και μιλούσε λίγο με την εικοσιεφτάχρονη Αννέζα, για να παίρνει μια ιδέα για τις επιθυμίες και τα όνειρα των νέων κοριτσιών της γενιάς της. Πως αλλιώς θα έγραφε αισθηματικά μυθιστορήματά; Δεν έφταναν οι αναμνήσεις από τα δικά της νιάτα. Όμως και αυτή, φίλη δεν την έλεγες.
Κοίταξε τον ορίζοντα. Το κεραμιδί πλεούμενο είχε γίνει μια ατμίζουσα κουκκίδα και χάθηκε. Ανυπόμονα γύρισε προς τα απότομα βράχια που χώριζαν την πλαγιά από τον διπλανό κόλπο. Ανάσανε ευχαριστημένη όταν είδε τη μύτη ενός πλοίου μεσαίου μεγέθους να ξεπροβάλει με ρότα προς το πέλαγος. Είχε τουλάχιστον μισή ώρα μπροστά της μέχρι να χαθεί κι αυτό. Κεραμιδί πάλι. Δεν θα προλάβαινε να δει χρώμα στο τρίτο. Αν περνούσε τρίτο, θα έβλεπε τους προβολείς του, συνήθως όμως όταν σκοτείνιαζε σταματούσαν να φορτώνουν. Μερικές φορές περνούσαν άλλα σκάφη, μερικά πολύ μεγάλα, μακριά στο βάθος, φωτισμένα, και ήταν σα να έβλεπε βεγγαλικά. Πυροτεχνήματα. Μετά χάνονταν, κι εκείνη έμπαινε μέσα, έκλεινε τις κουρτίνες ν’ αφήσει το σκοτάδι απ’ έξω, να κάνει τη βιντεοκλίση της, να ανοίξει την τηλεόραση να ακούσει φωνές, να δει ανθρώπους, έστω και πλασματικούς.
Κάθισε στο πεζούλι παρακολουθώντας το πλοίο έως ότου έπαψε να έχει σχήμα. Ο ορίζοντας ετοιμαζόταν για τη νύχτα, και είχε πάρει ένα χρώμα που θα αναβάθμιζε μια φράση, θα δημιουργούσε μια εικόνα ομορφιάς, θα διαβαζόταν ευχάριστα σε κάποιο κεφάλαιο του βιβλίου της, που θα μιλούσε για έρωτα, αλλά τώρα, σε κείνη, προκαλούσε τρόμο. Όχι μεταφυσικό, ούτε φυσικό. Δεν φοβόταν την ερημιά, δεν πίστευε σε κανέναν ελλοχεύοντα κίνδυνο, ο τρόμος ήταν γι’ αυτό το συναίσθημα που ήξερε ότι θα τη σκέπαζε, μαζί με το σκοτάδι. Μαζί με το σκοτάδι θα εμφανιζόταν και αυτός ο σχεδόν υπαρκτός πόνος, που θα έσφιγγε την καρδιά της, όταν η μοναξιά δεν θα είχε κανέναν λόγο ύπαρξης. Όταν τίποτα δεν θα ήταν αρκετό για να δικαιολογήσει το κυνήγι της έμπνευσης, της καταβύθισης στη μεγαλοσύνη της φύσης, για κάποιο σκοπό, που δεν αντιλαμβανόταν πια αν ήταν δικός της. Θυμήθηκε τα λόγια της στον μεσίτη «Η ερημιά είναι το όπλο αυτού του σπιτιού». Ήταν, αλλά το είχε στρέψει εναντίον της.
Η Κία Φιλιππίδου γεννήθηκε στην Καστέλα του Πειραιά, τελείωσε το Αρσάκειο και σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο Πειραιά. Εργάσθηκε ως επικεφαλής του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας. Το 2021 εκδόθηκε το μυθιστόρημά της με τίτλο «Η καλοσύνη αιωρείται πάνω από δυο καρβέλια ψωμί και ένα γέρικο κουνέλι» από τις εκδόσεις Θερμαϊκός, και το 2023 το μυθιστόρημα «Κυκλαδικό Νουάρ» από τις εκδόσεις Βακχικόν. Διηγήματά της έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά.
